ك
إصحاح
G31
G32. ángelos
G33
المعنى المختصر للكلمة
ángelos: compare ) (to bring tidings)
اللفظ الأصلي ἄγγελος
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق ángelos (ang-el-os)
تكرار الورود في الكتاب 164 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
1 compare ) (to bring tidings)
2 a messenger
3 especially an "angel"
4 by implication, a pastor
الإنجليزية — KJV Translation Tags
angel messenger

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ὁ ; ἄγγελος (24×) ἄγγελος (24×) ἀγγέλων (12×) ἄγγελον (10×) ἄγγελοι (9×) ἀγγέλους (9×) τοῦ ; ἀγγέλου (7×) τῶν ; ἀγγέλων (6×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (164 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَفِي الْحَالِ ضَرَبَهُ مَلاَكُ الرَّبِّ لأَنَّهُ لَمْ يُعْطِ الْمَجْدَ للهِ، فَصَارَ يَأْكُلُهُ الدُّودُ وَمَاتَ.
παραχρῆμα ; δὲ ἐπάταξεν ; αὐτὸν ἄγγελος κυρίου ἀνθ᾽ ; ὧν οὐκ ἔδωκεν τὴν ; δόξαν τῷ ; θεῷ, καὶ ; γενόμενος σκωληκόβρωτος ἐξέψυξεν.¶
لأَنَّ الصَّدُّوقِيِّينَ يَقُولُونَ إِنَّهُ لَيْسَ قِيَامَةٌ وَلاَ مَلاَكٌ وَلاَ رُوحٌ، وَأَمَّا الْفَرِّيسِيُّونَ فَيُقِرُّونَ بِكُلِّ ذلِكَ.
γὰρ Σαδδουκαῖοι λέγουσιν εἶναι μὴ ἀνάστασιν μηδὲ ἄγγελον μήτε πνεῦμα· δὲ Φαρισαῖοι ὁμολογοῦσιν τὰ ; ἀμφότερα.¶
فَحَدَثَ صِيَاحٌ عَظِيمٌ، وَنَهَضَ كَتَبَةُ قِسْمِ الْفَرِّيسِيِّينَ وَطَفِقُوا يُخَاصِمُونَ قَائِلِينَ: لَسْنَا نَجِدُ شَيْئًا رَدِيًّا فِي هذَا الإِنْسَانِ. وَإِنْ كَانَ رُوحٌ أَوْ مَلاَكٌ قَدْ كَلَّمَهُ فَلاَ نُحَارِبَنَّ اللهَ.
Ἐγένετο ; δὲ κραυγὴ μεγάλη· ἀναστάντες ; καὶ οἱ; γραμματεῖς τοῦ ; μέρους τῶν ; Φαρισαίων διεμάχοντο λέγοντες· οὐδὲν ; εὑρίσκομεν κακὸν ἐν τούτῳ· τῷ ; ἀνθρώπῳ εἰ δὲ πνεῦμα ἢ ἄγγελος ἐλάλησεν ; αὐτῷ μὴ θεομαχῶμεν;
لأَنَّهُ وَقَفَ بِي هذِهِ اللَّيْلَةَ مَلاَكُ الإِلهِ الَّذِي أَنَا لَهُ وَالَّذِي أَعْبُدُهُ،
γάρ παρέστη μοι ταύτῃ τῇ ; νυκτὶ ἄγγελος τοῦ ; θεοῦ οὗ ; εἰμι ᾧ ; καὶ λατρεύω
فَإِنِّي مُتَيَقِّنٌ أَنَّهُ لاَ مَوْتَ وَلاَ حَيَاةَ، وَلاَ مَلاَئِكَةَ وَلاَ رُؤَسَاءَ وَلاَ قُوَّاتِ، وَلاَ أُمُورَ حَاضِرَةً وَلاَ مُسْتَقْبَلَةً،
γὰρ ; πέπεισμαι ὅτι οὔτε θάνατος οὔτε ζωὴ οὔτε ἄγγελοι οὔτε ἀρχαὶ οὔτε δυνάμεις οὔτε ἐνεστῶτα οὔτε μέλλοντα
فَإِنِّي أَرَى أَنَّ اللهَ أَبْرَزَنَا نَحْنُ الرُّسُلَ آخِرِينَ، كَأَنَّنَا مَحْكُومٌ عَلَيْنَا بِالْمَوْتِ. لأَنَّنَا صِرْنَا مَنْظَرًا لِلْعَالَمِ، لِلْمَلاَئِكَةِ وَالنَّاسِ.
γάρ δοκῶ ὅτι, ὁ ; θεὸς ἀπέδειξεν ἡμᾶς τοὺς ; ἀποστόλους ἐσχάτους ὡς ἐπιθανατίους, ὅτι ἐγενήθημεν θέατρον τῷ ; κόσμῳ καὶ ; ἀγγέλοις καὶ ; ἀνθρώποις.
أَلَسْتُمْ تَعْلَمُونَ أَنَّنَا سَنَدِينُ مَلاَئِكَةً. فَبِالأَوْلَى أُمُورَ هذِهِ الْحَيَاةِ.
οὐκ οἴδατε ὅτι κρινοῦμεν; ἀγγέλους μήτι ; γε βιωτικά;
لِهذَا يَنْبَغِي لِلْمَرْأَةِ أَنْ يَكُونَ لَهَا سُلْطَانٌ عَلَى رَأْسِهَا، مِنْ أَجْلِ الْمَلاَئِكَةِ.
διὰ ; τοῦτο ὀφείλει ἡ ; γυνὴ ἔχειν ἐξουσίαν ἐπὶ τῆς ; κεφαλῆς διὰ τοὺς ; ἀγγέλους.
إِنْ كُنْتُ أَتَكَلَّمُ بِأَلْسِنَةِ النَّاسِ وَالْمَلاَئِكَةِ وَلكِنْ لَيْسَ لِي مَحَبَّةٌ، فَقَدْ صِرْتُ نُحَاسًا يَطِنُّ أَوْ صَنْجًا يَرِنُّ.
Ἐὰν λαλῶ γλώσσαις τῶν ; ἀνθρώπων καὶ ; τῶν ; ἀγγέλων, δὲ μὴ ἔχω, ἀγάπην γέγονα χαλκὸς ἠχῶν ἢ κύμβαλον ἀλαλάζον.
وَلاَ عَجَبَ. لأَنَّ الشَّيْطَانَ نَفْسَهُ يُغَيِّرُ شَكْلَهُ إِلَى شِبْهِ مَلاَكِ نُورٍ.
καὶ ; οὐ θαυμαστόν γὰρ ὁ ; σατανᾶς αὐτὸς μετασχηματίζεται εἰς ἄγγελον φωτός·
وَلِئَلاَّ أَرْتَفِعَ بِفَرْطِ الإِعْلاَنَاتِ، أُعْطِيتُ شَوْكَةً فِي الْجَسَدِ، مَلاَكَ الشَّيْطَانِ لِيَلْطِمَنِي، لِئَلاَّ أَرْتَفِعَ.
καὶ ; μὴ ὑπεραίρωμαι, τῇ ; ὑπερβολῇ τῶν ; ἀποκαλύψεων.¶ ἐδόθη ; μοι σκόλοψ τῇ ; σαρκί, ἄγγελος σατανᾶ με ; κολαφίζῃ ἵνα ; μὴ ὑπεραίρωμαι.
وَلكِنْ إِنْ بَشَّرْنَاكُمْ نَحْنُ أَوْ مَلاَكٌ مِنَ السَّمَاءِ بِغَيْرِ مَا بَشَّرْنَاكُمْ، فَلْيَكُنْ أَنَاثِيمَا.
ἀλλὰ καὶ ; ἐὰν εὐαγγελίζηται ; ὑμῖν ἡμεῖς ἢ ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ παρ᾽ ὃ εὐηγγελισάμεθα ; ὑμῖν, ἔστω. ἀνάθεμα
فَلِمَاذَا النَّامُوسُ. قَدْ زِيدَ بِسَبَبِ التَّعَدِّيَاتِ، إِلَى أَنْ يَأْتِيَ النَّسْلُ الَّذِي قَدْ وُعِدَ لَهُ، مُرَتَّبًا بِمَلاَئِكَةٍ فِي يَدِ وَسِيطٍ.
Τί ; οὖν ὁ ; νόμος; προσετέθη χάριν τῶν ; παραβάσεων ἄχρις ἔλθῃ τὸ ; σπέρμα ᾧ ; ἐπήγγελται, διαταγεὶς δι᾽ ; ἀγγέλων ἐν χειρὶ μεσίτου.
وَتَجْرِبَتِي الَّتِي فِي جَسَدِي لَمْ تَزْدَرُوا بِهَا وَلاَ كَرِهْتُمُوهَا، بَلْ كَمَلاَكٍ مِنَ اللهِ قَبِلْتُمُونِي، كَالْمَسِيحِ يَسُوعَ.
καὶ ; τὸν ; πειρασμὸν ; μου τὸν ἐν τῇ ; σαρκί ; μου οὐκ ἐξουθενήσατε οὐδὲ ἐξεπτύσατε, ἀλλ᾽ ὡς ; ἄγγελον θεοῦ ἐδέξασθέ ; με, ὡς ; Χριστὸν Ἰησοῦν.¶
لاَ يُخَسِّرْكُمْ أَحَدٌ الْجِعَالَةَ، رَاغِبًا فِي التَّوَاضُعِ وَعِبَادَةِ الْمَلاَئِكَةِ، مُتَدَاخِلاً فِي مَا لَمْ يَنْظُرْهُ، مُنْتَفِخًا بَاطِلاً مِنْ قِبَلِ ذِهْنِهِ الْجَسَدِيِّ،
μηδεὶς ; ὑμᾶς ; καταβραβευέτω θέλων ἐν ταπεινοφροσύνῃ καὶ ; θρησκείᾳ τῶν ; ἀγγέλων, ἐμβατεύων ἃ μὴ ἑόρακεν φυσιούμενος εἰκῇ ὑπὸ τοῦ ; νοὸς ; αὐτοῦ, τῆς ; σαρκὸς
وَإِيَّاكُمُ الَّذِينَ تَتَضَايَقُونَ رَاحَةً مَعَنَا، عِنْدَ اسْتِعْلاَنِ الرَّبِّ يَسُوعَ مِنَ السَّمَاءِ مَعَ مَلاَئِكَةِ قُوَّتِهِ،
καὶ ; ὑμῖν τοῖς θλιβομένοις ἄνεσιν μεθ᾽ ; ἡμῶν ἐν ἀποκαλύψει τοῦ ; κυρίου Ἰησοῦ ἀπ᾽ οὐρανοῦ μετ᾽ ἀγγέλων δυνάμεως ; αὐτοῦ
وَبِالإِجْمَاعِ عَظِيمٌ هُوَ سِرُّ التَّقْوَى: ظَهَرَ فِي الْجَسَدِ، تَبَرَّرَ فِي الرُّوحِ، تَرَاءَى لِمَلاَئِكَةٍ، كُرِزَ بِهِ بَيْنَ الأُمَمِ، أُومِنَ بِهِ فِي الْعَالَمِ، رُفِعَ فِي الْمَجْدِ.
Καὶ ; ὁμολογουμένως μέγα ἐστὶν τὸ ; μυστήριον, τῆς ; εὐσεβείας ἐφανερώθη ἐν σαρκί, ἐδικαιώθη ἐν πνεύματι, ὤφθη ἀγγέλοις, ἐκηρύχθη ἐν ἔθνεσιν, ἐπιστεύθη ἐν κόσμῳ, ἀνελήμφθη ἐν δόξῃ.¶
أُنَاشِدُكَ أَمَامَ اللهِ وَالرَّبِّ يَسُوعَ الْمَسِيحِ وَالْمَلاَئِكَةِ الْمُخْتَارِينَ، أَنْ تَحْفَظَ هذَا بِدُونِ غَرَضٍ، وَلاَ تَعْمَلَ شَيْئًا بِمُحَابَاةٍ.
Διαμαρτύρομαι ἐνώπιον τοῦ ; θεοῦ καὶ ; κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ ; ἀγγέλων, τῶν ; ἐκλεκτῶν ἵνα φυλάξῃς ταῦτα χωρὶς προκρίματος μηδὲν ; ποιῶν κατὰ ; πρόσκλισιν.
صَائِرًا أَعْظَمَ مِنَ الْمَلاَئِكَةِ بِمِقْدَارِ مَا وَرِثَ اسْمًا أَفْضَلَ مِنْهُمْ.
γενόμενος τοσούτῳ ; κρείττων τῶν ; ἀγγέλων, ὅσῳ κεκληρονόμηκεν ὄνομα.¶ διαφορώτερον παρ᾽ ; αὐτοὺς
لأَنَّهُ لِمَنْ مِنَ الْمَلاَئِكَةِ قَالَ قَطُّ: أَنْتَ ابْنِي أَنَا الْيَوْمَ وَلَدْتُكَ. وَأَيْضًا: أَنَا أَكُونُ لَهُ أَبًا وَهُوَ يَكُونُ لِيَ ابْنًا.
γὰρ Τίνι τῶν ἀγγέλων· εἶπέν ποτε εἶ ; σύ, υἱός ; μου ἐγὼ σήμερον γεγέννηκά ; σε; καὶ ; πάλιν· ἐγὼ ἔσομαι αὐτῷ εἰς ; πατέρα, καὶ ; αὐτὸς ἔσται μοι εἰς ; υἱόν;
وَأَيْضًا مَتَى أَدْخَلَ الْبِكْرَ إِلَى الْعَالَمِ يَقُولُ: وَلْتَسْجُدْ لَهُ كُلُّ مَلاَئِكَةِ اللهِ.
δὲ ; πάλιν ὅταν εἰσαγάγῃ τὸν ; πρωτότοκον εἰς τὴν ; οἰκουμένην λέγει· καὶ ; προσκυνησάτωσαν αὐτῷ πάντες ἄγγελοι θεοῦ.
وَعَنِ الْمَلاَئِكَةِ يَقُولُ: الصَّانِعُ مَلاَئِكَتَهُ رِيَاحًا وَخُدَّامَهُ لَهِيبَ نَارٍ.
καὶ ; πρὸς τοὺς ; ἀγγέλους λέγει· ὁ ; ποιῶν τοὺς ; ἀγγέλους ; αὐτοῦ πνεύματα καὶ ; τοὺς ; λειτουργοὺς ; αὐτοῦ φλόγα· πυρὸς
ثُمَّ لِمَنْ مِنَ الْمَلاَئِكَةِ قَالَ قَطُّ: اجْلِسْ عَنْ يَمِينِي حَتَّى أَضَعَ أَعْدَاءَكَ مَوْطِئًا لِقَدَمَيْكَ.
δὲ πρὸς ; τίνα τῶν ἀγγέλων εἴρηκέν ποτε· κάθου ἐκ δεξιῶν ; μου ἕως ; ἂν θῶ τοὺς ; ἐχθρούς ; σου ὑποπόδιον τῶν ; ποδῶν ; σου;
لأَنَّهُ إِنْ كَانَتِ الْكَلِمَةُ الَّتِي تَكَلَّمَ بِهَا مَلاَئِكَةٌ قَدْ صَارَتْ ثَابِتَةً، وَكُلُّ تَعَدٍّ وَمَعْصِيَةٍ نَالَ مُجَازَاةً عَادِلَةً،
γὰρ Εἰ ὁ ; λόγος λαληθεὶς δι᾽ ; ἀγγέλων ἐγένετο βέβαιος, καὶ ; πᾶσα παράβασις καὶ ; παρακοὴ ἔλαβεν μισθαποδοσίαν, ἔνδικον
فَإِنَّهُ لِمَلاَئِكَةٍ لَمْ يُخْضِعِ الْعَالَمَ الْعَتِيدَ الَّذِي نَتَكَلَّمُ عَنْهُ.
γὰρ ἀγγέλοις οὐ ὑπέταξεν τὴν ; οἰκουμένην τὴν ; μέλλουσαν περὶ ; ἧς λαλοῦμεν·
وَضَعْتَهُ قَلِيلاً عَنِ الْمَلاَئِكَةِ. بِمَجْدٍ وَكَرَامَةٍ كَلَّلْتَهُ، وَأَقَمْتَهُ عَلَى أَعْمَالِ يَدَيْكَ.
ἠλάττωσας ; αὐτὸν βραχύ ; τι παρ᾽ ἀγγέλους· δόξῃ καὶ ; τιμῇ ἐστεφάνωσας ; αὐτόν καὶ ; κατέστησας ; αὐτὸν ἐπὶ τὰ ; ἔργα τῶν ; χειρῶν ; σου·
وَلكِنَّ الَّذِي وُضِعَ قَلِيلاً عَنِ الْمَلاَئِكَةِ، يَسُوعَ، نَرَاهُ مُكَلَّلاً بِالْمَجْدِ وَالْكَرَامَةِ، مِنْ أَجْلِ أَلَمِ الْمَوْتِ، لِكَيْ يَذُوقَ بِنِعْمَةِ اللهِ الْمَوْتَ لأَجْلِ كُلِّ وَاحِدٍ.
δὲ τὸν ἠλαττωμένον βραχύ ; τι παρ᾽ ἀγγέλους Ἰησοῦν βλέπομεν ἐστεφανωμένον, δόξῃ καὶ ; τιμῇ διὰ τὸ ; πάθημα τοῦ ; θανάτου ὅπως γεύσηται χάριτι θεοῦ θανάτου. ὑπὲρ παντὸς
لأَنَّهُ حَقًّا لَيْسَ يُمْسِكُ الْمَلاَئِكَةَ، بَلْ يُمْسِكُ نَسْلَ إِبْرَاهِيمَ.
γὰρ δήπου οὐ ἐπιλαμβάνεται, ἀγγέλων ἀλλὰ ἐπιλαμβάνεται. σπέρματος Ἀβραὰμ
بَلْ قَدْ أَتَيْتُمْ إِلَى جَبَلِ صِهْيَوْنَ، وَإِلَى مَدِينَةِ اللهِ الْحَيِّ. أُورُشَلِيمَ السَّمَاوِيَّةِ، وَإِلَى رَبَوَاتٍ هُمْ مَحْفِلُ مَلاَئِكَةٍ،
ἀλλὰ προσεληλύθατε ὄρει Σιὼν καὶ πόλει θεοῦ ζῶντος, Ἰερουσαλὴμ ἐπουρανίῳ καὶ μυριάσιν πανηγύρει ἀγγέλων
لاَ تَنْسَوْا إِضَافَةَ الْغُرَبَاءِ، لأَنْ بِهَا أَضَافَ أُنَاسٌ مَلاَئِكَةً وَهُمْ لاَ يَدْرُونَ.
μὴ ἐπιλανθάνεσθε· τῆς ; φιλοξενίας γὰρ διὰ ; ταύτης ξενίσαντες τινες ἀγγέλους. ἔλαθόν