ك
إصحاح
G2563
G2564. kaléō
G2565
المعنى المختصر للكلمة
kaléō: to "call" (properly, aloud, but used in a variety of applications, directly or otherwise)
اللفظ الأصلي καλέω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق kaléō (kal-eh-o)
تكرار الورود في الكتاب 119 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

to "call" (properly, aloud, but used in a variety of applications, directly or otherwise)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
bid call (forth) (whose, whose sur-)name (was (called))

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

καλούμενον (8×) κληθήσεται (5×) ἐκλήθητε (4×) καλέσαι (4×) ὁ ; καλούμενος (3×) ἐκλήθητε, (3×) κληθῆναι (3×) καλούμενος (3×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (119 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
حِينَئِذٍ رَجَعُوا إِلَى أُورُشَلِيمَ مِنَ الْجَبَلِ الَّذِي يُدْعَى جَبَلَ الزَّيْتُونِ، الَّذِي هُوَ بِالْقُرْبِ مِنْ أُورُشَلِيمَ عَلَى سَفَرِ سَبْتٍ.
Τότε ὑπέστρεψαν εἰς Ἰερουσαλὴμ ἀπὸ ὄρους τοῦ καλουμένου Ἐλαιῶνος, ὅ ἐστιν ἐγγὺς Ἰερουσαλὴμ ἔχον ὁδόν. σαββάτου
وَصَارَ ذلِكَ مَعْلُومًا عِنْدَ جَمِيعِ سُكَّانِ أُورُشَلِيمَ، حَتَّى دُعِيَ ذلِكَ الْحَقْلُ فِي لُغَتِهِمْ حَقَلْ دَمَا أَيْ: حَقْلَ دَمٍ.
καὶ ; ἐγένετο γνωστὸν πᾶσιν τοῖς ; κατοικοῦσιν Ἰερουσαλήμ, ὥστε κληθῆναι ἐκεῖνο τὸ ; χωρίον ἰδίᾳ διαλέκτῳ ; αὐτῶν τῇ ; Ἁκελδαμάχ τοῦτ᾽ ; ἔστιν χωρίον αἵματος.
فَأَقَامُوا اثْنَيْنِ: يُوسُفَ الَّذِي يُدْعَى بَارْسَابَا الْمُلَقَّبَ يُوسْتُسَ، وَمَتِّيَاسَ.
καὶ ; ἔστησαν δύο, Ἰωσὴφ τὸν καλούμενον Βαρσαββᾶν ὃς ; ἐπεκλήθη Ἰοῦστος Μαθθίαν. ; καὶ
وَبَيْنَمَا كَانَ الرَّجُلُ الأَعْرَجُ الَّذِي شُفِيَ مُتَمَسِّكًا بِبُطْرُسَ وَيُوحَنَّا، تَرَاكَضَ إِلَيْهِمْ جَمِيعُ الشَّعْبِ إِلَى الرِّوَاقِ الَّذِي يُقَالُ لَهُ رِوَاقُ سُلَيْمَانَ وَهُمْ مُنْدَهِشُونَ.
δὲ χωλοῦ τοῦ; ἰαθέντος κρατοῦντος τὸν ; Πέτρον καὶ ; Ἰωάννην συνέδραμεν πρὸς ; αὐτοὺς πᾶς ὁ ; λαὸς ἐπὶ τῇ ; στοᾷ τῇ καλουμένῃ Σολομῶντος ἔκθαμβοι.
وَأَخْرَجُوهُ خَارِجَ الْمَدِينَةِ وَرَجَمُوهُ. وَالشُّهُودُ خَلَعُوا ثِيَابَهُمْ عِنْدَ رِجْلَيْ شَابٍّ يُقَالُ لَهُ شَاوُلُ.
καὶ ; ἐκβαλόντες ἔξω τῆς ; πόλεως ἐλιθοβόλουν. καὶ ; οἱ ; μάρτυρες ἀπέθεντο τὰ ; αὐτῶν ; ἱμάτια παρὰ τοὺς ; πόδας νεανίου καλουμένου Σαύλου
لَهُ الرَّبُّ: قُمْ وَاذْهَبْ إِلَى الزُّقَاقِ الَّذِي يُقَالُ لَهُ الْمُسْتَقِيمُ، وَاطْلُبْ فِي بَيْتِ يَهُوذَا رَجُلاً طَرْسُوسِيًّا اسْمُهُ شَاوُلُ. لأَنَّهُ هُوَذَا يُصَلِّي،
πρὸς ; αὐτόν· ὁ ; κύριος ἀναστὰς πορεύθητι ἐπὶ τὴν ; ῥύμην τὴν ; καλουμένην εὐθεῖαν καὶ ; ζήτησον ἐν οἰκίᾳ Ἰούδα Ταρσέα· ὀνόματι Σαῦλον γὰρ ἰδοὺ προσεύχεται
وَكَانَ فِي قَيْصَرِيَّةَ رَجُلٌ اسْمُهُ كَرْنِيلِيُوسُ، قَائِدُ مِئَةٍ مِنَ الْكَتِيبَةِ الَّتِي تُدْعَى الإِيطَالِيَّةَ.
δέ ; ἦν ἐν Καισαρείᾳ Ἀνὴρ ; τις ὀνόματι Κορνήλιος, ἑκατοντάρχης ἐκ σπείρης τῆς καλουμένης Ἰταλικῆς,
وَكَانَ فِي أَنْطَاكِيَةَ فِي الْكَنِيسَةِ هُنَاكَ أَنْبِيَاءُ وَمُعَلِّمُونَ: بَرْنَابَا، وَسِمْعَانُ الَّذِي يُدْعَى نِيجَرَ، وَلُوكِيُوسُ الْقَيْرَوَانِيُّ، وَمَنَايِنُ الَّذِي تَرَبَّى مَعَ هِيرُودُسَ رَئِيسِ الرُّبْعِ، وَشَاوُلُ.
Ἦσαν ; δὲ ἐν Ἀντιοχείᾳ κατὰ τὴν ; ἐκκλησίαν οὖσαν προφῆται καὶ ; διδάσκαλοι, ὅ ; Βαρναβᾶς καὶ ; Συμεὼν ὁ καλούμενος Νίγερ καὶ ; Λούκιος ὁ ; Κυρηναῖος, Μαναήν ; τε σύντροφος Ἡρῴδου τοῦ ; τετραάρχου καὶ ; Σαῦλος.
فَأَشَارَ بَرْنَابَا أَنْ يَأْخُذَا مَعَهُمَا أَيْضًا يُوحَنَّا الَّذِي يُدْعَى مَرْقُسَ،
δὲ ; ἐβουλεύσατο Βαρναβᾶς συμπαραλαβεῖν καὶ τὸν ; Ἰωάννην τὸν καλούμενον Μᾶρκον·
وَلَمَّا تَجَاوَزْنَاهَا بِالْجَهْدِ جِئْنَا إِلَى مَكَانٍ يُقَالُ لَهُ الْمَوَانِي الْحَسَنَةُ الَّتِي بِقُرْبِهَا مَدِينَةُ لَسَائِيَةَ.
τε παραλεγόμενοι ; αὐτὴν μόλις ἤλθομεν εἰς τόπον ; τινὰ καλούμενον λιμένας, Καλοὺς ᾧ ; ἦν ἐγγὺς πόλις Λασαία.
وَلكِنْ بَعْدَ قَلِيل هَاجَتْ عَلَيْهَا رِيحٌ زَوْبَعِيَّةٌ يُقَالُ لَهَا أُورُوكْلِيدُونُ.
δὲ μετ᾽ οὐ ; πολὺ ἔβαλεν ; κατ᾽ αὐτῆς ἄνεμος τυφωνικὸς ὁ ; καλούμενος εὐρακύλων.
فَجَرَيْنَا تَحْتَ جَزِيرَةٍ يُقَالُ لَهَا كَلَوْدِي وَبِالْجَهْدِ قَدِرْنَا أَنْ نَمْلِكَ الْقَارِبَ.
δέ ; ὑποδραμόντες νησίον ; τι καλούμενον Κλαύδην μόλις ἰσχύσαμεν περικρατεῖς ; γενέσθαι τῆς ; σκάφης,
وَلَمَّا نَجَوْا وَجَدُوا أَنَّ الْجَزِيرَةَ تُدْعَى مَلِيطَةَ.
καὶ διασωθέντες ἐπέγνωσαν ὅτι ἡ ; νῆσος καλεῖται· Μελίτη
كَمَا هُوَ مَكْتُوبٌ: إِنِّي قَدْ جَعَلْتُكَ أَبًا لأُمَمٍ كَثِيرَةٍ. أَمَامَ اللهِ الَّذِي آمَنَ بِهِ، الَّذِي يُحْيِي الْمَوْتَى، وَيَدْعُو الأَشْيَاءَ غَيْرَ الْمَوْجُودَةِ كَأَنَّهَا مَوْجُودَةٌ.
καθὼς ὅτι γέγραπται τέθεικά ; σε, πατέρα ἐθνῶν πολλῶν κατέναντι θεοῦ, οὗ ἐπίστευσεν τοῦ ζῳοποιοῦντος τοὺς ; νεκροὺς καὶ ; καλοῦντος τὰ μὴ ὄντα ὡς ὄντα·
وَالَّذِينَ سَبَقَ فَعَيَّنَهُمْ، فَهؤُلاَءِ دَعَاهُمْ أَيْضًا. وَالَّذِينَ دَعَاهُمْ، فَهؤُلاَءِ بَرَّرَهُمْ أَيْضًا. وَالَّذِينَ بَرَّرَهُمْ، فَهؤُلاَءِ مَجَّدَهُمْ أَيْضًا.
οὓς ; δὲ προώρισεν, τούτους ἐκάλεσεν· καὶ καὶ ; οὓς ἐκάλεσεν, τούτους ἐδικαίωσεν· καὶ οὓς ; δὲ ἐδικαίωσεν, τούτους ἐδόξασεν.¶ καὶ
وَالَّذِينَ سَبَقَ فَعَيَّنَهُمْ، فَهؤُلاَءِ دَعَاهُمْ أَيْضًا. وَالَّذِينَ دَعَاهُمْ، فَهؤُلاَءِ بَرَّرَهُمْ أَيْضًا. وَالَّذِينَ بَرَّرَهُمْ، فَهؤُلاَءِ مَجَّدَهُمْ أَيْضًا.
οὓς ; δὲ προώρισεν, τούτους ἐκάλεσεν· καὶ καὶ ; οὓς ἐκάλεσεν, τούτους ἐδικαίωσεν· καὶ οὓς ; δὲ ἐδικαίωσεν, τούτους ἐδόξασεν.¶ καὶ
وَلاَ لأَنَّهُمْ مِنْ نَسْلِ إِبْرَاهِيمَ هُمْ جَمِيعًا أَوْلاَدٌ. بَلْ بِإِسْحَاقَ يُدْعَى لَكَ نَسْلٌ.
οὐδ᾽ ὅτι ; εἰσὶν σπέρμα Ἀβραὰμ πάντες τέκνα, ἀλλ᾽ ἐν ; Ἰσαὰκ κληθήσεταί σοι σπέρμα.
لأَنَّهُ لَمْ يُولَدَا وَلاَ فَعَلاَ خَيْرًا أَوْ شَرًّا، لِكَيْ يَثْبُتَ قَصْدُ اللهِ حَسَبَ الاخْتِيَارِ، لَيْسَ مِنَ الأَعْمَالِ بَلْ مِنَ الَّذِي يَدْعُو،
γὰρ μήπω γεννηθέντων μηδὲ πραξάντων τι ; ἀγαθὸν ἢ κακόν ἵνα μένῃ, ἡ ; πρόθεσις τοῦ ; θεοῦ κατ᾽ ἐκλογὴν οὐκ ἐξ ἔργων ἀλλ᾽ ἐκ ; τοῦ καλοῦντος,
الَّتِي أَيْضًا دَعَانَا نَحْنُ لَيْسَ مِنَ الْيَهُودِ فَقَطْ بَلْ مِنَ الأُمَمِ أَيْضًا.
οὓς καὶ ἐκάλεσεν ἡμᾶς οὐ ἐξ Ἰουδαίων μόνον ἀλλὰ ἐξ ἐθνῶν, καὶ
كَمَا يَقُولُ فِي هُوشَعَ أَيْضًا: سَأَدْعُو الَّذِي لَيْسَ شَعْبِي شَعْبِي، وَالَّتِي لَيْسَتْ مَحْبُوبَةً مَحْبُوبَةً.
ὡς λέγει· ἐν τῷ ; Ὡσηὲ καὶ καλέσω τὸν οὐ λαόν ; μου λαόν ; μου καὶ ; τὴν οὐκ ἠγαπημένην ἠγαπημένην.
وَيَكُونُ فِي الْمَوْضِعِ الَّذِي قِيلَ لَهُمْ لَسْتُمْ شَعْبِي، أَنَّهُ هُنَاكَ يُدْعَوْنَ أَبْنَاءَ اللهِ الْحَيِّ.
καὶ ; ἔσται ἐν τῷ ; τόπῳ οὗ ἐρρέθη αὐτοῖς· οὐ λαός ; μου ; ὑμεῖς, ἐκεῖ κληθήσονται υἱοὶ θεοῦ ζῶντος.
أَمِينٌ هُوَ اللهُ الَّذِي بِهِ دُعِيتُمْ إِلَى شَرِكَةِ ابْنِهِ يَسُوعَ الْمَسِيحِ رَبِّنَا.
Πιστὸς ὁ ; θεός, οὗ δι᾽ ἐκλήθητε εἰς κοινωνίαν τοῦ ; υἱοῦ ; αὐτοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ ; κυρίου ; ἡμῶν.¶
وَلكِنْ إِنْ فَارَقَ غَيْرُ الْمُؤْمِنِ، فَلْيُفَارِقْ. لَيْسَ الأَخُ أَوِ الأُخْتُ مُسْتَعْبَدًا فِي مِثْلِ هذِهِ الأَحْوَالِ، وَلكِنَّ اللهَ قَدْ دَعَانَا فِي السَّلاَمِ.
δὲ εἰ χωρίζεται, ὁ ; ἄπιστος χωριζέσθω· οὐ ὁ ; ἀδελφὸς ἢ ἡ ; ἀδελφὴ δεδούλωται ἐν τοῖς ; τοιούτοις· δὲ ὁ ; θεός. ἡμᾶς; κέκληκεν ἐν εἰρήνῃ
غَيْرَ أَنَّهُ كَمَا قَسَمَ اللهُ لِكُلِّ وَاحِدٍ، كَمَا دَعَا الرَّبُّ كُلَّ وَاحِدٍ، هكَذَا لِيَسْلُكْ. وَهكَذَا أَنَا آمُرُ فِي جَمِيعِ الْكَنَائِسِ.
εἰ ; μὴ ὡς ἐμέρισεν ὁ ; κύριος, ἑκάστῳ ὡς κέκληκεν ὁ ; θεός, ἕκαστον οὕτως περιπατείτω· καὶ ; οὕτως διατάσσομαι.¶ ἐν πάσαις ταῖς ; ἐκκλησίαις
دُعِيَ أَحَدٌ وَهُوَ مَخْتُونٌ، فَلاَ يَصِرْ أَغْلَفَ. دُعِيَ أَحَدٌ فِي الْغُرْلَةِ، فَلاَ يَخْتَتِنْ.
ἐκλήθη; τις Περιτετμημένος μὴ ἐπισπάσθω· ἐκλήθη τις; ἐν ἀκροβυστίᾳ μὴ περιτεμνέσθω.
دُعِيَ أَحَدٌ وَهُوَ مَخْتُونٌ، فَلاَ يَصِرْ أَغْلَفَ. دُعِيَ أَحَدٌ فِي الْغُرْلَةِ، فَلاَ يَخْتَتِنْ.
ἐκλήθη; τις Περιτετμημένος μὴ ἐπισπάσθω· ἐκλήθη τις; ἐν ἀκροβυστίᾳ μὴ περιτεμνέσθω.
اَلدَّعْوَةُ الَّتِي دُعِيَ فِيهَا كُلُّ وَاحِدٍ فَلْيَلْبَثْ فِيهَا.
κλήσει ᾗ ἐκλήθη, ἐν ἕκαστος μενέτω. ἐν ; ταύτῃ
دُعِيتَ وَأَنْتَ عَبْدٌ فَلاَ يَهُمَّكَ. بَلْ وَإِنِ اسْتَطَعْتَ أَنْ تَصِيرَ حُرًّا فَاسْتَعْمِلْهَا بِالْحَرِيِّ.
ἐκλήθης; σοι δοῦλος μή μελέτω· ἀλλ᾽ εἰ ; καὶ δύνασαι γενέσθαι, ἐλεύθερος χρῆσαι. μᾶλλον
لأَنَّ مَنْ دُعِيَ فِي الرَّبِّ وَهُوَ عَبْدٌ، فَهُوَ عَتِيقُ الرَّبِّ. كَذلِكَ أَيْضًا الْحُرُّ الْمَدْعُوُّ هُوَ عَبْدٌ لِلْمَسِيحِ.
γὰρ ὁ κληθεὶς ἐν κυρίῳ δοῦλος ἐστίν· ἀπελεύθερος κυρίου ὁμοίως καὶ ὁ ; ἐλεύθερος κληθεὶς ἐστιν δοῦλός Χριστοῦ.
لأَنَّ مَنْ دُعِيَ فِي الرَّبِّ وَهُوَ عَبْدٌ، فَهُوَ عَتِيقُ الرَّبِّ. كَذلِكَ أَيْضًا الْحُرُّ الْمَدْعُوُّ هُوَ عَبْدٌ لِلْمَسِيحِ.
γὰρ ὁ κληθεὶς ἐν κυρίῳ δοῦλος ἐστίν· ἀπελεύθερος κυρίου ὁμοίως καὶ ὁ ; ἐλεύθερος κληθεὶς ἐστιν δοῦλός Χριστοῦ.