ك
إصحاح
G2531
G2532. kaí
G2533
المعنى المختصر للكلمة
kaí: and, also, even, so then, too, etc.
اللفظ الأصلي καί
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق kaí (kahee)
تكرار الورود في الكتاب 1498 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها

apparently, a primary particle, having a copulative and sometimes also a cumulative force;

المعنى والشرح المفصل
1 and, also, even, so then, too, etc.
2 often used in connection (or composition) with other particles or small words
الإنجليزية — KJV Translation Tags
and also both but even for if or so that then therefore when yet

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

καὶ (1046×) Καὶ (126×) κἀγὼ (57×) εἰ ; καὶ (12×) καί (10×) δὲ ; καὶ (8×) ἀλλὰ ; καὶ (5×) οὕτως ; καὶ (5×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (1498 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَكَانَ الْمُجْتَازُونَ يُجَدِّفُونَ عَلَيْهِ، وَهُمْ يَهُزُّونَ رُؤُوسَهُمْ قَائِلِينَ: آهِ يَا نَاقِضَ الْهَيْكَلِ وَبَانِيَهُ فِي ثَلاَثَةِ أَيَّامٍ.
καὶ οἱ ; παραπορευόμενοι ἐβλασφήμουν αὐτὸν κινοῦντες τὰς ; κεφαλὰς ; αὐτῶν καὶ ; λέγοντες· Οὐά, ὁ ; καταλύων τὸν ; ναὸν καὶ ; οἰκοδομῶν ἐν τρισὶν ἡμέραις,
وَكَذلِكَ رُؤَسَاءُ الْكَهَنَةِ وَهُمْ مُسْتَهْزِئُونَ فِيمَا بَيْنَهُمْ مَعَ الْكَتَبَةِ، قَالُوا: خَلَّصَ آخَرِينَ وَأَمَّا نَفْسُهُ فَمَا يَقْدِرُ أَنْ يُخَلِّصَهَا.
ὁμοίως ; καὶ οἱ ; ἀρχιερεῖς ἐμπαίζοντες πρὸς ἀλλήλους μετὰ γραμματέων ; τῶν ἔλεγον· ἔσωσεν, ἄλλους ἑαυτὸν οὐ δύναται σῶσαι·
وَكَانَتْ أَيْضًا نِسَاءٌ يَنْظُرْنَ مِنْ بَعِيدٍ، بَيْنَهُنَّ مَرْيَمُ الْمَجْدَلِيَّةُ، وَمَرْيَمُ أُمُّ يَعْقُوبَ الصَّغِيرِ وَيُوسِي، وَسَالُومَةُ،
ἦσαν ; δὲ καὶ γυναῖκες θεωροῦσαι ἀπὸ μακρόθεν ἐν ; αἷς ; ἦν Μαρία ἡ ; Μαγδαληνὴ καὶ ; Μαρία ἡ ; μήτηρ τοῦ ; Ἰακώβου τοῦ ; μικροῦ καὶ ; Ἰωσῆτος καὶ ; Σαλώμη,
اللَّوَاتِي أَيْضًا تَبِعْنَهُ وَخَدَمْنَهُ حِينَ كَانَ فِي الْجَلِيلِ. وَأُخَرُ كَثِيرَاتٌ اللَّوَاتِي صَعِدْنَ مَعَهُ إِلَى أُورُشَلِيمَ.
αἳ καί ἠκολούθουν ; αὐτῷ καὶ ; διηκόνουν ; αὐτῷ, ὅτε ἦν ἐν τῇ ; Γαλιλαίᾳ καὶ ; ἄλλαι πολλαὶ αἱ συναναβᾶσαι αὐτῷ εἰς Ἱεροσόλυμα.¶
جَاءَ يُوسُفُ الَّذِي مِنَ الرَّامَةِ، مُشِيرٌ شَرِيفٌ، وَكَانَ هُوَ أَيْضًا مُنْتَظِرًا مَلَكُوتَ اللهِ، فَتَجَاسَرَ وَدَخَلَ إِلَى بِيلاَطُسَ وَطَلَبَ جَسَدَ يَسُوعَ.
ἦλθεν Ἰωσὴφ ὁ ; ἀπὸ Ἁριμαθαίας, βουλευτὴς εὐσχήμων ὃς αὐτὸς καὶ ἦν ; προσδεχόμενος τὴν ; βασιλείαν τοῦ ; θεοῦ, τολμήσας εἰσῆλθεν πρὸς Πιλᾶτον καὶ ; ᾐτήσατο τὸ ; σῶμα τοῦ ; Ἰησοῦ.
وَلَمَّا عَرَفَ مِنْ قَائِدِ الْمِئَةِ، وَهَبَ الْجَسَدَ لِيُوسُفَ.
καὶ γνοὺς ἀπὸ τοῦ ; κεντυρίωνος ἐδωρήσατο τὸ ; σῶμα τῷ ; Ἰωσήφ.
وَبَعْدَمَا مَضَى السَّبْتُ، اشْتَرَتْ مَرْيَمُ الْمَجْدَلِيَّةُ وَمَرْيَمُ أُمُّ يَعْقُوبَ وَسَالُومَةُ، حَنُوطًا لِيَأْتِينَ وَيَدْهَنَّهُ.
διαγενομένου ; Καὶ τοῦ ; σαββάτου ἠγόρασαν Μαρία ἡ ; Μαγδαληνὴ καὶ ; Μαρία ἡ ; τοῦ Ἰακώβου καὶ ; Σαλώμη ἀρώματα ἵνα ; ἐλθοῦσαι ἀλείψωσιν ; αὐτόν.
وَلَمَّا دَخَلْنَ الْقَبْرَ رَأَيْنَ شَابًّا جَالِسًا عَنِ الْيَمِينِ لاَبِسًا حُلَّةً بَيْضَاءَ، فَانْدَهَشْنَ.
καὶ εἰσελθοῦσαι εἰς ; τὸ ; μνημεῖον εἶδον νεανίσκον καθήμενον ἐν τοῖς ; δεξιοῖς περιβεβλημένον στολὴν λευκὴν ἐξεθαμβήθησαν. ; καὶ
وَلَمَّا دَخَلْنَ الْقَبْرَ رَأَيْنَ شَابًّا جَالِسًا عَنِ الْيَمِينِ لاَبِسًا حُلَّةً بَيْضَاءَ، فَانْدَهَشْنَ.
καὶ εἰσελθοῦσαι εἰς ; τὸ ; μνημεῖον εἶδον νεανίσκον καθήμενον ἐν τοῖς ; δεξιοῖς περιβεβλημένον στολὴν λευκὴν ἐξεθαμβήθησαν. ; καὶ
يَحْمِلُونَ حَيَّاتٍ، وَإِنْ شَرِبُوا شَيْئًا مُمِيتًا لاَ يَضُرُّهُمْ، وَيَضَعُونَ أَيْدِيَهُمْ عَلَى الْمَرْضَى فَيَبْرَأُونَ.
ἀροῦσιν, ὄφεις κἂν πίωσιν, τι θανάσιμόν οὐ ; μὴ αὐτοὺς ; βλάψει, ἐπιθήσουσιν χεῖρας ἐπὶ ἀρρώστους καλῶς ; ἕξουσιν.¶ ; καὶ
رَأَيْتُ أَنَا أَيْضًا إِذْ قَدْ تَتَبَّعْتُ كُلَّ شَيْءٍ مِنَ الأَوَّلِ بِتَدْقِيق، أَنْ أَكْتُبَ عَلَى التَّوَالِي إِلَيْكَ أَيُّهَا الْعَزِيزُ ثَاوُفِيلُسُ،
ἔδοξεν κἀμοὶ παρηκολουθηκότι πᾶσιν ἄνωθεν ἀκριβῶς γράψαι, καθεξῆς σοι κράτιστε Θεόφιλε,
فَلَمَّا رَآهُ زَكَرِيَّا اضْطَرَبَ وَوَقَعَ عَلَيْهِ خَوْفٌ.
καὶ ἰδών, Ζαχαρίας ἐταράχθη καὶ ; ἐπέπεσεν ἐπ᾽ ; αὐτόν.¶ φόβος
فَأَجَابَ الْمَلاَكُ وَقَالَ لَها: اَلرُّوحُ الْقُدُسُ يَحِلُّ عَلَيْكِ، وَقُوَّةُ الْعَلِيِّ تُظَلِّلُكِ، فَلِذلِكَ أَيْضًا الْقُدُّوسُ الْمَوْلُودُ يُدْعَى ابْنَ اللهِ.
Καὶ ; ἀποκριθεὶς ὁ ; ἄγγελος εἶπεν αὐτῇ· πνεῦμα ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπὶ ; σὲ καὶ ; δύναμις ὑψίστου ἐπισκιάσει ; σοι· διὸ καὶ τὸ ; ἅγιον γεννώμενον κληθήσεται υἱὸς θεοῦ.
وَهُوَذَا أَلِيصَابَاتُ نَسِيبَتُكِ هِيَ أَيْضًا حُبْلَى بِابْنٍ فِي شَيْخُوخَتِهَا، وَهذَا هُوَ الشَّهْرُ السَّادِسُ لِتِلْكَ الْمَدْعُوَّةِ عَاقِرًا،
καὶ ; ἰδοὺ Ἐλισάβετ ἡ ; συγγενής; σου αὐτὴ καὶ συνείληφυῖα υἱὸν ἐν γήρει ; αὐτῆς, καὶ ; οὗτος ἐστὶν μὴν ἕκτος αὐτῇ τῇ ; καλουμένῃ στείρᾳ
فَمَكَثَتْ مَرْيَمُ عِنْدَهَا نَحْوَ ثَلاَثَةِ أَشْهُرٍ، ثُمَّ رَجَعَتْ إِلَى بَيْتِهَا.
Ἔμεινεν ; δὲ Μαριὰμ σὺν ; αὐτῇ ὡσεὶ τρεῖς μῆνας καὶ ὑπέστρεψεν εἰς τὸν ; οἶκον ; αὐτῆς.¶
فَصَعِدَ يُوسُفُ أَيْضًا مِنَ الْجَلِيلِ مِنْ مَدِينَةِ النَّاصِرَةِ إِلَى الْيَهُودِيَّةِ، إِلَى مَدِينَةِ دَاوُدَ الَّتِي تُدْعَى بَيْتَ لَحْمٍ، لِكَوْنِهِ مِنْ بَيْتِ دَاوُدَ وَعَشِيرَتِهِ،
ἀνέβη ; δὲ Ἰωσὴφ καὶ ἀπὸ τῆς ; Γαλιλαίας ἐκ πόλεως Ναζαρὲθ εἰς τὴν ; Ἰουδαίαν εἰς πόλιν Δαυὶδ ἥτις καλεῖται Βηθλέεμ, διὰ ; τὸ ; εἶναι ; αὐτὸν ἐξ οἴκου Δαυίδ, καὶ ; πατριᾶς
ثُمَّ رَجَعَ الرُّعَاةُ وَهُمْ يُمَجِّدُونَ اللهَ وَيُسَبِّحُونَهُ عَلَى كُلِّ مَا سَمِعُوهُ وَرَأَوْهُ كَمَا قِيلَ لَهُمْ.
καὶ ἐπέστρεψαν οἱ ; ποιμένες δοξάζοντες τὸν ; θεὸν καὶ ; αἰνοῦντες ἐπὶ πᾶσιν οἷς ἤκουσαν καὶ ; εἶδον καθὼς ἐλαλήθη πρὸς ; αὐτούς.¶
وَكَانَ أَبَوَاهُ يَذْهَبَانِ كُلَّ سَنَةٍ إِلَى أُورُشَلِيمَ فِي عِيدِ الْفِصْحِ.
Καὶ οἱ ; γονεῖς ; αὐτοῦ ἐπορεύοντο κατ᾽ ἔτος εἰς Ἰερουσαλὴμ τῇ ἑορτῇ τοῦ ; πάσχα.¶
وَبَعْدَمَا أَكْمَلُوا الأَيَّامَ بَقِيَ عِنْدَ رُجُوعِهِمَا الصَّبِيُّ يَسُوعُ فِي أُورُشَلِيمَ، وَيُوسُفُ وَأُمُّهُ لَمْ يَعْلَمَا.
τελειωσάντων ; καὶ τὰς ; ἡμέρας ὑπέμεινεν ἐν τῷ ; ὑποστρέφειν ; αὐτοὺς ὁ ; παῖς Ἰησοῦς ἐν Ἰερουσαλήμ, καὶ ; Ἰωσὴφ καὶ ; ἡ ; μήτηρ ; αὐτοῦ. οὐκ ἔγνω
وَلَمَّا لَمْ يَجِدَاهُ رَجَعَا إِلَى أُورُشَلِيمَ يَطْلُبَانِهِ.
καὶ μὴ εὑρόντες ; αὐτόν ὑπέστρεψαν εἰς Ἰερουσαλὴμ ζητοῦντες; αὐτόν.
فَلَمَّا أَبْصَرَاهُ انْدَهَشَا. وَقَالَتْ لَهُ أُمُّهُ: يَا بُنَيَّ، لِمَاذَا فَعَلْتَ بِنَا هكَذَا. هُوَذَا أَبُوكَ وَأَنَا كُنَّا نَطْلُبُكَ مُعَذَّبَيْنِ.
καὶ ; ἰδόντες ; αὐτὸν ἐξεπλάγησαν, καὶ ; εἶπεν πρὸς ; αὐτὸν ἡ ; μήτηρ ; αὐτοῦ· τέκνον, τί ἐποίησας ἡμῖν οὕτως; ἰδοὺ ὁ ; πατήρ ; σου κἀγὼ ἐζητοῦμέν ; σε.¶ ὀδυνώμενοι
ثُمَّ نَزَلَ مَعَهُمَا وَجَاءَ إِلَى النَّاصِرَةِ وَكَانَ خَاضِعًا لَهُمَا. وَكَانَتْ أُمُّهُ تَحْفَظُ جَمِيعَ هذِهِ الأُمُورِ فِي قَلْبِهَا.
καὶ κατέβη μετ᾽ ; αὐτῶν καὶ ; ἦλθεν εἰς Ναζαρὲθ καὶ ; ἦν ὑποτασσόμενος αὐτοῖς. καὶ ἡ ; μήτηρ ; αὐτοῦ διετήρει πάντα ταῦτα τὰ ; ῥήματα ἐν τῇ ; καρδίᾳ ; αὐτῆς.¶
ثُمَّ نَزَلَ مَعَهُمَا وَجَاءَ إِلَى النَّاصِرَةِ وَكَانَ خَاضِعًا لَهُمَا. وَكَانَتْ أُمُّهُ تَحْفَظُ جَمِيعَ هذِهِ الأُمُورِ فِي قَلْبِهَا.
καὶ κατέβη μετ᾽ ; αὐτῶν καὶ ; ἦλθεν εἰς Ναζαρὲθ καὶ ; ἦν ὑποτασσόμενος αὐτοῖς. καὶ ἡ ; μήτηρ ; αὐτοῦ διετήρει πάντα ταῦτα τὰ ; ῥήματα ἐν τῇ ; καρδίᾳ ; αὐτῆς.¶
وَأَمَّا يَسُوعُ فَكَانَ يَتَقَدَّمُ فِي الْحِكْمَةِ وَالْقَامَةِ وَالنِّعْمَةِ، عِنْدَ اللهِ وَالنَّاسِ.
Καὶ Ἰησοῦς προέκοπτεν ἐν τῇ ; σοφίᾳ καὶ ; ἡλικίᾳ καὶ ; χάριτι παρὰ θεῷ καὶ ; ἀνθρώποις.¶
وَالآنَ قَدْ وُضِعَتِ الْفَأْسُ عَلَى أَصْلِ الشَّجَرِ، فَكُلُّ شَجَرَةٍ لاَ تَصْنَعُ ثَمَرًا جَيِّدًا تُقْطَعُ وَتُلْقَى فِي النَّارِ.
δὲ ; καὶ ἤδη κεῖται· ἡ ; ἀξίνη πρὸς τὴν ; ῥίζαν τῶν ; δένδρων πᾶν ; οὖν δένδρον μὴ ποιοῦν καρπὸν καλὸν ἐκκόπτεται καὶ ; βάλλεται. εἰς πῦρ
وَجَاءَ عَشَّارُونَ أَيْضًا لِيَعْتَمِدُوا فَقَالُوا لَهُ: يَا مُعَلِّمُ، مَاذَا نَفْعَلُ.
ἦλθον ; δὲ τελῶναι καὶ βαπτισθῆναι καὶ ; εἶπαν πρὸς ; αὐτόν· διδάσκαλε, τί ποιήσομεν
وَسَأَلَهُ جُنْدِيُّونَ أَيْضًا قَائِلِينَ: وَمَاذَا نَفْعَلُ نَحْنُ. فَقَالَ لَهُمْ: لاَ تَظْلِمُوا أَحَدًا، وَلاَ تَشُوا وَاكْتَفُوا بِعَلاَئِفِكُمْ.
ἐπηρώτων ; δὲ ; αὐτὸν στρατευόμενοι καὶ λέγοντες· τί ; καὶ ποιήσομεν ἡμεῖς; καὶ ; εἶπεν πρὸς ; αὐτούς μηδένα ; διασείσητε μηδὲ συκοφαντήσητε καὶ ; ἀρκεῖσθε τοῖς ; ὀψωνίοις ; ὑμῶν.¶
وَسَأَلَهُ جُنْدِيُّونَ أَيْضًا قَائِلِينَ: وَمَاذَا نَفْعَلُ نَحْنُ. فَقَالَ لَهُمْ: لاَ تَظْلِمُوا أَحَدًا، وَلاَ تَشُوا وَاكْتَفُوا بِعَلاَئِفِكُمْ.
ἐπηρώτων ; δὲ ; αὐτὸν στρατευόμενοι καὶ λέγοντες· τί ; καὶ ποιήσομεν ἡμεῖς; καὶ ; εἶπεν πρὸς ; αὐτούς μηδένα ; διασείσητε μηδὲ συκοφαντήσητε καὶ ; ἀρκεῖσθε τοῖς ; ὀψωνίοις ; ὑμῶν.¶
وَبِأَشْيَاءَ أُخَرَ كَثِيرَةٍ كَانَ يَعِظُ الشَّعْبَ وَيُبَشِّرُهُمْ.
οὖν ; ἕτερα καὶ Πολλὰ παρακαλῶν τὸν ; λαόν.¶ εὐηγγελίζετο
زَادَ هذَا أَيْضًا عَلَى الْجَمِيعِ أَنَّهُ حَبَسَ يُوحَنَّا فِي السِّجْنِ.
προσέθηκεν ; καὶ τοῦτο καὶ ἐπὶ πᾶσιν· κατέκλεισεν τὸν ; Ἰωάννην ἐν τῇ ; φυλακῇ.¶