ك
إصحاح
G2563
G2564. kaléō
G2565
المعنى المختصر للكلمة
kaléō: to "call" (properly, aloud, but used in a variety of applications, directly or otherwise)
اللفظ الأصلي καλέω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق kaléō (kal-eh-o)
تكرار الورود في الكتاب 119 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

to "call" (properly, aloud, but used in a variety of applications, directly or otherwise)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
bid call (forth) (whose, whose sur-)name (was (called))

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

καλούμενον (8×) κληθήσεται (5×) ἐκλήθητε (4×) καλέσαι (4×) ὁ ; καλούμενος (3×) ἐκλήθητε, (3×) κληθῆναι (3×) καλούμενος (3×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (119 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَأَنْتَ أَيُّهَا الصَّبِيُّ نَبِيَّ الْعَلِيِّ تُدْعَى، لأَنَّكَ تَتَقَدَّمُ أَمَامَ وَجْهِ الرَّبِّ لِتُعِدَّ طُرُقَهُ.
Καὶ ; σὺ παιδίον, προφήτης ὑψίστου κληθήσῃ· γὰρ προπορεύσῃ πρὸ προσώπου κυρίου ἑτοιμάσαι ὁδοὺς ; αὐτοῦ,
فَصَعِدَ يُوسُفُ أَيْضًا مِنَ الْجَلِيلِ مِنْ مَدِينَةِ النَّاصِرَةِ إِلَى الْيَهُودِيَّةِ، إِلَى مَدِينَةِ دَاوُدَ الَّتِي تُدْعَى بَيْتَ لَحْمٍ، لِكَوْنِهِ مِنْ بَيْتِ دَاوُدَ وَعَشِيرَتِهِ،
ἀνέβη ; δὲ Ἰωσὴφ καὶ ἀπὸ τῆς ; Γαλιλαίας ἐκ πόλεως Ναζαρὲθ εἰς τὴν ; Ἰουδαίαν εἰς πόλιν Δαυὶδ ἥτις καλεῖται Βηθλέεμ, διὰ ; τὸ ; εἶναι ; αὐτὸν ἐξ οἴκου Δαυίδ, καὶ ; πατριᾶς
وَلَمَّا تَمَّتْ ثَمَانِيَةُ أَيَّامٍ لِيَخْتِنُوا الصَّبِيَّ سُمِّيَ يَسُوعَ، كَمَا تَسَمَّى مِنَ الْمَلاَكِ قَبْلَ أَنْ حُبِلَ بِهِ فِي الْبَطْنِ.
Καὶ ; ὅτε ἐπλήσθησαν ὀκτὼ ἡμέραι τοῦ ; περιτεμεῖν τὸ ; παιδίον, καὶ ; ἐκλήθη ; τὸ ; ὄνομα ; αὐτοῦ Ἰησοῦς, τὸ κληθὲν ὑπὸ τοῦ ; ἀγγέλου πρὸ τοῦ ; συλλημφθῆναι αὐτὸν ἐν τῇ ; κοιλίᾳ.
كَمَا هُوَ مَكْتُوبٌ فِي نَامُوسِ الرَّبِّ: أَنَّ كُلَّ ذَكَرٍ فَاتِحَ رَحِمٍ يُدْعَى قُدُّوسًا لِلرَّبِّ.
καθὼς γέγραπται ἐν νόμῳ κυρίου ὅτι πᾶν ἄρσεν διανοῖγον μήτραν κληθήσεται· ἅγιον τῷ ; κυρίῳ
لَمْ آتِ لأَدْعُوَ أَبْرَارًا بَلْ خُطَاةً إِلَى التَّوْبَةِ.
οὐκ ἐλήλυθα καλέσαι δικαίους ἀλλ᾽ ἁμαρτωλοὺς εἰς μετάνοιαν.
مَتَّى وَتُومَا. يَعْقُوبَ بْنَ حَلْفَى وَسِمْعَانَ الَّذِي يُدْعَى الْغَيُورَ.
Μαθθαῖον καὶ ; Θωμᾶν Ἰάκωβον τὸν ; τοῦ ; Ἁλφαίου καὶ ; Σίμωνα τὸν καλούμενον ζηλωτὴν
وَلِمَاذَا تَدْعُونَنِي: يَا رَبُّ، يَا رَبُّ، وَأَنْتُمْ لاَ تَفْعَلُونَ مَا أَقُولُهُ.
τί ; δέ με ; καλεῖτε· κύριε κύριε, καὶ οὐ ποιεῖτε ἃ λέγω;¶
وَفِي الْيَوْمِ التَّالِي ذَهَبَ إِلَى مَدِينَةٍ تُدْعَى نَايِينَ، وَذَهَبَ مَعَهُ كَثِيرُونَ مِنْ تَلاَمِيذِهِ وَجَمْعٌ كَثِيرٌ.
Καὶ ; ἐγένετο ; ἐν τῇ; ἑξῆς ἐπορεύετο εἰς πόλιν καλουμένην Ναΐν, καὶ ; συνεπορεύοντο αὐτῷ ἱκανοί οἱ ; μαθηταὶ ; αὐτοῦ καὶ ; ὄχλος πολύς.
وَبَعْضُ النِّسَاءِ كُنَّ قَدْ شُفِينَ مِنْ أَرْوَاحٍ شِرِّيرَةٍ وَأَمْرَاضٍ: مَرْيَمُ الَّتِي تُدْعَى الْمَجْدَلِيَّةَ الَّتِي خَرَجَ مِنْهَا سَبْعَةُ شَيَاطِينَ،
καὶ ; τινες γυναῖκές αἳ ; ἦσαν τεθεραπευμέναι ἀπὸ πνευμάτων πονηρῶν καὶ ; ἀσθενειῶν, Μαρία ἡ καλουμένη Μαγδαληνὴ ἀφ᾽ ; ἧς ; ἐξεληλύθει, ἑπτὰ δαιμόνια
وَلَمَّا رَجَعَ الرُّسُلُ أَخْبَرُوهُ بِجَمِيعِ مَا فَعَلُوا، فَأَخَذَهُمْ وَانْصَرَفَ مُنْفَرِدًا إِلَى مَوْضِعٍ خَلاَءٍ لِمَدِينَةٍ تُسَمَّى بَيْتَ صَيْدَا.
Καὶ ὑποστρέψαντες οἱ ; ἀπόστολοι διηγήσαντο ; αὐτῷ ὅσα ἐποίησαν. καὶ ; παραλαβὼν ; αὐτοὺς ὑπεχώρησεν κατ᾽ ; ἰδίαν εἰς τόπον ἔρημον πόλεως καλουμένης Βηθσαϊδά.
وَكَانَتْ لِهذِهِ أُخْتٌ تُدْعَى مَرْيَمَ، الَّتِي جَلَسَتْ عِنْدَ قَدَمَيْ يَسُوعَ وَكَانَتْ تَسْمَعُ كَلاَمَهُ.
καὶ ; ἦν τῇδε ἀδελφὴ καλουμένη Μαριάμ. ἣ παρακαθίσασα παρὰ τοὺς ; πόδας τοῦ ; Ἰησοῦ ἤκουεν τὸν ; λόγον ; αὐτοῦ.
وَقَالَ لِلْمَدْعُوِّينَ مَثَلاً، وَهُوَ يُلاَحِظُ كَيْفَ اخْتَارُوا الْمُتَّكَآتِ الأُولَى قِائِلاً لَهُمْ:
Ἔλεγεν ; δὲ πρὸς ; τοὺς ; κεκλημένους παραβολὴν ἐπέχων πῶς ἐξελέγοντο, τὰς ; πρωτοκλισίας λέγων πρὸς ; αὐτούς·
مَتَى دُعِيتَ مِنْ أَحَدٍ إِلَى عُرْسٍ فَلاَ تَتَّكِئْ فِي الْمُتَّكَإِ الأَوَّلِ، لَعَلَّ أَكْرَمَ مِنْكَ يَكُونُ قَدْ دُعِيَ مِنْهُ.
ὅταν κληθῇς ὑπό τινος εἰς γάμους, μὴ κατακλιθῇς εἰς τὴν ; πρωτοκλισίαν, μήποτε ἐντιμότερός σου ᾖ κεκλημένος ὑπ᾽ ; αὐτοῦ,
مَتَى دُعِيتَ مِنْ أَحَدٍ إِلَى عُرْسٍ فَلاَ تَتَّكِئْ فِي الْمُتَّكَإِ الأَوَّلِ، لَعَلَّ أَكْرَمَ مِنْكَ يَكُونُ قَدْ دُعِيَ مِنْهُ.
ὅταν κληθῇς ὑπό τινος εἰς γάμους, μὴ κατακλιθῇς εἰς τὴν ; πρωτοκλισίαν, μήποτε ἐντιμότερός σου ᾖ κεκλημένος ὑπ᾽ ; αὐτοῦ,
فَيَأْتِيَ الَّذِي دَعَاكَ وَإِيَّاهُ وَيَقُولَ لَكَ: أَعْطِ مَكَانًا لِهذَا. فَحِينَئِذٍ تَبْتَدِئُ بِخَجَل تَأْخُذُ الْمَوْضِعَ الأَخِيرَ.
καὶ ; ἐλθὼν ὁ σὲ ; καλέσας καὶ ; αὐτὸν ἐρεῖ σοι· δὸς τόπον. τούτῳ καὶ ; τότε ἄρξῃ μετὰ ; αἰσχύνης κατέχειν. τὸν ; τόπον ἔσχατον
بَلْ مَتَى دُعِيتَ فَاذْهَبْ وَاتَّكِئْ فِي الْمَوْضِعِ الأَخِيرِ، حَتَّى إِذَا جَاءَ الَّذِي دَعَاكَ يَقُولُ لَكَ: يَا صَدِيقُ، ارْتَفِعْ إِلَى فَوْقُ. حِينَئِذٍ يَكُونُ لَكَ مَجْدٌ أَمَامَ الْمُتَّكِئِينَ مَعَكَ.
ἀλλ᾽ ὅταν κληθῇς, πορευθεὶς ἀνάπεσον εἰς τὸν ; τόπον, ἔσχατον ἵνα ὅταν ἔλθῃ ὁ κεκληκώς ; σε, εἴπῃ σοι· φίλε, προσανάβηθι ἀνώτερον. τότε ἔσται σοι δόξα ἐνώπιον τῶν ; συνανακειμένων σοι.
بَلْ إِذَا صَنَعْتَ ضِيَافَةً فَادْعُ: الْمَسَاكِينَ، الْجُدْعَ، الْعُرْجَ، الْعُمْيَ،
ἀλλ᾽ ὅταν ποιῇς, δοχὴν κάλει πτωχούς, ἀναπείρους, χωλούς, τυφλούς.
فَقَالَ لَهُ: إِنْسَانٌ صَنَعَ عَشَاءً عَظِيمًا وَدَعَا كَثِيرِينَ،
Ὁ ; δὲ ; εἶπεν αὐτῷ· ἄνθρωπός ; τις ἐποίησεν δεῖπνον μέγα καὶ ; ἐκάλεσεν πολλούς·
وَأَرْسَلَ عَبْدَهُ فِي سَاعَةِ الْعَشَاءِ لِيَقُولَ لِلْمَدْعُوِّينَ: تَعَالَوْا لأَنَّ كُلَّ شَيْءٍ قَدْ أُعِدَّ.
καὶ ; ἀπέστειλεν τὸν ; δοῦλον ; αὐτοῦ τῇ ὥρᾳ τοῦ ; δείπνου εἰπεῖν τοῖς ; κεκλημένοις· ἔρχεσθε, ὅτι ; ἤδη πάντα. ἐστιν ἕτοιμά
لأَنِّي أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّهُ لَيْسَ وَاحِدٌ مِنْ أُولئِكَ الرِّجَالِ الْمَدْعُوِّينَ يَذُوقُ عَشَائِي.
γὰρ λέγω ὑμῖν ὅτι οὐδεὶς ἐκείνων τῶν ; ἀνδρῶν τῶν ; κεκλημένων γεύσεταί μου ; τοῦ ; δείπνου
وَلَسْتُ مُسْتَحِقًّا أَنْ أُدْعَى لَكَ ابْنًا. اِجْعَلْنِي كَأَحَدِ أَجْرَاكَ.
καὶ ; οὐκέτι εἰμὶ ; ἄξιος κληθῆναι σου. υἱός ποίησόν ; με ὡς ; ἕνα τῶν ; μισθίων ; σου.
فَقَالَ لَهُ الابْنُ: يَا أَبِي، أَخْطَأْتُ إِلَى السَّمَاءِ وَقُدَّامَكَ، وَلَسْتُ مُسْتَحِقًّا أَنْ أُدْعَى لَكَ ابْنًا.
εἶπεν ; δὲ αὐτῷ· ὁ ; υἱὸς πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν ; οὐρανὸν καὶ ; ἐνώπιόν ; σου· καὶ ; οὐκέτι εἰμὶ ; ἄξιος κληθῆναι σου υἱός
وَإِذَا رَجُلٌ اسْمُهُ زَكَّا، وَهُوَ رَئِيسٌ لِلْعَشَّارِينَ وَكَانَ غَنِيًّا،
καὶ ; ἰδοὺ ἀνὴρ ὀνόματι ; καλούμενος Ζακχαῖος καὶ ; αὐτὸς ; ἦν ἀρχιτελώνης καὶ ; οὗτος; ἦν πλούσιος·
وَإِذْ قَرُبَ مِنْ بَيْتِ فَاجِي وَبَيْتِ عَنْيَا، عِنْدَ الْجَبَلِ الَّذِي يُدْعَى جَبَلَ الزَّيْتُونِ، أَرْسَلَ اثْنَيْنِ مِنْ تَلاَمِيذِهِ
καὶ ; ἐγένετο ; ὡς ἤγγισεν εἰς Βηθφαγὴ καὶ ; Βηθανίαν πρὸς τὸ ; ὄρος τὸ καλούμενον Ἐλαιῶν ἀπέστειλεν δύο τῶν μαθητῶν ; αὐτοῦ
فَإِذًا دَاوُدُ يَدْعُوهُ رَبًّا. فَكَيْفَ يَكُونُ ابْنَهُ..
οὖν Δαυὶδ αὐτὸν ; καλεῖ, κύριον καὶ ; πῶς ἐστιν;¶ αὐτοῦ ; υἱός
وَكَانَ فِي النَّهَارِ يُعَلِّمُ فِي الْهَيْكَلِ، وَفِي اللَّيْلِ يَخْرُجُ وَيَبِيتُ فِي الْجَبَلِ الَّذِي يُدْعَى جَبَلَ الزَّيْتُونِ.
Ἦν ; δὲ τὰς ; ἡμέρας διδάσκων. ἐν τῷ ; ἱερῷ δὲ τὰς ; νύκτας ἐξερχόμενος ηὐλίζετο εἰς τὸ ; ὄρος τὸ καλούμενον Ἐλαιῶν.
فَقَالَ لَهُمْ: مُلُوكُ الأُمَمِ يَسُودُونَهُمْ، وَالْمُتَسَلِّطُونَ عَلَيْهِمْ يُدْعَوْنَ مُحْسِنِينَ.
ὁ ; δὲ ; εἶπεν αὐτοῖς· οἱ ; βασιλεῖς τῶν ; ἐθνῶν κυριεύουσιν ; αὐτῶν, καὶ ; οἱ ; ἐξουσιάζοντες αὐτῶν καλοῦνται. εὐεργέται
وَلَمَّا مَضَوْا بِهِ إِلَى الْمَوْضِعِ الَّذِي يُدْعَى جُمْجُمَةَ صَلَبُوهُ هُنَاكَ مَعَ الْمُذْنِبَيْنِ، وَاحِدًا عَنْ يَمِينِهِ وَالآخَرَ عَنْ يَسَارِهِ.
καὶ ; ὅτε ἀπῆλθον ἐπὶ τὸν ; τόπον τὸν ; καλούμενον Κρανίον, ἐσταύρωσαν ; αὐτὸν ἐκεῖ καὶ τοὺς ; κακούργους, ὃν ; μὲν ἐκ δεξιῶν, ὃν ; δὲ ἐξ ἀριστερῶν.
فَجَاءَ بِهِ إِلَى يَسُوعَ. فَنَظَرَ إِلَيْهِ يَسُوعُ وَقَالَ: أَنْتَ سِمْعَانُ بْنُ يُونَا. أَنْتَ تُدْعَى صَفَا الَّذِي تَفْسِيرُهُ: بُطْرُسُ.
καὶ ; ἤγαγεν αὐτὸν πρὸς τὸν ; Ἰησοῦν. ἐμβλέψας ; δὲ αὐτῷ ὁ ; Ἰησοῦς εἶπεν· σὺ ; εἶ Σίμων ὁ ; υἱὸς Ἰωνᾶ σὺ κληθήσῃ Κηφᾶς, ὃ ἑρμηνεύεται Πέτρος.¶
لِهذَا يَفْتَحُ الْبَوَّابُ، وَالْخِرَافُ تَسْمَعُ صَوْتَهُ، فَيَدْعُو خِرَافَهُ الْخَاصَّةَ بِأَسْمَاءٍ وَيُخْرِجُهَا.
τούτῳ ἀνοίγει, ὁ ; θυρωρὸς καὶ ; τὰ ; πρόβατα ἀκούει, τῆς ; φωνῆς ; αὐτοῦ ἴδια ; καλεῖ τὰ ; πρόβατα ἴδια κατ᾽ ; ὄνομα καὶ ; ἐξάγει ; αὐτά.