ك
إصحاح
G3360
G3361. mḗ
G3362
المعنى المختصر للكلمة
mḗ: (adverb) not, (conjunction) lest
اللفظ الأصلي μή
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق mḗ (may)
تكرار الورود في الكتاب 969 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
1 (adverb) not, (conjunction) lest
2 also (as an interrogative implying a negative answer (whereas expects an affirmative one)) whether
الإنجليزية — KJV Translation Tags
any but (that) X forbear + God forbid + lack lest neither never no (X wise in) none nor (can-)not nothing that not un(-taken) without

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

μὴ (569×) καὶ ; μὴ (82×) εἰ ; μὴ (76×) οὐ ; μὴ (56×) ἵνα ; μὴ (38×) μή (31×) Μὴ (19×) καὶ ; οὐ ; μὴ (18×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (969 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
لأَنَّهُ يَكُونُ فِي تِلْكَ الأَيَّامِ ضِيقٌ لَمْ يَكُنْ مِثْلُهُ مُنْذُ ابْتِدَاءِ الْخَلِيقَةِ الَّتِي خَلَقَهَا اللهُ إِلَى الآنَ، وَلَنْ يَكُونَ.
γὰρ ἔσονται ἐκεῖναι αἱ ; ἡμέραι θλῖψις οὐ γέγονεν τοιαύτη ἀπ᾽ ἀρχῆς κτίσεως ἧς ἔκτισεν ὁ ; θεὸς ἕως τοῦ ; νῦν καὶ ; οὐ ; μὴ γένηται.
وَلَوْ لَمْ يُقَصِّرِ الرَّبُّ تِلْكَ الأَيَّامَ، لَمْ يَخْلُصْ جَسَدٌ. وَلكِنْ لأَجْلِ الْمُخْتَارِينَ الَّذِينَ اخْتَارَهُمْ، قَصَّرَ الأَيَّامَ.
καὶ ; εἰ μὴ ἐκολόβωσεν κύριος τὰς ; ἡμέρας, οὐκ ἂν ; ἐσώθη πᾶσα ; σάρξ· ἀλλὰ διὰ τοὺς ; ἐκλεκτοὺς οὓς ἐξελέξατο ἐκολόβωσεν ἡμέρας. ; τὰς
حِينَئِذٍ إِنْ قَالَ لَكُمْ أَحَدٌ: هُوَذَا الْمَسِيحُ هُنَا. أَوْ: هُوَذَا هُنَاكَ. فَلاَ تُصَدِّقُوا.
καὶ ; τότε ἐάν εἴπῃ· ὑμῖν τις Ἰδού χριστός ; ὁ ὧδε ἢ, Ἰδού ἐκεῖ, μὴ πιστεύσητε
اَلْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: لاَ يَمْضِي هذَا الْجِيلُ حَتَّى يَكُونَ هذَا كُلُّهُ.
Ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ; οὐ ; μὴ παρέλθῃ αὕτη ἡ ; γενεὰ μέχρις γένηται. ταῦτα πάντα
اَلسَّمَاءُ وَالأَرْضُ تَزُولاَنِ، وَلكِنَّ كَلاَمِي لاَ يَزُولُ.
ὁ ; οὐρανὸς καὶ ; ἡ ; γῆ παρελεύσονται, δὲ οἱ ; λόγοι ; μου οὐ ; μὴ παρέλθωσιν
وَأَمَّا ذلِكَ الْيَوْمُ وَتِلْكَ السَّاعَةُ فَلاَ يَعْلَمُ بِهِمَا أَحَدٌ، وَلاَ الْمَلاَئِكَةُ الَّذِينَ فِي السَّمَاءِ، وَلاَ الابْنُ، إِلاَّ الآبُ.
Περὶ ; δὲ ἐκείνης τῆς ; ἡμέρας καὶ; τῆς ὥρας οὐδεὶς ; οἶδεν οὐδὲ οἱ ; ἄγγελοι οἱ ἐν οὐρανῷ οὐδὲ ὁ ; υἱὸς εἰ ; μὴ ὁ ; πατήρ.
لِئَلاَّ يَأْتِيَ بَغْتَةً فَيَجِدَكُمْ نِيَامًا.
μὴ ἐλθὼν ἐξαίφνης εὕρῃ ; ὑμᾶς καθεύδοντας.
وَلكِنَّهُمْ قَالُوا: لَيْسَ فِي الْعِيدِ، لِئَلاَّ يَكُونَ شَغَبٌ فِي الشَّعْبِ.
δέ ἔλεγον μὴ ἐν τῇ ; ἑορτῇ μήποτε ἔσται θόρυβος τοῦ λαοῦ.¶
اَلْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: إِنِّي لاَ أَشْرَبُ بَعْدُ مِنْ نِتَاجِ الْكَرْمَةِ إِلَى ذلِكَ الْيَوْمِ حِينَمَا أَشْرَبُهُ جَدِيدًا فِي مَلَكُوتِ اللهِ.
ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι οὐ ; μὴ πίω οὐκέτι ἐκ τοῦ ; γεννήματος τῆς ; ἀμπέλου ἕως ἐκείνης τῆς ; ἡμέρας ὅταν αὐτὸ ; πίνω καινὸν ἐν τῇ ; βασιλείᾳ τοῦ ; θεοῦ.¶
فَقَالَ بِأَكْثَرِ تَشْدِيدٍ: وَلَوِ اضْطُرِرْتُ أَنْ أَمُوتَ مَعَكَ لاَ أُنْكِرُكَ.. وَهكَذَا قَالَ أَيْضًا الْجَمِيعُ.
δὲ ; ἔλεγεν ἐκπερισσῶς ἐὰν δέῃ συναποθανεῖν ; με σοι, οὐ ; μή σε ; ἀπαρνήσομαι. ὡσαύτως ἔλεγον.¶ καὶ πάντες
اِسْهَرُوا وَصَلُّوا لِئَلاَّ تَدْخُلُوا فِي تَجْرِبَةٍ. أَمَّا الرُّوحُ فَنَشِيطٌ، وَأَمَّا الْجَسَدُ فَضَعِيفٌ.
γρηγορεῖτε καὶ ; προσεύχεσθε ἵνα ; μὴ εἰσέλθητε εἰς πειρασμόν. μὲν τὸ ; πνεῦμα πρόθυμον, δὲ ἡ ; σὰρξ ἀσθενής.
فَقَالَ لَهُنَّ: لاَ تَنْدَهِشْنَ. أَنْتُنَّ تَطْلُبْنَ يَسُوعَ النَّاصِرِيَّ الْمَصْلُوبَ. قَدْ قَامَ. لَيْسَ هُوَ ههُنَا. هُوَذَا الْمَوْضِعُ الَّذِي وَضَعُوهُ فِيهِ.
ὁ ; δὲ ; λέγει αὐταῖς· μὴ ἐκθαμβεῖσθε. ζητεῖτε Ἰησοῦν τὸν ; Ναζαρηνὸν τὸν ; ἐσταυρωμένον· ἠγέρθη, οὐκ ἔστιν ὧδε· ἴδε ὁ ; τόπος ὅπου ἔθηκαν ; αὐτόν.
يَحْمِلُونَ حَيَّاتٍ، وَإِنْ شَرِبُوا شَيْئًا مُمِيتًا لاَ يَضُرُّهُمْ، وَيَضَعُونَ أَيْدِيَهُمْ عَلَى الْمَرْضَى فَيَبْرَأُونَ.
ἀροῦσιν, ὄφεις κἂν πίωσιν, τι θανάσιμόν οὐ ; μὴ αὐτοὺς ; βλάψει, ἐπιθήσουσιν χεῖρας ἐπὶ ἀρρώστους καλῶς ; ἕξουσιν.¶ ; καὶ
فَقَالَ لَهُ الْمَلاَكُ: لاَ تَخَفْ يَا زَكَرِيَّا، لأَنَّ طِلْبَتَكَ قَدْ سُمِعَتْ، وَامْرَأَتُكَ أَلِيصَابَاتُ سَتَلِدُ لَكَ ابْنًا وَتُسَمِّيهِ يُوحَنَّا.
δὲ ; Εἶπεν πρὸς ; αὐτὸν ὁ ; ἄγγελος· μὴ φοβοῦ Ζαχαρία· διότι ἡ ; δέησίς ; σου, εἰσηκούσθη σου, ; καὶ ; ἡ ; γυνή Ἐλισάβετ γεννήσει σοι, υἱόν καὶ ; καλέσεις ; τὸ ; ὄνομα ; αὐτοῦ Ἰωάννην.
لأَنَّهُ يَكُونُ عَظِيمًا أَمَامَ الرَّبِّ، وَخَمْرًا وَمُسْكِرًا لاَ يَشْرَبُ، وَمِنْ بَطْنِ أُمِّهِ يَمْتَلِئُ مِنَ الرُّوحِ الْقُدُسِ.
γὰρ ἔσται μέγας ἐνώπιον τοῦ ; κυρίου, καὶ ; οἶνον καὶ ; σίκερα οὐ ; μὴ πίῃ, καὶ ; ἔτι ; ἐκ κοιλίας μητρὸς ; αὐτοῦ. πλησθήσεται πνεύματος ἁγίου
وَهَا أَنْتَ تَكُونُ صَامِتًا وَلاَ تَقْدِرُ أَنْ تَتَكَلَّمَ، إِلَى الْيَوْمِ الَّذِي يَكُونُ فِيهِ هذَا، لأَنَّكَ لَمْ تُصَدِّقْ كَلاَمِي الَّذِي سَيَتِمُّ فِي وَقْتِهِ.
καὶ ; ἰδοὺ ἔσῃ σιωπῶν καὶ ; μὴ δυνάμενος λαλῆσαι ἄχρι ἡμέρας ἧς γένηται ταῦτα, ἀνθ᾽ ; ὧν οὐκ ἐπίστευσας τοῖς ; λόγοις ; μου οἵτινες πληρωθήσονται εἰς τὸν ; καιρὸν ; αὐτῶν.¶
فَقَالَ لَهَا الْمَلاَكُ: لاَ تَخَافِي يَا مَرْيَمُ، لأَنَّكِ قَدْ وَجَدْتِ نِعْمَةً عِنْدَ اللهِ.
καὶ ; εἶπεν αὐτῇ· ὁ ; ἄγγελος μὴ φοβοῦ Μαριάμ, γὰρ εὗρες χάριν παρὰ τῷ ; θεῷ.
فَقَالَ لَهُمُ الْمَلاَكُ: لاَ تَخَافُوا. فَهَا أَنَا أُبَشِّرُكُمْ بِفَرَحٍ عَظِيمٍ يَكُونُ لِجَمِيعِ الشَّعْبِ:
καὶ ; εἶπεν αὐτοῖς ὁ ; ἄγγελος· μὴ φοβεῖσθε· ἰδοὺ ; γὰρ εὐαγγελίζομαι ; ὑμῖν χαρὰν μεγάλην ἥτις ; ἔσται παντὶ τῷ ; λαῷ
وَكَانَ قَدْ أُوحِيَ إِلَيْهِ بِالرُّوحِ الْقُدُسِ أَنَّهُ لاَ يَرَى الْمَوْتَ قَبْلَ أَنْ يَرَى مَسِيحَ الرَّبِّ.
καὶ ; ἦν κεχρηματισμένον αὐτῷ ὑπὸ ; τοῦ ; πνεύματος τοῦ ; ἁγίου μὴ ἰδεῖν θάνατον πρὶν ἢ ἴδῃ τὸν ; χριστὸν κυρίου
وَلَمَّا لَمْ يَجِدَاهُ رَجَعَا إِلَى أُورُشَلِيمَ يَطْلُبَانِهِ.
καὶ μὴ εὑρόντες ; αὐτόν ὑπέστρεψαν εἰς Ἰερουσαλὴμ ζητοῦντες; αὐτόν.
فَاصْنَعُوا أَثْمَارًا تَلِيقُ بِالتَّوْبَةِ. ولاَ تَبْتَدِئُوا تَقُولُونَ فِي أَنْفُسِكُمْ: لَنَا إِبْرَاهِيمُ أَبًا. لأَنِّي أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّ اللهَ قَادِرٌ أَنْ يُقِيمَ مِنْ هذِهِ الْحِجَارَةِ أَوْلاَدًا لإِبْرَاهِيمَ.
ποιήσατε ; οὖν καρποὺς ἀξίους τῆς ; μετανοίας· καὶ ; μὴ ἄρξησθε λέγειν ἐν ἑαυτοῖς· ἔχομεν τὸν ; Ἀβραάμ. πατέρα γὰρ λέγω ὑμῖν ὅτι ὁ ; θεὸς δύναται ἐγεῖραι ἐκ τούτων τῶν ; λίθων τέκνα τῷ ; Ἀβραάμ.
وَالآنَ قَدْ وُضِعَتِ الْفَأْسُ عَلَى أَصْلِ الشَّجَرِ، فَكُلُّ شَجَرَةٍ لاَ تَصْنَعُ ثَمَرًا جَيِّدًا تُقْطَعُ وَتُلْقَى فِي النَّارِ.
δὲ ; καὶ ἤδη κεῖται· ἡ ; ἀξίνη πρὸς τὴν ; ῥίζαν τῶν ; δένδρων πᾶν ; οὖν δένδρον μὴ ποιοῦν καρπὸν καλὸν ἐκκόπτεται καὶ ; βάλλεται. εἰς πῦρ
فَأَجَابَ وَقَالَ لَهُمْ: مَنْ لَهُ ثَوْبَانِ فَلْيُعْطِ مَنْ لَيْسَ لَهُ، وَمَنْ لَهُ طَعَامٌ فَلْيَفْعَلْ هكَذَا.
ἀποκριθεὶς ; δὲ λέγει αὐτοῖς· ὁ ἔχων δύο ; χιτῶνας μεταδότω τῷ μὴ ἔχοντι καὶ ; ὁ ἔχων βρώματα ποιείτω.¶ ὁμοίως
وَلَمْ يُرْسَلْ إِيلِيَّا إِلَى مِنْهَا، إِلاَّ امْرَأَةٍ أَرْمَلَةٍ، إِلَى صَرْفَةِ صَيْدَاءَ.
καὶ ; οὐδεμίαν ἐπέμφθη Ἠλίας πρὸς αὐτῶν εἰ ; μὴ πρὸς ; γυναῖκα χήραν. εἰς Σάρεπτα τῆς ; Σιδῶνος
وَبُرْصٌ كَثِيرُونَ كَانُوا فِي إِسْرَائِيلَ فِي زَمَانِ أَلِيشَعَ النَّبِيِّ، وَلَمْ يُطَهَّرْ مِنْهُمْ إِلاَّ نُعْمَانُ السُّرْيَانِيُّ.
καὶ ; λεπροὶ πολλοὶ ἦσαν ἐν Ἰσραὴλ ἐπὶ Ἐλισαίου τοῦ ; προφήτου· καὶ ; οὐδεὶς ἐκαθαρίσθη αὐτῶν εἰ ; μὴ Ναιμὰν ὁ ; Σύρος.¶
وَلَمَّا صَارَ النَّهَارُ خَرَجَ وَذَهَبَ إِلَى مَوْضِعٍ خَلاَءٍ، وَكَانَ الْجُمُوعُ يُفَتِّشُونَ عَلَيْهِ. فَجَاءُوا إِلَيْهِ وَأَمْسَكُوهُ لِئَلاَّ يَذْهَبَ عَنْهُمْ.
δὲ Γενομένης ἡμέρας ἐξελθὼν ἐπορεύθη εἰς τόπον, ἔρημον καὶ οἱ ; ὄχλοι ἐζήτουν αὐτὸν καὶ ; ἦλθον ἕως ; αὐτοῦ αὐτὸν ; κατεῖχον ; καὶ μὴ πορεύεσθαι ἀπ᾽ ; αὐτῶν.
وَكَذلِكَ أَيْضًا يَعْقُوبُ وَيُوحَنَّا ابْنَا زَبَدِي اللَّذَانِ كَانَا شَرِيكَيْ سِمْعَانَ. فَقَالَ يَسُوعُ لِسِمْعَانَ: لاَ تَخَفْ. مِنَ الآنَ تَكُونُ تَصْطَادُ النَّاسَ.
ὁμοίως ; δὲ καὶ Ἰάκωβον καὶ ; Ἰωάννην υἱοὺς Ζεβεδαίου, οἳ ἦσαν κοινωνοὶ τῷ ; Σίμωνι. καὶ ; εἶπεν ὁ ; Ἰησοῦς· πρὸς ; τὸν ; Σίμωνα μὴ φοβοῦ· ἀπὸ τοῦ ; νῦν ἔσῃ ζωγρῶν. ἀνθρώπους
وَلَمَّا لَمْ يَجِدُوا مِنْ أَيْنَ يَدْخُلُونَ بِهِ لِسَبَبِ الْجَمْعِ، صَعِدُوا عَلَى السَّطْحِ وَدَلَّوْهُ مَعَ الْفِرَاشِ مِنْ بَيْنِ الأَجُرِّ إِلَى الْوَسْطِ قُدَّامَ يَسُوعَ.
καὶ μὴ εὑρόντες διὰ ποίας εἰσενέγκωσιν αὐτὸν διὰ τὸν ; ὄχλον, ἀναβάντες ἐπὶ τὸ ; δῶμα καθῆκαν ; αὐτὸν σὺν τῷ ; κλινιδίῳ διὰ τῶν ; κεράμων εἰς τὸ ; μέσον ἔμπροσθεν τοῦ ; Ἰησοῦ.
فَابْتَدَأَ الْكَتَبَةُ وَالْفَرِّيسِيُّونَ يُفَكِّرُونَ قَائِلِينَ مَنْ هذَا الَّذِي يَتَكَلَّمُ بِتَجَادِيفَ. مَنْ يَقْدِرُ أَنْ يَغْفِرَ خَطَايَا إِلاَّ اللهُ وَحْدَهُ.
καὶ ; ἤρξαντο οἱ ; γραμματεῖς καὶ ; οἱ ; Φαρισαῖοι διαλογίζεσθαι λέγοντες· τίς ἐστιν ; οὗτος ὃς λαλεῖ βλασφημίας; τίς δύναται ἀφιέναι ἁμαρτίας εἰ ; μὴ ὁ ; θεός;¶ μόνος
وَقَالَ لَهُمْ أَيْضًا مَثَلاً: لَيْسَ أَحَدٌ يَضَعُ رُقْعَةً مِنْ ثَوْبٍ جَدِيدٍ عَلَى ثَوْبٍ عَتِيق، وَإِلاَّ فَالْجَدِيدُ يَشُقُّهُ، وَالْعَتِيقُ لاَ تُوافِقُهُ الرُّقْعَةُ الَّتِي مِنَ الْجَدِيدِ.
ἔλεγεν ; δὲ πρὸς ; αὐτοὺς καὶ παραβολὴν ὅτι ; οὐδεὶς ἐπιβάλλει ἐπίβλημα ἀπὸ ἱματίου καινοῦ ἐπὶ ἱμάτιον παλαιόν· εἰ ; δὲ ; μή γε, ; καὶ ; τὸ ; καινὸν σχίσας καὶ ; τῷ ; παλαιῷ οὐ συμφωνεῖ τὸ ; ἐπίβλημα τὸ ἀπὸ τοῦ ; καινοῦ.