المعنى المختصر للكلمة
mḗ:
(adverb) not, (conjunction) lest
اللفظ الأصلي
μή
نوع الكلمة
اسم
طريقة النطق
mḗ
(may)
تكرار الورود في الكتاب
969
مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
1
(adverb) not, (conjunction) lest
2
also (as an
interrogative implying a negative answer (whereas expects an
affirmative one)) whether
الإنجليزية — KJV Translation Tags
any but (that)
X forbear
+ God forbid
+
lack
lest
neither
never
no (X wise in)
none
nor
(can-)not
nothing
that not
un(-taken)
without
أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك
أشكال الكلمة في النص الأصلي:
μὴ (569×)
καὶ ; μὴ (82×)
εἰ ; μὴ (76×)
οὐ ; μὴ (56×)
ἵνα ; μὴ (38×)
μή (31×)
Μὴ (19×)
καὶ ; οὐ ; μὴ (18×)
شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (969 آية)
شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
متى 13: 14
Mat.13.14
فَقَدْ تَمَّتْ فِيهِمْ نُبُوَّةُ إِشَعْيَاءَ الْقَائِلَةُ: تَسْمَعُونَ سَمْعًا وَلاَ تَفْهَمُونَ، وَمُبْصِرِينَ تُبْصِرُونَ وَلاَ تَنْظُرُونَ.
καὶ ἀναπληροῦται ἐπ᾽ ; αὐτοῖς ἡ ; προφητεία Ἠσαΐου ἡ ; λέγουσα· ἀκούσετε ἀκοῇ καὶ ; οὐ ; μὴ συνῆτε, καὶ ; βλέποντες βλέψετε καὶ ; οὐ ; μὴ ἴδητε.
متى 13: 19
Mat.13.19
كُلُّ مَنْ يَسْمَعُ كَلِمَةَ الْمَلَكُوتِ وَلاَ يَفْهَمُ، فَيَأْتِي الشِّرِّيرُ وَيَخْطَفُ مَا قَدْ زُرِعَ فِي قَلْبِهِ. هذَا هُوَ الْمَزْرُوعُ عَلَى الطَّرِيقِ.
παντὸς ἀκούοντος τὸν ; λόγον τῆς ; βασιλείας καὶ ; μὴ συνιέντος ἔρχεται ὁ ; πονηρὸς καὶ ; ἁρπάζει τὸ ἐσπαρμένον ἐν τῇ ; καρδίᾳ ; αὐτοῦ· οὗτός ἐστιν ὁ ; σπαρείς. παρὰ τὴν ; ὁδὸν
متى 13: 57
Mat.13.57
فَكَانُوا يَعْثُرُونَ بِهِ. وَأَمَّا يَسُوعُ فَقَالَ لَهُمْ: لَيْسَ نَبِيٌّ بِلاَ كَرَامَةٍ إِلاَّ فِي وَطَنِهِ وَفِي بَيْتِهِ.
καὶ ; ἐσκανδαλίζοντο ἐν ; αὐτῷ.¶ δὲ Ἰησοῦς ; Ὁ εἶπεν αὐτοῖς· οὐκ ; ἔστιν προφήτης ἄτιμος εἰ ; μὴ ἐν τῇ ; πατρίδι ; αὐτοῦ καὶ ; ἐν τῇ ; οἰκίᾳ ; αὐτοῦ.
متى 14: 17
Mat.14.17
فَقَالُوا لَهُ: لَيْسَ عِنْدَنَا ههُنَا إِلاَّ خَمْسَةُ أَرْغِفَةٍ وَسَمَكَتَانِ.
οἱ ; δὲ ; λέγουσιν αὐτῷ· οὐκ ἔχομεν ὧδε εἰ ; μὴ πέντε ἄρτους καὶ ; δύο ; ἰχθύας.
متى 14: 27
Mat.14.27
فَلِلْوَقْتِ كَلَّمَهُمْ يَسُوعُ قِائِلاً: تَشَجَّعُوا. أَنَا هُوَ. لاَ تَخَافُوا.
εὐθὺς ; δὲ ἐλάλησεν ; αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς λέγων· θαρσεῖτε· ἐγώ εἰμι, μὴ φοβεῖσθε.¶
متى 15: 5
Mat.15.5
وَأَمَّا أَنْتُمْ فَتَقُولُونَ: مَنْ قَالَ لأَبِيهِ أَوْ أُمِّهِ: قُرْبَانٌ هُوَ الَّذِي تَنْتَفِعُ بِهِ مِنِّي. فَلاَ يُكْرِمُ أَبَاهُ أَوْ أُمَّهُ.
δὲ ὑμεῖς λέγετε· ὃς ; ἂν εἴπῃ τῷ ; πατρὶ ἢ τῇ ; μητρί· δῶρον ὃ ἐὰν ; ὠφεληθῇς, ἐξ ; ἐμοῦ καὶ ; οὐ ; μὴ τιμήσῃ τὸν ; πατέρα ; αὐτοῦ ἢ τὴν ; μητέρα ; αὐτοῦ,
متى 15: 24
Mat.15.24
فَأَجَابَ وَقَالَ: لَمْ أُرْسَلْ إِلاَّ إِلَى خِرَافِ بَيْتِ إِسْرَائِيلَ الضَّالَّةِ.
Ὁ ; δὲ ; ἀποκριθεὶς εἶπεν· οὐκ ἀπεστάλην εἰ ; μὴ εἰς τὰ ; πρόβατα οἴκου Ἰσραήλ.¶ τὰ ; ἀπολωλότα
متى 16: 4
Mat.16.4
جِيلٌ شِرِّيرٌ فَاسِقٌ يَلْتَمِسُ آيَةً، وَلاَ تُعْطَى لَهُ آيَةٌ إِلاَّ آيَةَ يُونَانَ النَّبِيِّ. ثُمَّ تَرَكَهُمْ وَمَضَى.
γενεὰ πονηρὰ καὶ ; μοιχαλὶς ἐπιζητεῖ· σημεῖον καὶ ; οὐ δοθήσεται αὐτῇ σημεῖον εἰ ; μὴ τὸ ; σημεῖον Ἰωνᾶ τοῦ ; προφήτου. καὶ καταλιπὼν ; αὐτοὺς ἀπῆλθεν.¶
متى 16: 22
Mat.16.22
فَأَخَذَهُ بُطْرُسُ وَابْتَدَأَ يَنْتَهِرُهُ قَائِلاً: حَاشَاكَ يَا رَبُّ. لاَ يَكُونُ لَكَ هذَا.
καὶ ; προσλαβόμενος ; αὐτὸν ὁ ; Πέτρος ἤρξατο ἐπιτιμᾶν ; αὐτῷ λέγων· ἵλεώς ; σοι, κύριε· οὐ ; μὴ ἔσται σοι τοῦτο.¶
متى 16: 28
Mat.16.28
اَلْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّ مِنَ الْقِيَامِ ههُنَا قَوْمًا لاَ يَذُوقُونَ الْمَوْتَ حَتَّى يَرَوُا ابْنَ الإِنْسَانِ آتِيًا فِي مَلَكُوتِهِ.
Ἀμὴν λέγω ὑμῖν εἰσίν τῶν ἑστώτων ὧδε τινες οἵτινες ; οὐ ; μὴ γεύσωνται θανάτου ἕως ; ἂν ἴδωσιν τὸν ; υἱὸν τοῦ ; ἀνθρώπου ἐρχόμενον ἐν τῇ ; βασιλείᾳ ; αὐτοῦ.¶
متى 17: 7
Mat.17.7
فَجَاءَ يَسُوعُ وَلَمَسَهُمْ وَقَالَ: قُومُوا، وَلاَ تَخَافُوا.
καὶ ; προσελθὼν Ἰησοῦς, ; ὁ ἥψατο; αὐτῶν ; καὶ εἶπεν· ἐγέρθητε καὶ ; μὴ φοβεῖσθε.
متى 17: 8
Mat.17.8
فَرَفَعُوا أَعْيُنَهُمْ وَلَمْ يَرَوْا أَحَدًا إِلاَّ يَسُوعَ وَحْدَهُ.
ἐπάραντες ; δὲ τοὺς ; ὀφθαλμοὺς ; αὐτῶν οὐδένα ; εἶδον εἰ ; μὴ τὸν; Ἰησοῦν μόνον.¶
متى 17: 21
Mat.17.21
وَأَمَّا هذَا الْجِنْسُ فَلاَ يَخْرُجُ إِلاَّ بِالصَّلاَةِ وَالصَّوْمِ.
δὲ Τοῦτο τὸ ; γένος οὐκ ἐκπορεύεται εἰ ; μὴ ἐν ; προσευχῇ καὶ ; νηστείᾳ.¶
متى 17: 27
Mat.17.27
وَلكِنْ لِئَلاَّ نُعْثِرَهُمُ، اذْهَبْ إِلَى الْبَحْرِ وَأَلْقِ صِنَّارَةً، وَالسَّمَكَةُ الَّتِي تَطْلُعُ أَوَّلاً خُذْهَا، وَمَتَى فَتَحْتَ فَاهَا تَجِدْ إِسْتَارًا، فَخُذْهُ وَأَعْطِهِمْ عَنِّي وَعَنْكَ.
ἵνα ; δὲ μὴ σκανδαλίσωμεν ; αὐτούς, πορευθεὶς εἰς τὴν ; θάλασσαν βάλε ἄγκιστρον καὶ ; τὸν ; ἰχθὺν ἀναβάντα πρῶτον ἆρον· καὶ ; ἀνοίξας τὸ ; στόμα ; αὐτοῦ εὑρήσεις στατῆρα. λαβὼν ; ἐκεῖνον δὸς ; αὐτοῖς ἀντὶ ; ἐμοῦ καὶ ; σοῦ.¶
متى 18: 3
Mat.18.3
وَقَالَ: اَلْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: إِنْ لَمْ تَرْجِعُوا وَتَصِيرُوا مِثْلَ الأَوْلاَدِ فَلَنْ تَدْخُلُوا مَلَكُوتَ السَّمَاوَاتِ.
καὶ ; εἶπεν· ἀμὴν λέγω ὑμῖν· ἐὰν μὴ στραφῆτε καὶ ; γένησθε ὡς τὰ ; παιδία, οὐ ; μὴ εἰσέλθητε εἰς ; τὴν ; βασιλείαν τῶν ; οὐρανῶν.
متى 18: 3
Mat.18.3
وَقَالَ: اَلْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: إِنْ لَمْ تَرْجِعُوا وَتَصِيرُوا مِثْلَ الأَوْلاَدِ فَلَنْ تَدْخُلُوا مَلَكُوتَ السَّمَاوَاتِ.
καὶ ; εἶπεν· ἀμὴν λέγω ὑμῖν· ἐὰν μὴ στραφῆτε καὶ ; γένησθε ὡς τὰ ; παιδία, οὐ ; μὴ εἰσέλθητε εἰς ; τὴν ; βασιλείαν τῶν ; οὐρανῶν.
متى 18: 10
Mat.18.10
اُنْظُرُوا، لاَ تَحْتَقِرُوا أَحَدَ هؤُلاَءِ الصِّغَارِ، لأَنِّي أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّ مَلاَئِكَتَهُمْ فِي السَّمَاوَاتِ كُلَّ حِينٍ يَنْظُرُونَ وَجْهَ أَبِي الَّذِي فِي السَّمَاوَاتِ.
Ὁρᾶτε μὴ καταφρονήσητε ἑνὸς τούτων· τῶν ; μικρῶν γὰρ λέγω ὑμῖν ὅτι οἱ ; ἄγγελοι ; αὐτῶν ἐν οὐρανοῖς διὰ ; παντὸς βλέπουσιν τὸ ; πρόσωπον τοῦ ; πατρός ; μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς.
متى 18: 13
Mat.18.13
وَإِنِ اتَّفَقَ أَنْ يَجِدَهُ، فَالْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّهُ يَفْرَحُ بِهِ أَكْثَرَ مِنَ التِّسْعَةِ وَالتِّسْعِينَ الَّتِي لَمْ تَضِلَّ.
καὶ ; ἐὰν γένηται εὑρεῖν ; αὐτό, ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι χαίρει ἐπ᾽ ; αὐτῷ μᾶλλον ἢ ἐπὶ ; τοῖς ; ἐννέα ἐνενήκοντα τοῖς μὴ πεπλανημένοις.
متى 18: 16
Mat.18.16
وَإِنْ لَمْ يَسْمَعْ، فَخُذْ مَعَكَ أَيْضًا وَاحِدًا أَوِ اثْنَيْنِ، لِكَيْ تَقُومَ كُلُّ كَلِمَةٍ عَلَى فَمِ شَاهِدَيْنِ أَوْ ثَلاَثَةٍ.
ἐὰν ; δὲ μὴ ἀκούσῃ, παράλαβε μετὰ ; σοῦ ἔτι ἕνα ἢ δύο ἵνα σταθῇ πᾶν ῥῆμα. ἐπὶ στόματος δύο ; μαρτύρων ἢ τριῶν
متى 18: 25
Mat.18.25
وَإِذْ لَمْ يَكُنْ لَهُ مَا يُوفِي أَمَرَ سَيِّدُهُ أَنْ يُبَاعَ هُوَ وَامْرَأَتُهُ وَأَوْلاَدُهُ وَكُلُّ مَا لَهُ، وَيُوفَي الدَّيْنُ.
δὲ μὴ ἔχοντος αὐτοῦ ἀποδοῦναι ἐκέλευσεν ὁ ; κύριος ; αὐτοῦ πραθῆναι αὐτὸν καὶ ; τὴν ; γυναῖκα ; αὐτοῦ τὰ ; τέκνα ; καὶ καὶ ; πάντα ὅσα εἶχεν καὶ ; ἀποδοθῆναι.¶
متى 18: 35
Mat.18.35
فَهكَذَا أَبِي السَّمَاوِيُّ يَفْعَلُ بِكُمْ إِنْ لَمْ تَتْرُكُوا مِنْ قُلُوبِكُمْ كُلُّ وَاحِدٍ لأَخِيهِ زَّلاَتِهِ.
οὕτως ; καὶ ὁ ; πατήρ ; μου ὁ ; ἐπουράνιος ποιήσει ὑμῖν ἐὰν μὴ ἀφῆτε ἀπὸ τῶν ; καρδιῶν ; ὑμῶν ἕκαστος τῷ ; ἀδελφῷ ; αὐτοῦ παραπτώματα ; αὐτῶν.¶
متى 19: 6
Mat.19.6
إِذًا لَيْسَا بَعْدُ اثْنَيْنِ بَلْ جَسَدٌ وَاحِدٌ. فَالَّذِي جَمَعَهُ اللهُ لاَ يُفَرِّقُهُ إِنْسَانٌ.
ὥστε οὐκέτι εἰσὶν ; δύο ἀλλὰ σὰρξ μία. ὃ ; οὖν συνέζευξεν, ὁ ; θεὸς μὴ χωριζέτω.¶ ἄνθρωπος
متى 19: 9
Mat.19.9
وَأَقُولُ لَكُمْ: إِنَّ مَنْ طَلَّقَ امْرَأَتَهُ إِلاَّ بِسَبَب الزِّنَا وَتَزَوَّجَ بِأُخْرَى يَزْنِي، وَالَّذِي يَتَزَوَّجُ بِمُطَلَّقَةٍ يَزْنِي.
Λέγω ; δὲ ὑμῖν· ὅτι ὃς ; ἂν ἀπολύσῃ τὴν ; γυναῖκα ; αὐτοῦ εἰ ; μὴ ἐπὶ πορνείᾳ καὶ ; γαμήσῃ ἄλλην, μοιχᾶται. καὶ ; γαμήσας ὁ ; ἀπολελυμένην μοιχᾶται.¶
متى 19: 14
Mat.19.14
أَمَّا يَسُوعُ فَقَالَ: دَعُوا الأَوْلاَدَ يَأْتُونَ إِلَيَّ وَلاَ تَمْنَعُوهُمْ لأَنَّ لِمِثْلِ هؤُلاَءِ مَلَكُوتَ السَّمَاوَاتِ.
δὲ ὁ ; Ἰησοῦς εἶπεν· ἄφετε τὰ ; παιδία ἐλθεῖν πρός ; με· καὶ ; μὴ κωλύετε ; αὐτὰ γὰρ τοιούτων ἐστὶν ; ἡ ; βασιλεία τῶν ; οὐρανῶν.
متى 19: 17
Mat.19.17
فَقَالَ لَهُ: لِمَاذَا تَدْعُوني صَالِحًا. لَيْسَ أَحَدٌ صَالِحًا إِلاَّ وَاحِدٌ وَهُوَ اللهُ. وَلكِنْ إِنْ أَرَدْتَ أَنْ تَدْخُلَ الْحَيَاةَ فَاحْفَظِ الْوَصَايَا.
ὁ ; δὲ ; εἶπεν αὐτῷ· τί με ; λέγεις ἀγαθόν Οὐδεὶς ἀγαθός εἰ ; μὴ εἷς ὁ ; θεός. δὲ εἰ θέλεις εἰσελθεῖν, εἰς ; τὴν ; ζωὴν τήρησον ἐντολάς.¶ ; τὰς
متى 21: 19
Mat.21.19
فَنَظَرَ شَجَرَةَ تِينٍ عَلَى الطَّرِيقِ، وَجَاءَ إِلَيْهَا فَلَمْ يَجِدْ فِيهَا شَيْئًا إِلاَّ وَرَقًا فَقَطْ. فَقَالَ لَهَا: لاَ يَكُنْ مِنْكِ ثَمَرٌ إِلَى الأَبَدِ.. فَيَبِسَتِ التِّينَةُ فِي الْحَالِ.
ἰδὼν ; καὶ συκῆν ; μίαν ἐπὶ τῆς ; ὁδοῦ ἦλθεν ἐπ᾽ ; αὐτὴν καὶ ; οὐδὲν ; εὗρεν ; ἐν ; αὐτῇ εἰ ; μὴ φύλλα μόνον καὶ ; λέγει αὐτῇ· μηκέτι γένηται ἐκ ; σοῦ καρπὸς εἰς τὸν ; αἰῶνα. ἐξηράνθη ἡ ; συκῆ. παραχρῆμα
متى 21: 21
Mat.21.21
فَأَجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ لَهُمْ: اَلْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: إِنْ كَانَ لَكُمْ إِيمَانٌ وَلاَ تَشُكُّونَ، فَلاَ تَفْعَلُونَ أَمْرَ التِّينَةِ فَقَطْ، بَلْ إِنْ قُلْتُمْ لِهذَا الْجَبَلِ: انْتَقِلْ وَانْطَرِحْ فِي الْبَحْرِ فَيَكُونُ.
Ἀποκριθεὶς ; δὲ ὁ ; Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν· ἐὰν ἔχητε πίστιν καὶ ; μὴ διακριθῆτε, οὐ ποιήσετε, τὸ ; τῆς συκῆς μόνον ἀλλὰ κἂν εἴπητε· τῷ ; τούτῳ ὄρει ἄρθητι καὶ ; βλήθητι εἰς τὴν ; θάλασσαν, γενήσεται·
متى 22: 12
Mat.22.12
فَقَالَ لَهُ: يَا صَاحِبُ، كَيْفَ دَخَلْتَ إِلَى هُنَا وَلَيْسَ عَلَيْكَ لِبَاسُ الْعُرْسِ. فَسَكَتَ.
καὶ ; λέγει αὐτῷ· ἑταῖρε, πῶς εἰσῆλθες ὧδε μὴ ἔχων ἔνδυμα γάμου; ὁ ; δὲ ; ἐφιμώθη.
متى 22: 24
Mat.22.24
قَائِلِينَ: يَا مُعَلِّمُ، قَالَ مُوسَى: إِنْ مَاتَ أَحَدٌ وَلَيْسَ لَهُ أَوْلاَدٌ، يَتَزَوَّجْ أَخُوهُ بِامْرَأَتِهِ وَيُقِمْ نَسْلاً لأَخِيهِ.
λέγοντες· διδάσκαλε, εἶπεν· Μωϋσῆς ἐάν ἀποθάνῃ τις μὴ ἔχων τέκνα, ἐπιγαμβρεύσει ὁ ; ἀδελφὸς ; αὐτοῦ τὴν ; γυναῖκα ; αὐτοῦ καὶ ; ἀναστήσει σπέρμα τῷ ; ἀδελφῷ ; αὐτοῦ.
متى 22: 25
Mat.22.25
فَكَانَ عِنْدَنَا سَبْعَةُ إِخْوَةٍ، وَتَزَوَّجَ الأَوَّلُ وَمَاتَ. وَإِذْ لَمْ يَكُنْ لَهُ نَسْلٌ تَرَكَ امْرَأَتَهُ لأَخِيهِ.
ἦσαν ; δὲ παρ᾽ ; ἡμῖν ἑπτὰ ἀδελφοί. καὶ ; γήμας ὁ ; πρῶτος ἐτελεύτησεν, καὶ μὴ ἔχων σπέρμα ἀφῆκεν τὴν ; γυναῖκα ; αὐτοῦ τῷ ; ἀδελφῷ ; αὐτοῦ·