ك
إصحاح
G31
G32. ángelos
G33
المعنى المختصر للكلمة
ángelos: compare ) (to bring tidings)
اللفظ الأصلي ἄγγελος
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق ángelos (ang-el-os)
تكرار الورود في الكتاب 164 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
1 compare ) (to bring tidings)
2 a messenger
3 especially an "angel"
4 by implication, a pastor
الإنجليزية — KJV Translation Tags
angel messenger

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ὁ ; ἄγγελος (24×) ἄγγελος (24×) ἀγγέλων (12×) ἄγγελον (10×) ἄγγελοι (9×) ἀγγέλους (9×) τοῦ ; ἀγγέλου (7×) τῶν ; ἀγγέλων (6×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (164 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَلَمَّا مَضَتْ عَنْهُمُ الْمَلاَئِكَةُ إِلَى السَّمَاءِ، قَالَ الرجال الرُّعَاةُ بَعْضُهُمْ لِبَعْضٍ: لِنَذْهَبِ الآنَ إِلَى بَيْتِ لَحْمٍ وَنَنْظُرْ هذَا الأَمْرَ الْوَاقِعَ الَّذِي أَعْلَمَنَا بِهِ الرَّبُّ.
Καὶ ; ἐγένετο ὡς ; ἀπῆλθον ἀπ᾽ ; αὐτῶν οἱ ; ἄγγελοι, εἰς τὸν ; οὐρανὸν καὶ ; εἶπον οἱ ; ἄνθρωποι οἱ ; ποιμένες ἀλλήλους· ; πρὸς διέλθωμεν δὴ ἕως Βηθλέεμ καὶ ; ἴδωμεν τοῦτο τὸ ; ῥῆμα τὸ ; γεγονὸς ὃ ἐγνώρισεν ; ἡμῖν. ὁ ; κύριος
وَلَمَّا تَمَّتْ ثَمَانِيَةُ أَيَّامٍ لِيَخْتِنُوا الصَّبِيَّ سُمِّيَ يَسُوعَ، كَمَا تَسَمَّى مِنَ الْمَلاَكِ قَبْلَ أَنْ حُبِلَ بِهِ فِي الْبَطْنِ.
Καὶ ; ὅτε ἐπλήσθησαν ὀκτὼ ἡμέραι τοῦ ; περιτεμεῖν τὸ ; παιδίον, καὶ ; ἐκλήθη ; τὸ ; ὄνομα ; αὐτοῦ Ἰησοῦς, τὸ κληθὲν ὑπὸ τοῦ ; ἀγγέλου πρὸ τοῦ ; συλλημφθῆναι αὐτὸν ἐν τῇ ; κοιλίᾳ.
فَلَمَّا مَضَى رَسُولاَ يُوحَنَّا، ابْتَدَأَ يَقُولُ لِلْجُمُوعِ عَنْ يُوحَنَّا: مَاذَا خَرَجْتُمْ إِلَى الْبَرِّيَّةِ لِتَنْظُرُوا. أَقَصَبَةً تُحَرِّكُهَا الرِّيحُ.
δὲ Ἀπελθόντων τῶν ; ἀγγέλων Ἰωάννου ἤρξατο λέγειν πρὸς ; τοὺς ; ὄχλους περὶ Ἰωάννου· τί ἐξεληλύθατε εἰς τὴν ; ἔρημον θεάσασθαι; κάλαμον σαλευόμενον; ὑπὸ ; ἀνέμου
لأَنَّ مَنِ اسْتَحَى بِي وَبِكَلاَمِي، فَبِهذَا يَسْتَحِي ابْنُ الإِنْسَانِ مَتَى جَاءَ بِمَجْدِهِ وَمَجْدِ الآبِ وَالْمَلاَئِكَةِ الْقِدِّيسِينَ.
γὰρ ὃς ; ἂν ἐπαισχυνθῇ με καὶ ; τοὺς ; ἐμοὺς ; λόγους, τοῦτον ἐπαισχυνθήσεται ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου ὅταν ἔλθῃ τῇ ; δόξῃ ; αὐτοῦ καὶ ; τοῦ ; πατρὸς καὶ ; τῶν ; ἀγγέλων. ἁγίων
وَأَرْسَلَ أَمَامَ وَجْهِهِ رُسُلاً، فَذَهَبُوا وَدَخَلُوا قَرْيَةً لِلسَّامِرِيِّينَ حَتَّى يُعِدُّوا لَهُ.
καὶ ; ἀπέστειλεν πρὸ προσώπου ; αὐτοῦ. ἀγγέλους καὶ ; πορευθέντες εἰσῆλθον εἰς ; κώμην Σαμαριτῶν ὥστε ἑτοιμάσαι αὐτῷ.
وَأَقُولُ لَكُمْ: كُلُّ مَنِ اعْتَرَفَ بِي قُدَّامَ النَّاسِ، يَعْتَرِفُ بِهِ ابْنُ الإِنْسَانِ قُدَّامَ مَلاَئِكَةِ اللهِ.
Λέγω ; δὲ ὑμῖν· πᾶς ὃς ; ἂν ὁμολογήσῃ ἐν ; ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ; ἀνθρώπων, καὶ ; ὁμολογήσει ἐν ; αὐτῷ ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου ἔμπροσθεν τῶν ; ἀγγέλων τοῦ ; θεοῦ·
وَمَنْ أَنْكَرَنِي قُدَّامَ النَّاسِ، يُنْكَرُ قُدَّامَ مَلاَئِكَةِ اللهِ.
ὁ ; δὲ ἀρνησάμενός ; με ἐνώπιον τῶν ; ἀνθρώπων ἀπαρνηθήσεται ἐνώπιον τῶν ; ἀγγέλων τοῦ ; θεοῦ.
هكَذَا، أَقُولُ لَكُمْ: يَكُونُ فَرَحٌ قُدَّامَ مَلاَئِكَةِ اللهِ بِخَاطِئٍ وَاحِدٍ يَتُوبُ.
Οὕτως, λέγω ὑμῖν, γίνεται χαρὰ ἐνώπιον τῶν ; ἀγγέλων τοῦ ; θεοῦ ἐπὶ ; ἁμαρτωλῷ ἑνὶ μετανοοῦντι.¶
فَمَاتَ الْمِسْكِينُ وَحَمَلَتْهُ الْمَلاَئِكَةُ إِلَى حِضْنِ إِبْرَاهِيمَ. وَمَاتَ الْغَنِيُّ أَيْضًا وَدُفِنَ،
Ἐγένετο ; δὲ ; ἀποθανεῖν τὸν ; πτωχὸν καὶ ; ἀπενεχθῆναι ; αὐτὸν ὑπὸ ; τῶν ; ἀγγέλων εἰς τὸν ; κόλπον τοῦ ; Ἀβραάμ· ἀπέθανεν ; δὲ ὁ ; πλούσιος καὶ καὶ ; ἐτάφη.
وَظَهَرَ لَهُ مَلاَكٌ مِنَ السَّمَاءِ يُقَوِّيهِ.
[[ὤφθη ; δὲ αὐτῷ ἄγγελος ἀπ᾽ τοῦ ; οὐρανοῦ ἐνισχύων ; αὐτόν.
وَلَمَّا لَمْ يَجِدْنَ جَسَدَهُ أَتَيْنَ قَائِلاَتٍ: إِنَّهُنَّ رَأَيْنَ مَنْظَرَ مَلاَئِكَةٍ قَالُوا إِنَّهُ حَيٌّ.
καὶ μὴ εὑροῦσαι τὸ ; σῶμα ; αὐτοῦ ἦλθον λέγουσαι ἑωρακέναι ὀπτασίαν ἀγγέλων οἳ ; λέγουσιν αὐτὸν ζῆν.
وَقَالَ لَهُ: الْحَقَّ الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: مِنَ الآنَ تَرَوْنَ السَّمَاءَ مَفْتُوحَةً، وَمَلاَئِكَةَ اللهِ يَصْعَدُونَ وَيَنْزِلُونَ عَلَى ابْنِ الإِنْسَانِ.
καὶ ; λέγει αὐτῷ· ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν ἀπ᾽ ἄρτι, ὄψεσθε τὸν ; οὐρανὸν ἀνεῳγότα καὶ ; τοὺς ; ἀγγέλους τοῦ ; θεοῦ ἀναβαίνοντας καὶ ; καταβαίνοντας ἐπὶ τὸν ; υἱὸν τοῦ ; ἀνθρώπου.¶
لأَنَّ مَلاَكًا كَانَ يَنْزِلُ أَحْيَانًا فِي الْبِرْكَةِ وَيُحَرِّكُ الْمَاءَ. فَمَنْ نَزَلَ أَوَّلاً بَعْدَ تَحْرِيكِ الْمَاءِ كَانَ يَبْرَأُ مِنْ أَيِّ مَرَضٍ اعْتَرَاهُ.
γὰρ ἄγγελος κατέβαινεν κατὰ ; καιρὸν ἐν τῇ ; κολυμβήθρᾳ, καὶ ; ἐτάρασσε τὸ ; ὕδωρ· ὁ ; οὖν ἐμβὰς πρῶτος μετὰ τὴν ; ταραχὴν τοῦ ; ὕδατος, ἐγίνετο, ὑγιὴς ᾧ δήποτε νοσήματι.¶ κατειχετο
فَالْجَمْعُ الَّذِي كَانَ وَاقِفًا وَسَمِعَ، قَالَ: قَدْ حَدَثَ رَعْدٌ.. وَآخَرُونَ قَالُوا: قَدْ كَلَّمَهُ مَلاَكٌ..
ὁ ; οὖν ; ὄχλος ὁ ἑστὼς καὶ ; ἀκούσας ἔλεγεν γεγονέναι. βροντὴν ἄλλοι ἔλεγον· αὐτῷ ; λελάληκεν.¶ ἄγγελος
فَنَظَرَتْ مَلاَكَيْنِ بِثِيَابٍ بِيضٍ جَالِسَيْنِ وَاحِدًا عِنْدَ الرَّأْسِ وَالآخَرَ عِنْدَ الرِّجْلَيْنِ، حَيْثُ كَانَ جَسَدُ يَسُوعَ مَوْضُوعًا.
καὶ ; θεωρεῖ δύο ; ἀγγέλους ἐν ; λευκοῖς καθεζομένους ἕνα πρὸς τῇ ; κεφαλῇ καὶ ; ἕνα πρὸς τοῖς ; ποσίν, ὅπου τὸ ; σῶμα τοῦ ; Ἰησοῦ. ἔκειτο
وَلكِنَّ مَلاَكَ الرَّبِّ فِي اللَّيْلِ فَتَحَ أَبْوَابَ السِّجْنِ وَأَخْرَجَهُمْ وَقَالَ:
δὲ Ἄγγελος κυρίου διὰ τῆς ; νυκτὸς ἤνοιξε τὰς ; θύρας τῆς ; φυλακῆς, ἐξαγαγών ; τε ; αὐτοὺς εἶπεν·
فَشَخَصَ إِلَيْهِ جَمِيعُ الْجَالِسِينَ فِي الْمَجْمَعِ، وَرَأَوْا وَجْهَهُ كَأَنَّهُ وَجْهُ مَلاَكٍ.
καὶ ; ἀτενίσαντες εἰς ; αὐτὸν ἅπαντες οἱ ; καθεζόμενοι ἐν τῷ ; συνεδρίῳ, εἶδον τὸ ; πρόσωπον ; αὐτοῦ ὡσεὶ πρόσωπον ἀγγέλου.¶
وَلَمَّا كَمِلَتْ أَرْبَعُونَ سَنَةً، ظَهَرَ لَهُ مَلاَكُ الرَّبِّ فِي بَرِّيَّةِ جَبَلِ سِينَاءَ فِي لَهِيبِ نَارِ عُلَّيْقَةٍ.
καὶ ; πληρωθέντων τεσσεράκοντα ἐτῶν ὤφθη αὐτῷ ἄγγελος κυρίου ἐν τῇ ; ἐρήμῳ τοῦ ; ὄρους Σινᾶ ἐν φλογὶ πυρὸς βάτου.
هذَا مُوسَى الَّذِي أَنْكَرُوهُ قَائِلِينَ: مَنْ أَقَامَكَ رَئِيسًا وَقَاضِيًا. هذَا أَرْسَلَهُ اللهُ رَئِيسًا وَفَادِيًا بِيَدِ الْمَلاَكِ الَّذِي ظَهَرَ لَهُ فِي الْعُلَّيْقَةِ.
Τοῦτον τὸν ; Μωϋσῆν ὃν ἠρνήσαντο εἰπόντες· τίς σε ; κατέστησεν ἄρχοντα καὶ ; δικαστήν; τοῦτον ἀπέστειλεν ὁ ; θεὸς ἄρχοντα καὶ ; λυτρωτὴν ἐν; χειρὶ ἀγγέλου τοῦ ὀφθέντος αὐτῷ ἐν τῇ ; βάτῳ.
هذَا هُوَ الَّذِي كَانَ فِي الْكَنِيسَةِ فِي الْبَرِّيَّةِ، مَعَ الْمَلاَكِ الَّذِي كَانَ يُكَلِّمُهُ فِي جَبَلِ سِينَاءَ، وَمَعَ آبَائِنَا. الَّذِي قَبِلَ أَقْوَالاً حَيَّةً لِيُعْطِيَنَا إِيَّاهَا.
οὗτός ἐστιν ὁ γενόμενος ἐν τῇ ; ἐκκλησίᾳ ἐν τῇ ; ἐρήμῳ μετὰ τοῦ ; ἀγγέλου τοῦ λαλοῦντος ; αὐτῷ ἐν τῷ ; ὄρει Σινᾶ καὶ τῶν ; πατέρων ; ἡμῶν ὃς ἐδέξατο λόγια ζῶντα δοῦναι ; ἡμῖν·
الَّذِينَ أَخَذْتُمُ النَّامُوسَ بِتَرْتِيبِ مَلاَئِكَةٍ وَلَمْ تَحْفَظُوهُ.
οἵτινες ἐλάβετε τὸν ; νόμον διαταγὰς ; εἰς ἀγγέλων καὶ ; οὐκ ἐφυλάξατε.¶
ثُمَّ إِنَّ مَلاَكَ الرَّبِّ كَلَّمَ فِيلُبُّسَ قِائِلاً: قُمْ وَاذْهَبْ نَحْوَ الْجَنُوبِ، عَلَى الطَّرِيقِ الْمُنْحَدِرَةِ مِنْ أُورُشَلِيمَ إِلَى غَزَّةَ الَّتِي هِيَ بَرِّيَّةٌ.
δὲ Ἄγγελος κυρίου ἐλάλησεν πρὸς ; Φίλιππον λέγων· ἀνάστηθι καὶ ; πορεύου κατὰ μεσημβρίαν ἐπὶ τὴν ; ὁδὸν τὴν ; καταβαίνουσαν ἀπὸ Ἰερουσαλὴμ εἰς Γάζαν· αὕτη ἐστὶν ἔρημος.
فَرَأَى ظَاهِرًا فِي رُؤْيَا نَحْوَ السَّاعَةِ التَّاسِعَةِ مِنَ النَّهَارِ، مَلاَكًا مِنَ اللهِ دَاخِلاً إِلَيْهِ وَقَائِلاً لَهُ: يَا كَرْنِيلِيُوسُ..
εἶδεν φανερῶς ἐν ὁράματι ὡσεὶ ; περὶ ὥραν ἐνάτην τῆς ἡμέρας ἄγγελον τοῦ ; θεοῦ εἰσελθόντα πρὸς ; αὐτὸν καὶ ; εἰπόντα αὐτῷ· Κορνήλιε.
فَلَمَّا انْطَلَقَ الْمَلاَكُ الَّذِي كَانَ يُكَلِّمُ كَرْنِيلِيُوسَ، نَادَى اثْنَيْنِ مِنْ خُدَّامِهِ، وَعَسْكَرِيًّا تَقِيًّا مِنَ الَّذِينَ كَانُوا يُلاَزِمُونَهُ،
Ὡς ; δὲ ἀπῆλθεν ὁ ; ἄγγελος ὁ λαλῶν τῷ ; Κορνηλίῳ φωνήσας δύο τῶν ; οἰκετῶν ; αὐτοῦ καὶ ; στρατιώτην εὐσεβῆ τῶν προσκαρτερούντων ; αὐτῷ,
فَقَالُوا: إِنَّ كَرْنِيلِيُوسَ قَائِدَ مِئَةٍ، رَجُلاً بَارًّا وَخَائِفَ اللهِ وَمَشْهُودًا لَهُ مِنْ كُلِّ أُمَّةِ الْيَهُودِ، أُوحِيَ إِلَيْهِ بِمَلاَكٍ مُقَدَّسٍ أَنْ يَسْتَدْعِيَكَ إِلَى بَيْتِهِ وَيَسْمَعَ مِنْكَ كَلاَمًا.
οἱ ; δὲ ; εἶπαν· Κορνήλιος ἑκατοντάρχης, ἀνὴρ δίκαιος καὶ ; φοβούμενος τὸν ; θεὸν μαρτυρούμενός ὑπὸ ὅλου τοῦ ; ἔθνους τῶν ; Ἰουδαίων, ἐχρηματίσθη ὑπὸ ; ἀγγέλου ἁγίου μεταπέμψασθαί ; σε εἰς τὸν ; οἶκον ; αὐτοῦ καὶ ; ἀκοῦσαι παρὰ ; σοῦ. ῥήματα
فَأَخْبَرَنَا كَيْفَ رَأَى الْمَلاَكَ فِي بَيْتِهِ قَائِمًا وَقَائِلاً لَهُ: أَرْسِلْ إِلَى يَافَا رِجَالاً، وَاسْتَدْعِ سِمْعَانَ الْمُلَقَّبَ بُطْرُسَ،
ἀπήγγειλεν ; τε; ἡμῖν πῶς εἶδεν τὸν ; ἄγγελον ἐν τῷ ; οἴκῳ ; αὐτοῦ σταθέντα καὶ ; εἰπόντα αὐτῷ· ἀπόστειλον εἰς Ἰόππην ἄνδρας καὶ ; μετάπεμψαι Σίμωνα τὸν ; ἐπικαλούμενον Πέτρον,
وَإِذَا مَلاَكُ الرَّبِّ أَقْبَلَ، وَنُورٌ أَضَاءَ فِي الْبَيْتِ، فَضَرَبَ جَنْبَ بُطْرُسَ وَأَيْقَظَهُ قَائِلاً: قُمْ عَاجِلاً.. فَسَقَطَتِ السِّلْسِلَتَانِ مِنْ يَدَيْهِ.
καὶ ; ἰδοὺ ἄγγελος κυρίου ἐπέστη καὶ ; φῶς ἔλαμψεν ἐν τῷ ; οἰκήματι· πατάξας ; δὲ τὴν ; πλευρὰν τοῦ ; Πέτρου ἤγειρεν ; αὐτὸν λέγων· ἀνάστα ἐν ; τάχει. καὶ ; ἐξέπεσαν ; αὐτοῦ αἱ ; ἁλύσεις ἐκ τῶν ; χειρῶν.
وَقَالَ لَهُ الْمَلاَكُ: تَمَنْطَقْ وَالْبَسْ نَعْلَيْكَ. فَفَعَلَ هكَذَا. فَقَالَ لَهُ: الْبَسْ رِدَاءَكَ وَاتْبَعْنِي.
εἶπεν ; τε πρὸς ; αὐτόν· ὁ ; ἄγγελος Περίζωσαι καὶ ; ὑπόδησαι τὰ ; σανδάλιά ; σου. ἐποίησεν οὕτως. καὶ ; λέγει αὐτῷ· περιβαλοῦ τὸ ; ἱμάτιόν ; σου καὶ ; ἀκολούθει ; μοι.
فَخَرَجَ يَتْبَعُهُ. وَكَانَ لاَ يَعْلَمُ أَنَّ الَّذِي جَرَى بِوَاسِطَةِ الْمَلاَكِ هُوَ حَقِيقِيٌّ، بَلْ يَظُنُّ أَنَّهُ يَنْظُرُ رُؤْيَا.
καὶ ; ἐξελθὼν ἠκολούθει ; αὐτῷ· καὶ ; οὐκ ᾔδει ὅτι τὸ γινόμενον διὰ τοῦ ; ἀγγέλου, ἐστιν ἀληθές δὲ ἐδόκει βλέπειν. ὅραμα
فَجَازَا الْمَحْرَسَ الأَوَّلَ وَالثَّانِيَ، وَأَتَيَا إِلَى بَابِ الْحَدِيدِ الَّذِي يُؤَدِّي إِلَى الْمَدِينَةِ، فَانْفَتَحَ لَهُمَا مِنْ ذَاتِهِ، فَخَرَجَا وَتَقَدَّمَا زُقَاقًا وَاحِدًا، وَلِلْوَقْتِ فَارَقَهُ الْمَلاَكُ.
διελθόντες ; δὲ φυλακὴν πρώτην καὶ ; δευτέραν ἦλθαν ἐπὶ τὴν ; πύλην τὴν ; σιδηρᾶν τὴν φέρουσαν εἰς τὴν ; πόλιν, ἠνοίχθη αὐτοῖς, αὐτομάτη καὶ ; ἐξελθόντες προῆλθον ῥύμην μίαν καὶ ; εὐθέως ἀπέστη ; ἀπ᾽ ; αὐτοῦ. ὁ ; ἄγγελος