ك
إصحاح
G2563
G2564. kaléō
G2565
المعنى المختصر للكلمة
kaléō: to "call" (properly, aloud, but used in a variety of applications, directly or otherwise)
اللفظ الأصلي καλέω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق kaléō (kal-eh-o)
تكرار الورود في الكتاب 119 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

to "call" (properly, aloud, but used in a variety of applications, directly or otherwise)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
bid call (forth) (whose, whose sur-)name (was (called))

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

καλούμενον (8×) κληθήσεται (5×) ἐκλήθητε (4×) καλέσαι (4×) ὁ ; καλούμενος (3×) ἐκλήθητε, (3×) κληθῆναι (3×) καλούμενος (3×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (119 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
مَا دُعِيَ كُلُّ وَاحِدٍ فِيهِ أَيُّهَا الإِخْوَةُ فَلْيَلْبَثْ فِي ذلِكَ مَعَ اللهِ.
ἐκλήθη, ἕκαστος ἐν ἀδελφοί, μενέτω ἐν τούτῳ παρὰ τῷ ; θεῷ.¶
لأَنِّي أَصْغَرُ الرُّسُلِ، أَنَا الَّذِي لَسْتُ أَهْلاً لأَنْ أُدْعَى رَسُولاً، لأَنِّي اضْطَهَدْتُ كَنِيسَةَ اللهِ.
γάρ ; εἰμι ὁ ; ἐλάχιστος τῶν ; ἀποστόλων ἐγὼ ὃς οὐκ ; εἰμὶ ἱκανὸς καλεῖσθαι ἀπόστολος, διότι ἐδίωξα τὴν ; ἐκκλησίαν τοῦ ; θεοῦ·
وَلكِنْ لَمَّا سَرَّ اللهَ الَّذِي أَفْرَزَنِي مِنْ بَطْنِ أُمِّي، وَدَعَانِي بِنِعْمَتِهِ
δὲ ὅτε εὐδόκησεν ὁ ; θεὸς ὁ ἀφορίσας ; με ἐκ κοιλίας μητρός ; μου καὶ ; καλέσας διὰ ; τῆς ; χάριτος ; αὐτοῦ
فَإِنَّكُمْ إِنَّمَا دُعِيتُمْ لِلْحُرِّيَّةِ أَيُّهَا الإِخْوَةُ. غَيْرَ أَنَّهُ لاَ تُصَيِّرُوا الْحُرِّيَّةَ فُرْصَةً لِلْجَسَدِ، بَلْ بِالْمَحَبَّةِ اخْدِمُوا بَعْضُكُمْ بَعْضًا.
ὑμεῖς ; γὰρ ἐκλήθητε, ἐπ᾽ ; ἐλευθερίᾳ ἀδελφοί· μόνον μὴ τὴν ; ἐλευθερίαν εἰς ; ἀφορμὴν τῇ ; σαρκί, ἀλλὰ διὰ ; τῆς ; ἀγάπης δουλεύετε ἀλλήλοις.
فَأَطْلُبُ إِلَيْكُمْ، أَنَا الأَسِيرَ فِي الرَّبِّ: أَنْ تَسْلُكُوا كَمَا يَحِقُّ لِلدَّعْوَةِ الَّتِي دُعِيتُمْ بِهَا.
Παρακαλῶ ; οὖν ὑμᾶς ἐγὼ ὁ ; δέσμιος ἐν κυρίῳ περιπατῆσαι ἀξίως τῆς ; κλήσεως ἧς ἐκλήθητε,
جَسَدٌ وَاحِدٌ، وَرُوحٌ وَاحِدٌ، كَمَا دُعِيتُمْ أَيْضًا فِي رَجَاءِ دَعْوَتِكُمُ الْوَاحِدِ.
σῶμα ἓν καὶ ; πνεῦμα ἓν καθὼς ἐκλήθητε καὶ ἐν ἐλπίδι τῆς ; κλήσεως ; ὑμῶν· μιᾷ
وَلْيَمْلِكْ فِي قُلُوبِكُمْ سَلاَمُ اللهِ الَّذِي إِلَيْهِ دُعِيتُمْ فِي جَسَدٍ وَاحِدٍ، وَكُونُوا شَاكِرِينَ.
βραβευέτω ἐν ταῖς ; καρδίαις ; ὑμῶν, ἡ ; εἰρήνη τοῦ ; θεοῦ ἣν εἰς ἐκλήθητε ἐν σώματι· ἑνὶ καὶ ; εὐχάριστοι ; γίνεσθε.¶
وَنُشْهِدُكُمْ لِكَيْ تَسْلُكُوا كَمَا يَحِقُّ لِلهِ الَّذِي دَعَاكُمْ إِلَى مَلَكُوتِهِ وَمَجْدِهِ.
καὶ ; μαρτυρούμενοι; ὑμᾶς εἰς τὸ ; περιπατῆσαι ἀξίως τοῦ ; θεοῦ τοῦ ὑμᾶς ; καλοῦντος εἰς τὴν ; ἑαυτοῦ ; βασιλείαν καὶ ; δόξαν.¶
جَاهِدْ جِهَادَ الإِيمَانِ الْحَسَنَ، وَأَمْسِكْ بِالْحَيَاةِ الأَبَدِيَّةِ الَّتِي إِلَيْهَا دُعِيتَ أَيْضًا، وَاعْتَرَفْتَ الاعْتِرَافَ الْحَسَنَ أَمَامَ شُهُودٍ كَثِيرِينَ.
ἀγωνίζου ἀγῶνα τῆς ; πίστεως, καλὸν ἐπιλαβοῦ ζωῆς αἰωνίου ἣν εἰς ἐκλήθης καὶ ὡμολόγησας ὁμολογίαν καλὴν ἐνώπιον μαρτύρων.¶ πολλῶν
الَّذِي خَلَّصَنَا وَدَعَانَا دَعْوَةً مُقَدَّسَةً، لاَ بِمُقْتَضَى أَعْمَالِنَا، بَلْ بِمُقْتَضَى الْقَصْدِ وَالنِّعْمَةِ الَّتِي أُعْطِيَتْ لَنَا فِي الْمَسِيحِ يَسُوعَ قَبْلَ الأَزْمِنَةِ الأَزَلِيَّةِ،
τοῦ σώσαντος ; ἡμᾶς καὶ ; καλέσαντος κλήσει ἁγίᾳ, οὐ κατὰ ἔργα ; ἡμῶν ἀλλὰ κατὰ ἰδίαν ; πρόθεσιν καὶ ; χάριν τὴν δοθεῖσαν ἡμῖν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ πρὸ χρόνων αἰωνίων,
لأَنَّ الْمُقَدِّسَ وَالْمُقَدَّسِينَ جَمِيعَهُمْ مِنْ وَاحِدٍ، فَلِهذَا السَّبَبِ لاَ يَسْتَحِي أَنْ يَدْعُوَهُمْ إِخْوَةً،
γὰρ ὅ ; ἁγιάζων καὶ ; οἱ ; ἁγιαζόμενοι πάντες· ἐξ ἑνὸς δι᾽ ; ἣν αἰτίαν οὐκ ἐπαισχύνεται αὐτοὺς ; καλεῖν ἀδελφοὺς
بَلْ عِظُوا أَنْفُسَكُمْ كُلَّ يَوْمٍ، مَا دَامَ الْوَقْتُ يُدْعَى الْيَوْمَ، لِكَيْ لاَ يُقَسَّى أَحَدٌ مِنْكُمْ بِغُرُورِ الْخَطِيَّةِ.
ἀλλὰ παρακαλεῖτε ἑαυτοὺς καθ᾽ ; ἑκάστην ἡμέραν ἄχρις καλεῖται τὸ ; σήμερον ἵνα μὴ σκληρυνθῇ τις ἐξ ; ὑμῶν ἀπάτῃ τῆς ; ἁμαρτίας·
وَلاَ يَأْخُذُ أَحَدٌ هذِهِ الْوَظِيفَةَ بِنَفْسِهِ، بَلِ الْمَدْعُوُّ مِنَ اللهِ، كَمَا هَارُونُ أَيْضًا.
καὶ ; οὐχ λαμβάνει τις τὴν ; τιμὴν ἑαυτῷ ἀλλὰ ὁ ; καλούμενος ὑπὸ τοῦ ; θεοῦ καθάπερ ὁ ; Ἀαρών. καὶ
وَلأَجْلِ هذَا هُوَ وَسِيطُ عَهْدٍ جَدِيدٍ، لِكَيْ يَكُونَ الْمَدْعُوُّونَ إِذْ صَارَ مَوْتٌ لِفِدَاءِ التَّعَدِّيَاتِ الَّتِي فِي الْعَهْدِ الأَوَّلِ يَنَالُونَ وَعْدَ الْمِيرَاثِ الأَبَدِيِّ.
Καὶ ; διὰ τοῦτο ἐστίν, μεσίτης διαθήκης καινῆς ὅπως οἱ ; κεκλημένοι γενομένου θανάτου εἰς ; ἀπολύτρωσιν τῶν ; παραβάσεων ἐπὶ τῇ ; διαθήκῃ πρώτῃ λάβωσιν τὴν ; ἐπαγγελίαν κληρονομίας. αἰωνίου
بِالإِيمَانِ إِبْرَاهِيمُ لَمَّا دُعِيَ أَطَاعَ أَنْ يَخْرُجَ إِلَى الْمَكَانِ الَّذِي كَانَ عَتِيدًا أَنْ يَأْخُذَهُ مِيرَاثًا، فَخَرَجَ وَهُوَ لاَ يَعْلَمُ إِلَى أَيْنَ يَأْتِي.
Πίστει Ἀβραὰμ καλούμενος ὑπήκουσεν ἐξελθεῖν εἰς τὸν ; τόπον ὃν ἤμελλεν λαμβάνειν εἰς ; κληρονομίαν καὶ ; ἐξῆλθεν μὴ ἐπιστάμενος ποῦ ἔρχεται.¶
الَّذِي قِيلَ لَهُ: إِنَّهُ بِإِسْحَاقَ يُدْعَى لَكَ نَسْلٌ.
πρὸς ; ὃν ἐλαλήθη ὅτι ἐν ; Ἰσαὰκ κληθήσεταί σοι σπέρμα·
وَتَمَّ الْكِتَابُ الْقَائِلُ: فَآمَنَ إِبْرَاهِيمُ بِاللهِ فَحُسِبَ لَهُ بِرًّا وَدُعِيَ خَلِيلَ اللهِ.
καὶ ; ἐπληρώθη ἡ ; γραφὴ ἡ ; λέγουσα· ἐπίστευσεν ; δὲ Ἀβραὰμ τῷ ; θεῷ ἐλογίσθη αὐτῷ εἰς ; δικαιοσύνην ἐκλήθη. φίλος θεοῦ
وَأَمَّا أَنْتُمْ فَجِنْسٌ مُخْتَارٌ، وَكَهَنُوتٌ مُلُوكِيٌّ، أُمَّةٌ مُقَدَّسَةٌ، شَعْبُ اقْتِنَاءٍ، لِكَيْ تُخْبِرُوا بِفَضَائِلِ الَّذِي دَعَاكُمْ مِنَ الظُّلْمَةِ إِلَى نُورِهِ الْعَجِيبِ.
δὲ ὑμεῖς γένος ἐκλεκτόν, ἱεράτευμα, βασίλειον ἔθνος ἅγιον, λαὸς εἰς ; περιποίησιν, ὅπως ἐξαγγείλητε τὰς ; ἀρετὰς τοῦ καλέσαντος ἐκ σκότους εἰς αὐτοῦ ; φῶς· τὸ ; θαυμαστὸν
لأَنَّكُمْ لِهذَا دُعِيتُمْ. فَإِنَّ الْمَسِيحَ أَيْضًا تَأَلَّمَ لأَجْلِنَا، تَارِكًا لَنَا مِثَالاً لِكَيْ تَتَّبِعُوا خُطُوَاتِهِ.
γὰρ εἰς ; τοῦτο ἐκλήθητε, ὅτι Χριστὸς καὶ ἔπαθεν ὑπὲρ ; ὑμῖν ὑπολιμπάνων ὑμῖν ὑπογραμμὸν ἵνα ἐπακολουθήσητε τοῖς ; ἴχνεσιν ; αὐτοῦ·
كَمَا سَارَةُ تُطِيعُ إِبْرَاهِيمَ دَاعِيَةً إِيَّاهُ سَيِّدَهَا. الَّتِي صِرْتُنَّ أَوْلاَدَهَا، صَانِعَاتٍ خَيْرًا، وَغَيْرَ خَائِفَاتٍ خَوْفًا الْبَتَّةَ.
ὡς Σάρρα ὑπήκουσεν τῷ ; Ἀβραὰμ καλοῦσα, αὐτὸν κύριον ἧς ἐγενήθητε τέκνα ἀγαθοποιοῦσαι καὶ ; μὴ φοβούμεναι πτόησιν.¶ μηδεμίαν
غَيْرَ مُجَازِينَ عَنْ شَرّ بِشَرّ أَوْ عَنْ شَتِيمَةٍ بِشَتِيمَةٍ، بَلْ بِالْعَكْسِ مُبَارِكِينَ، عَالِمِينَ أَنَّكُمْ لِهذَا دُعِيتُمْ لِكَيْ تَرِثُوا بَرَكَةً.
μὴ ἀποδιδόντες κακὸν ἀντὶ ; κακοῦ ἢ λοιδορίαν ἀντὶ ; λοιδορίας, δὲ τοὐναντίον εὐλογοῦντες εἰδότες, ὅτι εἰς ; τοῦτο ἐκλήθητε ἵνα κληρονομήσητε. εὐλογίαν
اُنْظُرُوا أَيَّةَ مَحَبَّةٍ أَعْطَانَا الآبُ حَتَّى نُدْعَى أَوْلاَدَ اللهِ. مِنْ أَجْلِ هذَا لاَ يَعْرِفُنَا الْعَالَمُ، لأَنَّهُ لاَ يَعْرِفُهُ.
ἴδετε ποταπὴν ἀγάπην δέδωκεν ; ἡμῖν πατήρ, ἵνα κληθῶμεν τέκνα θεοῦ διὰ τοῦτο οὐ γινώσκει ; ἡμᾶς, ὁ ; κόσμος ὅτι οὐκ ἔγνω ; αὐτόν.¶
أَنَا يُوحَنَّا أَخُوكُمْ وَشَرِيكُكُمْ فِي الضِّيقَةِ وَفِي مَلَكُوتِ يَسُوعَ الْمَسِيحِ وَصَبْرِهِ. كُنْتُ فِي الْجَزِيرَةِ الَّتِي تُدْعَى بَطْمُسَ مِنْ أَجْلِ كَلِمَةِ اللهِ، وَمِنْ أَجْلِ شَهَادَةِ يَسُوعَ الْمَسِيحِ.
Ἐγὼ Ἰωάννης, ὁ ; καὶ ; ἀδελφὸς ; ὑμῶν καὶ ; συγκοινωνὸς ἐν τῇ ; θλίψει καὶ ; ἐν τῇ ; βασιλείᾳ Ἰησοῦ Χριστῷ, καὶ ; ὑπομονῇ ἐγενόμην ἐν τῇ ; νήσῳ τῇ ; καλουμένῃ Πάτμῳ διὰ τὸν ; λόγον τοῦ ; θεοῦ καὶ ; διὰ τὴν ; μαρτυρίαν Ἰησοῦ Χριστοῦ.
وَتَكُونُ جُثَّتَاهُمَا عَلَى شَارِعِ الْمَدِينَةِ الْعَظِيمَةِ الَّتِي تُدْعَى رُوحِيًّا سَدُومَ وَمِصْرَ، حَيْثُ صُلِبَ رَبُّنَا أَيْضًا.
καὶ τὰ; πτῶματα; αὐτῶν ἐπὶ τῆς ; πλατείας τῆς ; πόλεως τῆς ; μεγάλης, ἥτις καλεῖται πνευματικῶς Σόδομα καὶ ; Αἴγυπτος, ὅπου ἐσταυρώθη. ὁ ; κύριος ; αὐτῶν καὶ
فَطُرِحَ التِّنِّينُ الْعَظِيمُ، الْحَيَّةُ الْقَدِيمَةُ الْمَدْعُوُّ إِبْلِيسَ وَالشَّيْطَانَ، الَّذِي يُضِلُّ الْعَالَمَ كُلَّهُ، طُرِحَ إِلَى الأَرْضِ، وَطُرِحَتْ مَعَهُ مَلاَئِكَتُهُ.
καὶ ; ἐβλήθη ὁ ; δράκων ὁ ; μέγας, ὁ ; ὄφις ὁ ; ἀρχαῖος, ὁ ; καλούμενος διάβολος καὶ ; ὁ ; Σατανᾶς ὁ πλανῶν τὴν ; οἰκουμένην ὅλην, ἐβλήθη εἰς τὴν ; γῆν, καὶ ; ἐβλήθησαν. μετ᾽ ; αὐτοῦ οἱ ; ἄγγελοι ; αὐτοῦ
فَجَمَعَهُمْ إِلَى الْمَوْضِعِ الَّذِي يُدْعَى بِالْعِبْرَانِيَّةِ هَرْمَجَدُّونَ.
καὶ ; συνήγαγεν ; αὐτοὺς εἰς τὸν ; τόπον τὸν καλούμενον Ἑβραϊστὶ Ἁρμαγεδών.¶
وَقَالَ لِيَ: اكْتُبْ: طُوبَى لِلْمَدْعُوِّينَ إِلَى عَشَاءِ عُرْسِ الْخَرُوفِ.. وَقَالَ: هذِهِ هِيَ أَقْوَالُ اللهِ الصَّادِقَةُ.
καὶ ; λέγει μοι· γράψον· μακάριοι οἱ ; κεκλημένοι. εἰς τὸ ; δεῖπνον τοῦ ; γάμου τοῦ ; ἀρνίου καὶ ; λέγει οὗτοι εἰσιν. οἱ ; λόγοι τοῦ ; θεοῦ ἀληθινοὶ
ثُمَّ رَأَيْتُ السَّمَاءَ مَفْتُوحَةً، وَإِذَا فَرَسٌ أَبْيَضُ وَالْجَالِسُ عَلَيْهِ يُدْعَى أَمِينًا وَصَادِقًا، وَبِالْعَدْلِ يَحْكُمُ وَيُحَارِبُ.
Καὶ εἶδον τὸν ; οὐρανὸν ἠνεῳγμένον καὶ ; ἰδοὺ ἵππος λευκός καὶ ; ὁ ; καθήμενος ἐπ᾽ ; αὐτὸν καλούμενος πιστὸς καὶ ; ἀληθινός, ἐν ; δικαιοσύνῃ κρίνει καὶ ; πολεμεῖ·
وَهُوَ مُتَسَرْبِلٌ بِثَوْبٍ مَغْمُوسٍ بِدَمٍ، وَيُدْعَى اسْمُهُ كَلِمَةَ اللهِ.
καὶ ; περιβεβλημένος ἱμάτιον βεβαμμένον αἵματι, καὶ ; καλεῖται τὸ ; ὄνομα ; αὐτοῦ ὁ ; λόγος τοῦ ; θεοῦ.