ك
إصحاح
G31
G32. ángelos
G33
المعنى المختصر للكلمة
ángelos: compare ) (to bring tidings)
اللفظ الأصلي ἄγγελος
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق ángelos (ang-el-os)
تكرار الورود في الكتاب 164 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
1 compare ) (to bring tidings)
2 a messenger
3 especially an "angel"
4 by implication, a pastor
الإنجليزية — KJV Translation Tags
angel messenger

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ὁ ; ἄγγελος (24×) ἄγγελος (24×) ἀγγέλων (12×) ἄγγελον (10×) ἄγγελοι (9×) ἀγγέλους (9×) τοῦ ; ἀγγέλου (7×) τῶν ; ἀγγέλων (6×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (164 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
ثُمَّ نَظَرْتُ وَسَمِعْتُ مَلاَكًا طَائِرًا فِي وَسَطِ السَّمَاءِ قَائِلاً بِصَوْتٍ عَظِيمٍ: وَيْلٌ. وَيْلٌ. وَيْلٌ لِلسَّاكِنِينَ عَلَى الأَرْضِ مِنْ أَجْلِ بَقِيَّةِ أَصْوَاتِ أَبْوَاقِ الثَّلاَثَةِ الْمَلاَئِكَةِ الْمُزْمِعِينَ أَنْ يُبَوِّقُوا..
Καὶ εἶδον καὶ ; ἤκουσα ἑνὸς ; ἀγγέλου πετομένου ἐν μεσουρανήματι λέγοντος φωνῇ μεγάλῃ· οὐαὶ οὐαὶ οὐαὶ τοῖς; κατοικοῦσιν ἐπὶ τῆς ; γῆς ἐκ τῶν ; λοιπῶν φωνῶν τῆς ; σάλπιγγος τῶν ; τριῶν ἀγγέλων τῶν ; μελλόντων σαλπίζειν.¶
ثُمَّ بَوَّقَ الْمَلاَكُ الْخَامِسُ، فَرَأَيْتُ كَوْكَبًا قَدْ سَقَطَ مِنَ السَّمَاءِ إِلَى الأَرْضِ، وَأُعْطِيَ مِفْتَاحَ بِئْرِ الْهَاوِيَةِ.
Καὶ ἐσάλπισεν, ὁ ; ἄγγελος πέμπτος καὶ ; εἶδον ἀστέρα πεπτωκότα ἐκ τοῦ ; οὐρανοῦ εἰς τὴν ; γῆν, καὶ ; ἐδόθη ; αὐτῷ ἡ ; κλεὶς τοῦ ; φρέατος τῆς ; ἀβύσσου,
وَلَهَا مَلاَكُ الْهَاوِيَةِ مَلِكًا عَلَيْهَا، اسْمُهُ بِالْعِبْرَانِيَّةِ أَبَدُّونَ، وَلَهُ بِالْيُونَانِيَّةِ اسْمُ أَبُولِّيُّونَ.
καὶ ; ἔχουσιν τὸν ; ἄγγελον τῆς ; ἀβύσσου· βασιλέα ἐπ᾽ ; αὐτῶν ὄνομα ; αὐτῷ Ἑβραϊστὶ Ἀβαδδών, καὶ ; ἔχει ἐν ; τῇ ; Ἑλληνικῇ ὄνομα Ἀπολλύων.
ثُمَّ بَوَّقَ الْمَلاَكُ السَّادِسُ، فَسَمِعْتُ صَوْتًا وَاحِدًا مِنْ أَرْبَعَةِ قُرُونِ مَذْبَحِ الذَّهَبِ الَّذِي أَمَامَ اللهِ،
Καὶ ἐσάλπισεν, ὁ ; ἄγγελος ἕκτος καὶ ; ἤκουσα φωνὴν μίαν ἐκ τῶν ; τεσσάρων κεράτων τοῦ ; θυσιαστηρίου τοῦ ; χρυσοῦ τοῦ ; ἐνώπιον τοῦ ; θεοῦ
قَائِلاً لِلْمَلاَكِ السَّادِسِ الَّذِي مَعَهُ الْبُوقُ: فُكَّ الأَرْبَعَةَ الْمَلاَئِكَةَ الْمُقَيَّدِينَ عِنْدَ النَّهْرِ الْعَظِيمِ الْفُرَاتِ.
λέγουσαν τῷ ; ἀγγέλῳ ἕκτῳ τὴν ; εἴχε τὴν ; σάλπιγγα· λῦσον τοὺς ; τέσσαρας ἀγγέλους τοὺς ; δεδεμένους ἐπὶ τῷ ; ποταμῷ τῷ ; μεγάλῳ Εὐφράτῃ.
قَائِلاً لِلْمَلاَكِ السَّادِسِ الَّذِي مَعَهُ الْبُوقُ: فُكَّ الأَرْبَعَةَ الْمَلاَئِكَةَ الْمُقَيَّدِينَ عِنْدَ النَّهْرِ الْعَظِيمِ الْفُرَاتِ.
λέγουσαν τῷ ; ἀγγέλῳ ἕκτῳ τὴν ; εἴχε τὴν ; σάλπιγγα· λῦσον τοὺς ; τέσσαρας ἀγγέλους τοὺς ; δεδεμένους ἐπὶ τῷ ; ποταμῷ τῷ ; μεγάλῳ Εὐφράτῃ.
فَانْفَكَّ الأَرْبَعَةُ الْمَلاَئِكَةُ الْمُعَدُّونَ لِلسَّاعَةِ وَالْيَوْمِ وَالشَّهْرِ وَالسَّنَةِ، لِكَيْ يَقْتُلُوا ثُلْثَ النَّاسِ.
καὶ ; ἐλύθησαν οἱ ; τέσσαρες ἄγγελοι οἱ ; ἡτοιμασμένοι εἰς ; τὴν ; ὥραν καὶ ; ἡμέραν καὶ ; μῆνα καὶ ; ἐνιαυτὸν ἵνα ἀποκτείνωσιν τὸ ; τρίτον τῶν ; ἀνθρώπων.
ثُمَّ رَأَيْتُ مَلاَكًا آخَرَ قَوِيًّا نَازِلاً مِنَ السَّمَاءِ، مُتَسَرْبِلاً بِسَحَابَةٍ، وَعَلَى رَأْسِهِ قَوْسُ قُزَحَ، وَوَجْهُهُ كَالشَّمْسِ، وَرِجْلاَهُ كَعَمُودَيْ نَارٍ،
Καὶ εἶδον ἄγγελον ἄλλον ἰσχυρὸν καταβαίνοντα ἐκ τοῦ ; οὐρανοῦ περιβεβλημένον νεφέλην, καὶ ; ἐπὶ τῆς ; κεφαλῆς ; αὐτοῦ, ἡ ; ἶρις καὶ ; τὸ ; πρόσωπον ; αὐτοῦ ὡς ; ὁ ; ἥλιος, καὶ ; οἱ ; πόδες ; αὐτοῦ ὡς ; στῦλοι πυρός,
وَالْمَلاَكُ الَّذِي رَأَيْتُهُ وَاقِفًا عَلَى الْبَحْرِ وَعَلَى الأَرْضِ، رَفَعَ يَدَهُ إِلَى السَّمَاءِ،
καὶ ; ὁ ; ἄγγελος, ὃν εἶδον ἑστῶτα ἐπὶ τῆς ; θαλάσσης καὶ ; ἐπὶ τῆς ; γῆς, ἦρεν τὴν ; χεῖρα ; αὐτοῦ εἰς τὸν ; οὐρανὸν
بَلْ فِي أَيَّامِ صَوْتِ الْمَلاَكِ السَّابعِ مَتَى أَزْمَعَ أَنْ يُبَوِّقَ، يَتِمُّ أَيْضًا سِرُّ اللهِ، كَمَا بَشَّرَ عَبِيدَهُ الأَنْبِيَاءَ.
ἀλλ᾽ ἐν ταῖς ; ἡμέραις τῆς ; φωνῆς τοῦ ; ἀγγέλου, ἑβδόμου ὅταν μέλλῃ σαλπίζειν, τελεσθῇ καὶ τὸ ; μυστήριον τοῦ ; θεοῦ, ὡς εὐηγγέλισεν τοῖς; ἑαυτοῦ ; δούλοις τοῖς; προφήταις
وَالصَّوْتُ الَّذِي كُنْتُ قَدْ سَمِعْتُهُ مِنَ السَّمَاءِ كَلَّمَنِي أَيْضًا وَقَالَ: اذْهَبْ خُذِ السِّفْرَ الصَّغِيرَ الْمَفْتُوحَ فِي يَدِ الْمَلاَكِ الْوَاقِفِ عَلَى الْبَحْرِ وَعَلَى الأَرْضِ.
Καὶ ; ἡ ; φωνὴ ἣν ἤκουσα ἐκ τοῦ ; οὐρανοῦ λαλοῦσα; μετ᾽ ; ἐμοῦ πάλιν καὶ ; λέγουσα ὕπαγε λάβε τὸ ; βιβλαρίδιον τὸ ; ἠνεῳγμένον ἐν τῇ ; χειρὶ τοῦ ; ἀγγέλου τοῦ ; ἑστῶτος ἐπὶ τῆς ; θαλάσσης καὶ ; ἐπὶ τῆς ; γῆς.
فَذَهَبْتُ إِلَى الْمَلاَكِ قَائِلاً لَهُ: أَعْطِنِي السِّفْرَ الصَّغِيرَ. فَقَالَ لِي: خُذْهُ وَكُلْهُ، فَسَيَجْعَلُ جَوْفَكَ مُرًّا، وَلكِنَّهُ فِي فَمِكَ يَكُونُ حُلْوًا كَالْعَسَلِ.
καὶ ; ἀπῆλθα πρὸς τὸν ; ἄγγελον λέγων αὐτῷ Δός; μοι τὸ ; βιβλαρίδιον. καὶ ; λέγει μοι· λάβε καὶ ; κατάφαγε ; αὐτό. καὶ ; πικρανεῖ ; σου ; τὴν ; κοιλίαν, ἀλλ᾽ ἐν τῷ ; στόματί ; σου ἔσται γλυκὺ ὡς ; μέλι.¶
فَأَخَذْتُ السِّفْرَ الصَّغِيرَ مِنْ يَدِ الْمَلاَكِ وَأَكَلْتُهُ، فَكَانَ فِي فَمِي حُلْوًا كَالْعَسَلِ. وَبَعْدَ مَا أَكَلْتُهُ صَارَ جَوْفِي مُرًّا.
Καὶ ; ἔλαβον τὸ ; βιβλαρίδιον ἐκ τῆς ; χειρὸς τοῦ ; ἀγγέλου καὶ ; κατέφαγον ; αὐτό, καὶ ; ἦν ἐν τῷ ; στόματί ; μου ὡς ; γλυκύ· μέλι καὶ ; ὅτε ἔφαγον ; αὐτό, ἐπικράνθη ; ἡ ; κοιλία ; μου.
ثُمَّ بَوَّقَ الْمَلاَكُ السَّابِعُ، فَحَدَثَتْ أَصْوَاتٌ عَظِيمَةٌ فِي السَّمَاءِ قَائِلَةً: قَدْ صَارَتْ مَمَالِكُ الْعَالَمِ لِرَبِّنَا وَمَسِيحِهِ، فَسَيَمْلِكُ إِلَى أَبَدِ الآبِدِينَ.
Καὶ ἐσάλπισεν, ὁ ; ἄγγελος ἕβδομος καὶ ; ἐγένοντο φωναὶ μεγάλαι ἐν τῷ ; οὐρανῷ λέγουσαι ἐγένοντο αἱ; βασιλεῖαι τοῦ ; κόσμου τοῦ ; κυρίου ; ἡμῶν καὶ ; τοῦ ; χριστοῦ ; αὐτοῦ, καὶ ; βασιλεύσει εἰς τοὺς ; αἰῶνας τῶν ; αἰώνων.¶
ثُمَّ رَأَيْتُ مَلاَكًا آخَرَ طَائِرًا فِي وَسَطِ السَّمَاءِ مَعَهُ بِشَارَةٌ أَبَدِيَّةٌ، لِيُبَشِّرَ السَّاكِنِينَ عَلَى الأَرْضِ وَكُلَّ أُمَّةٍ وَقَبِيلَةٍ وَلِسَانٍ وَشَعْبٍ،
Καὶ εἶδον ἄγγελον ἄλλον πετόμενον ἐν μεσουρανήματι ἔχοντα εὐαγγέλιον αἰώνιον εὐαγγελίσαι τοὺς ; κατοικοῦντας ἐπὶ τῆς ; γῆς καὶ ; ἐπὶ ; πᾶν ἔθνος καὶ ; φυλὴν καὶ ; γλῶσσαν καὶ ; λαὸν
ثُمَّ تَبِعَهُ مَلاَكٌ آخَرُ قَائِلاً: سَقَطَتْ. سَقَطَتْ بَابِلُ الْمَدِينَةُ الْعَظِيمَةُ، لأَنَّهَا سَقَتْ جَمِيعَ الأُمَمِ مِنْ خَمْرِ غَضَبِ زِنَاهَا..
Καὶ ἠκολούθησεν ἄγγελος ἄλλος λέγων· ἔπεσεν ἔπεσεν Βαβυλὼν ἡ ; πόλις ἡ ; μεγάλη ὅτι πεπότικεν πάντα τὰ ; ἔθνη.¶ ἐκ ; τοῦ ; οἴνου τοῦ ; θυμοῦ τῆς ; πορνείας ; αὐτῆς
ثُمَّ تَبِعَهُمَا مَلاَكٌ ثَالِثٌ قَائِلاً بِصَوْتٍ عَظِيمٍ: إِنْ كَانَ أَحَدٌ يَسْجُدُ لِلْوَحْشِ وَلِصُورَتِهِ، وَيَقْبَلُ سِمَتَهُ عَلَى جَبْهَتِهِ أَوْ عَلَى يَدِهِ،
Καὶ ἠκολούθησεν ; αὐτοῖς ἄγγελος τρίτος λέγων ἐν ; φωνῇ μεγάλῃ· εἴ τις προσκυνεῖ τὸ ; θηρίον καὶ ; τὴν ; εἰκόνα ; αὐτοῦ καὶ ; λαμβάνει χάραγμα ἐπὶ τοῦ ; μετώπου ; αὐτοῦ ἢ ἐπὶ ; τὴν ; χεῖρα ; αὐτοῦ,
فَهُوَ أَيْضًا سَيَشْرَبُ مِنْ خَمْرِ غَضَبِ اللهِ، الْمَصْبُوبِ صِرْفًا فِي كَأْسِ غَضَبِهِ، وَيُعَذَّبُ بِنَارٍ وَكِبْرِيتٍ أَمَامَ الْمَلاَئِكَةِ الْقِدِّيسِينَ وَأَمَامَ الْخَرُوفِ.
αὐτὸς καὶ πίεται ἐκ τοῦ ; οἴνου τοῦ ; θυμοῦ τοῦ ; θεοῦ τοῦ ; κεκερασμένου ἀκράτου ἐν τῷ ; ποτηρίῳ τῆς ; ὀργῆς ; αὐτοῦ καὶ ; βασανισθήσεται ἐν ; πυρὶ καὶ ; θείῳ ἐνώπιον τῶν ; ἀγγέλων ἁγίων καὶ ; ἐνώπιον τοῦ ; ἀρνίου.
وَخَرَجَ مَلاَكٌ آخَرُ مِنَ الْهَيْكَلِ، يَصْرُخُ بِصَوْتٍ عَظِيمٍ إِلَى الْجَالِسِ عَلَى السَّحَابَةِ: أَرْسِلْ مِنْجَلَكَ وَاحْصُدْ، لأَنَّهُ قَدْ جَاءَتِ السَّاعَةُ لِلْحَصَادِ، إِذْ قَدْ يَبِسَ حَصِيدُ الأَرْضِ.
Καὶ ; ἐξῆλθεν ἄγγελος ἄλλος ἐκ τοῦ ; ναοῦ κράζων ἐν ; φωνῇ μεγάλῃ τῷ καθημένῳ ἐπὶ τῆς ; νεφέλης· πέμψον τὸ ; δρέπανόν ; σου καὶ ; θέρισον, ὅτι ἦλθεν ἡ ; ὥρα τοῦ ; θερίσαι, ὅτι ἐξηράνθη ὁ ; θερισμὸς τῆς ; γῆς.
ثُمَّ خَرَجَ مَلاَكٌ آخَرُ مِنَ الْهَيْكَلِ الَّذِي فِي السَّمَاءِ، مَعَهُ أَيْضًا مِنْجَلٌ حَادٌّ.
Καὶ ἐξῆλθεν ἄγγελος ἄλλος ἐκ τοῦ ; ναοῦ τοῦ ; ἐν τῷ ; οὐρανῷ ἔχων ; αὐτὸς καὶ δρέπανον ὀξύ.¶
وَخَرَجَ مَلاَكٌ آخَرُ مِنَ الْمَذْبَحِ لَهُ سُلْطَانٌ عَلَى النَّارِ، وَصَرَخَ صُرَاخًا عَظِيمًا إِلَى الَّذِي مَعَهُ الْمِنْجَلُ الْحَادُّ، قَائِلاً: أَرْسِلْ مِنْجَلَكَ الْحَادَّ وَاقْطِفْ عَنَاقِيدَ كَرْمِ الأَرْضِ، لأَنَّ عِنَبَهَا قَدْ نَضِجَ.
Καὶ ; ἐξῆλθεν ἄγγελος ἄλλος ἐκ τοῦ ; θυσιαστηρίου ὁ ; ἔχων ἐξουσίαν ἐπὶ τοῦ ; πυρὸς καὶ ; ἐφώνησεν κραυγῇ μεγάλῃ τῷ ἔχοντι τὸ ; δρέπανον τὸ ; ὀξὺ λέγων· πέμψον σου ; τὸ ; δρέπανον τὸ ; ὀξὺ καὶ ; τρύγησον τοὺς ; βότρυας τῆς ; ἀμπέλου τῆς ; γῆς, ὅτι αἱ ; σταφυλαὶ ; αὐτῆς. ἤκμασαν
فَأَلْقَى الْمَلاَكُ مِنْجَلَهُ إِلَى الأَرْضِ وَقَطَفَ كَرْمَ الأَرْضِ، فَأَلْقَاهُ إِلَى مَعْصَرَةِ غَضَبِ اللهِ الْعَظِيمَةِ.
καὶ ; ἔβαλεν ὁ ; ἄγγελος τὸ ; δρέπανον ; αὐτοῦ εἰς τὴν ; γῆν καὶ ; ἐτρύγησεν τὴν ; ἄμπελον τῆς ; γῆς καὶ ; ἔβαλεν εἰς τὴν ; ληνὸν τοῦ ; θυμοῦ τοῦ ; θεοῦ τὴν; μέγαλην
ثُمَّ رَأَيْتُ آيَةً أُخْرَى فِي السَّمَاءِ، عَظِيمَةً وَعَجِيبَةً: سَبْعَةَ مَلاَئِكَةٍ مَعَهُمُ السَّبْعُ الضَّرَبَاتُ الأَخِيرَةُ، لأَنْ بِهَا أُكْمِلَ غَضَبُ اللهِ.
Καὶ εἶδον σημεῖον ἄλλο ἐν τῷ ; οὐρανῷ μέγα καὶ ; θαυμαστόν, ἑπτὰ ἀγγέλους ἔχοντας ἑπτὰ πληγὰς τὰς ; ἐσχάτας, ὅτι ἐν ; αὐταῖς ἐτελέσθη ὁ ; θυμὸς τοῦ ; θεοῦ.¶
وَخَرَجَتِ السَّبْعَةُ الْمَلاَئِكَةُ وَمَعَهُمُ السَّبْعُ الضَّرَبَاتِ مِنَ الْهَيْكَلِ، وَهُمْ مُتَسَرْبِلُونَ بِكَتَّانٍ نَقِيٍّ وَبَهِيٍّ، وَمُتَمَنْطِقُونَ عِنْدَ صُدُورِهِمْ بِمَنَاطِقَ مِنْ ذَهَبٍ.
καὶ ; ἐξῆλθον οἱ ; ἑπτὰ ἄγγελοι οἱ ; ἔχοντες ἑπτὰ τὰς ; πληγὰς ἐκ τοῦ ; ναοῦ ἐνδεδυμένοι λίνον καθαρὸν καὶ ; λαμπρὸν καὶ ; περιεζωσμένοι περὶ τὰ ; στήθη ζώνας χρυσᾶς.
وَوَاحِدٌ مِنَ الأَرْبَعَةِ الْحَيَوَانَاتِ أَعْطَى السَّبْعَةَ الْمَلاَئِكَةِ سَبْعَةَ جَامَاتٍ مِنْ ذَهَبٍ، مَمْلُوَّةٍ مِنْ غَضَبِ اللهِ الْحَيِّ إِلَى أَبَدِ الآبِدِينَ.
καὶ ; ἓν ἐκ τῶν ; τεσσάρων ζῴων ἔδωκεν τοῖς ; ἑπτὰ ἀγγέλοις ἑπτὰ φιάλας χρυσᾶς γεμούσας τοῦ ; θυμοῦ τοῦ ; θεοῦ τοῦ ; ζῶντος εἰς τοὺς ; αἰῶνας τῶν ; αἰώνων.
وَامْتَلأَ الْهَيْكَلُ دُخَانًا مِنْ مَجْدِ اللهِ وَمِنْ قُدْرَتِهِ، وَلَمْ يَكُنْ أَحَدٌ يَقْدِرُ أَنْ يَدْخُلَ الْهَيْكَلَ حَتَّى كَمِلَتْ سَبْعُ ضَرَبَاتِ السَّبْعَةِ الْمَلاَئِكَةِ.
καὶ ; ἐγεμίσθη ὁ ; ναὸς καπνοῦ ἐκ τῆς ; δόξης τοῦ ; θεοῦ καὶ ; ἐκ τῆς ; δυνάμεως ; αὐτοῦ, καὶ ; οὐδεὶς ἐδύνατο εἰσελθεῖν τὸν ; ναὸν ἄχρι τελεσθῶσιν αἱ ; ἑπτὰ πληγαὶ τῶν ; ἑπτὰ ἀγγέλων.¶
وَسَمِعْتُ صَوْتًا عَظِيمًا مِنَ الْهَيْكَلِ قَائِلاً لِلسَّبْعَةِ الْمَلاَئِكَةِ: امْضُوا وَاسْكُبُوا جَامَاتِ غَضَبِ اللهِ عَلَى الأَرْضِ.
Καὶ ; ἤκουσα φωνῆς μεγάλης ἐκ τοῦ ; ναοῦ λεγούσης τοῖς ; ἑπτὰ ἀγγέλοις· ὑπάγετε καὶ ; ἐκχέατε τὰς ; φιάλας τοῦ ; θυμοῦ τοῦ ; θεοῦ εἰς τὴν ; γῆν.¶
ثُمَّ سَكَبَ الْمَلاَكُ الثَّانِي جَامَهُ عَلَى الْبَحْرِ، فَصَارَ دَمًا كَدَمِ مَيِّتٍ. وَكُلُّ نَفْسٍ حَيَّةٍ مَاتَتْ فِي الْبَحْرِ.
Καὶ ἐξέχεεν ὁ ; ἄγγελος δεύτερος τὴν ; φιάλην ; αὐτοῦ εἰς τὴν ; θάλασσαν, καὶ ; ἐγένετο αἷμα ὡς ; νεκροῦ, καὶ ; πᾶσα ψυχὴ ζῶσα ἀπέθανεν ἐν ; τῇ ; θαλάσσῃ.¶
ثُمَّ سَكَبَ الْمَلاَكُ الثَّالِثُ جَامَهُ عَلَى الأَنْهَارِ وَعَلَى يَنَابِيعِ الْمِيَاهِ، فَصَارَتْ دَمًا.
Καὶ ἐξέχεεν ὁ ; ἄγγελος τρίτος τὴν ; φιάλην ; αὐτοῦ εἰς τοὺς ; ποταμοὺς καὶ ; εἰς τὰς ; πηγὰς τῶν ; ὑδάτων, καὶ ; ἐγένετο αἷμα.
وَسَمِعْتُ مَلاَكَ الْمِيَاهِ يَقُولُ: عَادِلٌ أَنْتَ أَيُّهَا الْكَائِنُ وَالَّذِي كَانَ وَالَّذِي يَكُونُ، لأَنَّكَ حَكَمْتَ هكَذَا.
καὶ ; ἤκουσα τοῦ ; ἀγγέλου τῶν ; ὑδάτων λέγοντος· δίκαιος εἶ, ὁ ὢν καὶ ; ὁ ἦν ὁ ; ὅσιος, ὅτι ἔκρινας, ταῦτα