ك
إصحاح
G2418
G2419. hierousalḗm
G2420
المعنى المختصر للكلمة
hierousalḗm: Hierusalem (i.e. Jerushalem), the capitol of Palestine
اللفظ الأصلي Ἱερουσαλήμ
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق hierousalḗm (hee-er-oo-sal-ame)
تكرار الورود في الكتاب 75 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل

Hierusalem (i.e. Jerushalem), the capitol of Palestine

الإنجليزية — KJV Translation Tags
Jerusalem

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

Ἰερουσαλὴμ (41×) Ἰερουσαλήμ, (10×) Ἰερουσαλήμ· (6×) Ἰερουσαλήμ. (6×) Ἰερουσαλήμ.¶ (2×) Ἱερουσαλήμ (1×) Ἰερουσαλήμ; (1×) ἡ ; Ἰερουσαλὴμ (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (75 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
متى 23: 37 Mat.23.37
يَا أُورُشَلِيمُ، يَا أُورُشَلِيمُ. يَا قَاتِلَةَ الأَنْبِيَاءِ وَرَاجِمَةَ الْمُرْسَلِينَ إِلَيْهَا، كَمْ مَرَّةٍ أَرَدْتُ أَنْ أَجْمَعَ أَوْلاَدَكِ كَمَا تَجْمَعُ الدَّجَاجَةُ فِرَاخَهَا تَحْتَ جَنَاحَيْهَا، وَلَمْ تُرِيدُوا.
Ἰερουσαλὴμ Ἰερουσαλὴμ ἡ ; ἀποκτείνουσα τοὺς ; προφήτας καὶ ; λιθοβολοῦσα τοὺς ; ἀπεσταλμένους πρὸς ; αὐτήν, ποσάκις ἠθέλησα ἐπισυναγαγεῖν τὰ ; τέκνα ; σου, ὃν ; τρόπον ἐπισυνάγει ὄρνις τὰ ; νοσσία ; ἑαυτῆς ὑπὸ τὰς ; πτέρυγας, καὶ ; οὐκ ἠθελήσατε;
متى 23: 37 Mat.23.37
يَا أُورُشَلِيمُ، يَا أُورُشَلِيمُ. يَا قَاتِلَةَ الأَنْبِيَاءِ وَرَاجِمَةَ الْمُرْسَلِينَ إِلَيْهَا، كَمْ مَرَّةٍ أَرَدْتُ أَنْ أَجْمَعَ أَوْلاَدَكِ كَمَا تَجْمَعُ الدَّجَاجَةُ فِرَاخَهَا تَحْتَ جَنَاحَيْهَا، وَلَمْ تُرِيدُوا.
Ἰερουσαλὴμ Ἰερουσαλὴμ ἡ ; ἀποκτείνουσα τοὺς ; προφήτας καὶ ; λιθοβολοῦσα τοὺς ; ἀπεσταλμένους πρὸς ; αὐτήν, ποσάκις ἠθέλησα ἐπισυναγαγεῖν τὰ ; τέκνα ; σου, ὃν ; τρόπον ἐπισυνάγει ὄρνις τὰ ; νοσσία ; ἑαυτῆς ὑπὸ τὰς ; πτέρυγας, καὶ ; οὐκ ἠθελήσατε;
وَكَانَ رَجُلٌ فِي أُورُشَلِيمَ اسْمُهُ سِمْعَانُ، وَهَذَا الرَّجُلُ كَانَ بَارًّا تَقِيًّا يَنْتَظِرُ تَعْزِيَةَ إِسْرَائِيلَ، وَالرُّوحُ الْقُدُسُ كَانَ عَلَيْهِ.
Καὶ ; ἰδοὺ ; ἦν ἄνθρωπος ἐν Ἰερουσαλὴμ ᾧ ; ὄνομα Συμεὼν καὶ ; οὗτος ὁ ; ἄνθρωπος δίκαιος καὶ ; εὐλαβὴς προσδεχόμενος παράκλησιν τοῦ ; Ἰσραήλ· καὶ ; πνεῦμα ἅγιον ἦν ἐπ᾽ ; αὐτόν.
فَهِيَ فِي تِلْكَ السَّاعَةِ وَقَفَتْ تُسَبِّحُ الرَّبَّ، وَتَكَلَّمَتْ عَنْهُ مَعَ جَمِيعِ الْمُنْتَظِرِينَ فِدَاءً فِي أُورُشَلِيمَ.
καὶ ; αὕτη ; αὐτῇ τῇ ὥρᾳ ἐπιστᾶσα ἀνθωμολογεῖτο τῷ ; κυρίῳ καὶ ; ἐλάλει περὶ ; αὐτοῦ πᾶσιν τοῖς ; προσδεχομένοις λύτρωσιν ἐν Ἰερουσαλήμ.¶
وَكَانَ أَبَوَاهُ يَذْهَبَانِ كُلَّ سَنَةٍ إِلَى أُورُشَلِيمَ فِي عِيدِ الْفِصْحِ.
Καὶ οἱ ; γονεῖς ; αὐτοῦ ἐπορεύοντο κατ᾽ ἔτος εἰς Ἰερουσαλὴμ τῇ ἑορτῇ τοῦ ; πάσχα.¶
وَبَعْدَمَا أَكْمَلُوا الأَيَّامَ بَقِيَ عِنْدَ رُجُوعِهِمَا الصَّبِيُّ يَسُوعُ فِي أُورُشَلِيمَ، وَيُوسُفُ وَأُمُّهُ لَمْ يَعْلَمَا.
τελειωσάντων ; καὶ τὰς ; ἡμέρας ὑπέμεινεν ἐν τῷ ; ὑποστρέφειν ; αὐτοὺς ὁ ; παῖς Ἰησοῦς ἐν Ἰερουσαλήμ, καὶ ; Ἰωσὴφ καὶ ; ἡ ; μήτηρ ; αὐτοῦ. οὐκ ἔγνω
وَلَمَّا لَمْ يَجِدَاهُ رَجَعَا إِلَى أُورُشَلِيمَ يَطْلُبَانِهِ.
καὶ μὴ εὑρόντες ; αὐτόν ὑπέστρεψαν εἰς Ἰερουσαλὴμ ζητοῦντες; αὐτόν.
ثُمَّ جَاءَ بِهِ إِلَى أُورُشَلِيمَ، وَأَقَامَهُ عَلَى جَنَاحِ الْهَيْكَلِ وَقَالَ لَهُ: إِنْ كُنْتَ ابْنَ اللهِ فَاطْرَحْ نَفْسَكَ مِنْ هُنَا إِلَى أَسْفَلُ،
Καὶ Ἤγαγεν αὐτὸν εἰς Ἰερουσαλὴμ καὶ ; ἔστησεν ; αὐτὸν ἐπὶ τὸ ; πτερύγιον τοῦ ; ἱεροῦ καὶ ; εἶπεν αὐτῷ· εἰ εἶ ὁ ; υἱὸς τοῦ ; θεοῦ, βάλε σεαυτὸν ἐντεῦθεν κάτω·
وَفِي أَحَدِ الأَيَّامِ كَانَ يُعَلِّمُ، وَكَانَ فَرِّيسِيُّونَ وَمُعَلِّمُونَ لِلنَّامُوسِ جَالِسِينَ وَهُمْ قَدْ أَتَوْا مِنْ كُلِّ قَرْيَةٍ مِنَ الْجَلِيلِ وَالْيَهُودِيَّةِ وَأُورُشَلِيمَ. وَكَانَتْ قُوَّةُ الرَّبِّ لِشِفَائِهِمْ.
Καὶ ; ἐγένετο ; ἐν μιᾷ τῶν ; ἡμερῶν καὶ ; αὐτὸς ; ἦν διδάσκων· καὶ ; ἦσαν Φαρισαῖοι καὶ ; νομοδιδάσκαλοι καθήμενοι οἳ ἦσαν ἐληλυθότες ἐκ πάσης κώμης τῆς ; Γαλιλαίας καὶ ; Ἰουδαίας καὶ ; Ἰερουσαλήμ, καὶ ; ἦν δύναμις κυρίου εἰς ; τὸ ; ἰᾶσθαι ; αὐτούς
وَنَزَلَ مَعَهُمْ وَوَقَفَ فِي مَوْضِعٍ سَهْل، وَجَمْعٌ مِنْ تَلاَمِيذِهِ، وَجُمْهُورٌ كَثِيرٌ مِنَ الشَّعْبِ، مِنْ جَمِيعِ الْيَهُودِيَّةِ وَأُورُشَلِيمَ وَسَاحِلِ صُورَ وَصَيْدَاءَ، الَّذِينَ جَاءُوا لِيَسْمَعُوهُ وَيُشْفَوْا مِنْ أَمْرَاضِهِمْ،
καὶ ; καταβὰς μετ᾽ ; αὐτῶν ἔστη ἐπὶ τόπου πεδινοῦ. καὶ ; ὄχλος μαθητῶν ; αὐτοῦ καὶ ; πλῆθος πολὺ τοῦ λαοῦ ἀπὸ πάσης τῆς ; Ἰουδαίας καὶ ; Ἰερουσαλὴμ καὶ ; τῆς ; παραλίου Τύρου καὶ ; Σιδῶνος οἳ ἦλθον ἀκοῦσαι ; αὐτοῦ καὶ ; ἰαθῆναι ἀπὸ τῶν ; νόσων ; αὐτῶν.
اَللَّذَانِ ظَهَرَا بِمَجْدٍ، وَتَكَلَّمَا عَنْ خُرُوجِهِ الَّذِي كَانَ عَتِيدًا أَنْ يُكَمِّلَهُ فِي أُورُشَلِيمَ.
οἳ ὀφθέντες ἐν ; δόξῃ ἔλεγον τὴν ; ἔξοδον ; αὐτοῦ ἣν ἤμελλεν πληροῦν ἐν Ἰερουσαλήμ.
وَحِينَ تَمَّتِ الأَيَّامُ لارْتِفَاعِهِ ثَبَّتَ وَجْهَهُ لِيَنْطَلِقَ إِلَى أُورُشَلِيمَ،
Ἐγένετο ; δὲ ἐν ; τῷ ; συμπληροῦσθαι τὰς ; ἡμέρας τῆς ; ἀναλήμψεως ; αὐτοῦ καὶ ; αὐτὸς ; ἐστήρισεν τὸ ; πρόσωπον ; αὐτοῦ τοῦ ; πορεύεσθαι εἰς Ἰερουσαλήμ.
فَلَمْ يَقْبَلُوهُ لأَنَّ وَجْهَهُ كَانَ مُتَّجِهًا نَحْوَ أُورُشَلِيمَ.
καὶ ; οὐκ ἐδέξαντο ; αὐτὸν ὅτι τὸ ; πρόσωπον ; αὐτοῦ ἦν πορευόμενον εἰς Ἰερουσαλήμ.
فَأَجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ: إِنْسَانٌ كَانَ نَازِلاً مِنْ أُورُشَلِيمَ إِلَى أَرِيحَا، فَوَقَعَ بَيْنَ لُصُوصٍ، فَعَرَّوْهُ وَجَرَّحُوهُ، وَمَضَوْا وَتَرَكُوهُ بَيْنَ حَيٍّ وَمَيْتٍ.
ὑπολαβὼν ; δὲ ὁ ; Ἰησοῦς εἶπεν· ἄνθρωπός ; τις κατέβαινεν ἀπὸ Ἰερουσαλὴμ εἰς Ἰεριχὼ καὶ ; περιέπεσεν λῃσταῖς οἳ ; καὶ ; ἐκδύσαντες ; αὐτὸν καὶ ; πληγὰς ; ἐπιθέντες ἀπῆλθον ἀφέντες ἡμιθανῆ ; τυγχάνοντα.
أَوْ أُولئِكَ الثَّمَانِيَةَ عَشَرَ الَّذِينَ سَقَطَ عَلَيْهِمُ الْبُرْجُ فِي سِلْوَامَ وَقَتَلَهُمْ، أَتَظُنُّونَ أَنَّ هؤُلاَءِ كَانُوا مُذْنِبِينَ أَكْثَرَ مِنْ جَمِيعِ النَّاسِ السَّاكِنِينَ فِي أُورُشَلِيمَ.
Ἢ ἐκεῖνοι οἱ ; δέκα καὶ ὀκτὼ; καὶ οὓς ἔπεσεν ἐφ᾽ ὁ ; πύργος ἐν τῷ ; Σιλωὰμ καὶ ; ἀπέκτεινεν ; αὐτούς, δοκεῖτε ὅτι οὗτοι ἐγένοντο ὀφειλέται παρὰ πάντας τοὺς ; ἀνθρώπους τοὺς ; κατοικοῦντας ἐν Ἰερουσαλήμ;
بَلْ يَنْبَغِي أَنْ أَسِيرَ الْيَوْمَ وَغَدًا وَمَا يَلِيهِ، لأَنَّهُ لاَ يُمْكِنُ أَنْ يَهْلِكَ نَبِيٌّ خَارِجًا عَنْ أُورُشَلِيمَ.
πλὴν δεῖ ; με πορεύεσθαι, σήμερον καὶ ; αὔριον καὶ ; τῇ ἐχομένῃ ὅτι οὐκ ἐνδέχεται ἀπολέσθαι προφήτην ἔξω Ἰερουσαλήμ.¶
يَا أُورُشَلِيمُ، يَا أُورُشَلِيمُ. يَا قَاتِلَةَ الأَنْبِيَاءِ وَرَاجِمَةَ الْمُرْسَلِينَ إِلَيْهَا، كَمْ مَرَّةٍ أَرَدْتُ أَنْ أَجْمَعَ أَوْلاَدَكِ كَمَا تَجْمَعُ الدَّجَاجَةُ فِرَاخَهَا تَحْتَ جَنَاحَيْهَا، وَلَمْ تُرِيدُوا.
Ἰερουσαλὴμ Ἰερουσαλήμ, ἡ ; ἀποκτείνουσα τοὺς ; προφήτας καὶ ; λιθοβολοῦσα τοὺς ; ἀπεσταλμένους πρὸς ; αὐτήν, ποσάκις ἠθέλησα ἐπισυνάξαι τὰ ; τέκνα ; σου ὃν ; τρόπον ὄρνις τὴν ; ἑαυτῆς ; νοσσιὰν ὑπὸ τὰς ; πτέρυγας, καὶ ; οὐκ ἠθελήσατε;
يَا أُورُشَلِيمُ، يَا أُورُشَلِيمُ. يَا قَاتِلَةَ الأَنْبِيَاءِ وَرَاجِمَةَ الْمُرْسَلِينَ إِلَيْهَا، كَمْ مَرَّةٍ أَرَدْتُ أَنْ أَجْمَعَ أَوْلاَدَكِ كَمَا تَجْمَعُ الدَّجَاجَةُ فِرَاخَهَا تَحْتَ جَنَاحَيْهَا، وَلَمْ تُرِيدُوا.
Ἰερουσαλὴμ Ἰερουσαλήμ, ἡ ; ἀποκτείνουσα τοὺς ; προφήτας καὶ ; λιθοβολοῦσα τοὺς ; ἀπεσταλμένους πρὸς ; αὐτήν, ποσάκις ἠθέλησα ἐπισυνάξαι τὰ ; τέκνα ; σου ὃν ; τρόπον ὄρνις τὴν ; ἑαυτῆς ; νοσσιὰν ὑπὸ τὰς ; πτέρυγας, καὶ ; οὐκ ἠθελήσατε;
وَفِي ذَهَابِهِ إِلَى أُورُشَلِيمَ اجْتَازَ فِي وَسْطِ السَّامِرَةِ وَالْجَلِيلِ.
Καὶ ; ἐγένετο ; ἐν τῷ ; πορεύεσθαι ; αὐτὸν εἰς Ἰερουσαλὴμ καὶ ; αὐτὸς ; διήρχετο διὰ μέσου Σαμαρείας καὶ ; Γαλιλαίας.
وَإِذْ كَانُوا يَسْمَعُونَ هذَا عَادَ فَقَالَ مَثَلاً، لأَنَّهُ كَانَ قَرِيبًا مِنْ أُورُشَلِيمَ، وَكَانُوا يَظُنُّونَ أَنَّ مَلَكُوتَ اللهِ عَتِيدٌ أَنْ يَظْهَرَ فِي الْحَالِ.
δὲ αὐτῶν Ἀκουόντων ταῦτα προσθεὶς εἶπεν παραβολὴν τὸ ; αὐτὸν εἶναι ἐγγὺς Ἰερουσαλὴμ καὶ δοκεῖν ; αὐτοὺς ὅτι ἡ ; βασιλεία τοῦ ; θεοῦ μέλλει ἀναφαίνεσθαι.¶ παραχρῆμα
وَمَتَى رَأَيْتُمْ أُورُشَلِيمَ مُحَاطَةً بِجُيُوشٍ، فَحِينَئِذٍ اعْلَمُوا أَنَّهُ قَدِ اقْتَرَبَ خَرَابُهَا.
δὲ ; Ὅταν ἴδητε τὴν ; Ἰερουσαλήμ, κυκλουμένην ὑπὸ ; στρατοπέδων τότε γνῶτε ὅτι ἤγγικεν ἡ ; ἐρήμωσις ; αὐτῆς.
وَيَقَعُونَ بِفَمِ السَّيْفِ، وَيُسْبَوْنَ إِلَى جَمِيعِ الأُمَمِ، وَتَكُونُ أُورُشَلِيمُ مَدُوسَةً مِنَ الأُمَمِ، حَتَّى تُكَمَّلَ أَزْمِنَةُ الأُمَمِ.
καὶ ; πεσοῦνται στόματι μαχαίρης καὶ ; αἰχμαλωτισθήσονται εἰς πάντα, τὰ ; ἔθνη καὶ ; ἔσται Ἰερουσαλὴμ πατουμένη ὑπὸ ἐθνῶν ἄχρι πληρωθῶσιν καιροὶ ἐθνῶν.
فَالْتَفَتَ إِلَيْهِنَّ يَسُوعُ وَقَالَ: يَا بَنَاتِ أُورُشَلِيمَ، لاَ تَبْكِينَ عَلَيَّ بَلِ ابْكِينَ عَلَى أَنْفُسِكُنَّ وَعَلَى أَوْلاَدِكُنَّ،
στραφεὶς ; δὲ πρὸς ; αὐτὰς ὁ ; Ἰησοῦς εἶπεν· θυγατέρες Ἰερουσαλήμ, μὴ κλαίετε ἐπ᾽ ; ἐμέ, πλὴν κλαίετε ἐφ᾽ ἑαυτὰς καὶ ; ἐπὶ τὰ ; τέκνα ; ὑμῶν.
وَإِذَا اثْنَانِ مِنْهُمْ كَانَا مُنْطَلِقَيْنِ فِي ذلِكَ الْيَوْمِ إِلَى قَرْيَةٍ بَعِيدَةٍ عَنْ أُورُشَلِيمَ سِتِّينَ غَلْوَةً، اسْمُهَا عِمْوَاسُ.
Καὶ ; ἰδοὺ δύο ἐξ ; αὐτῶν ἦσαν πορευόμενοι ἐν αὐτῇ τῇ ; ἡμέρᾳ εἰς κώμην ἀπέχουσαν ἀπὸ Ἰερουσαλὴμ ἑξήκοντα σταδίους ᾗ ; ὄνομα Ἐμμαοῦς.
فَأَجَابَ أَحَدُهُمَا، الَّذِي اسْمُهُ كَِلْيُوبَاسُ وَقَالَ لَهُ: هَلْ أَنْتَ مُتَغَرِّبٌ وَحْدَكَ فِي أُورُشَلِيمَ وَلَمْ تَعْلَمِ الأُمُورَ الَّتِي حَدَثَتْ فِيهَا فِي هذِهِ الأَيَّامِ.
δὲ ; ἀποκριθεὶς ὁ ; εἷς ᾧ ὀνόματι Κλεοπᾶς εἶπεν πρὸς ; αὐτόν· σὺ παροικεῖς μόνος ἐν Ἰερουσαλὴμ καὶ ; οὐκ ἔγνως τὰ γενόμενα ἐν ; αὐτῇ ἐν ταύταις; ταῖς ; ἡμέραις
فَقَامَا فِي تِلْكَ السَّاعَةِ وَرَجَعَا إِلَى أُورُشَلِيمَ، وَوَجَدَا الأَحَدَ عَشَرَ مُجْتَمِعِينَ، هُمْ وَالَّذِينَ مَعَهُمْ
Καὶ ; ἀναστάντες αὐτῇ τῇ ; ὥρᾳ ὑπέστρεψαν εἰς Ἰερουσαλὴμ καὶ ; εὗρον τοὺς ; ἕνδεκα συνηθροισμένους καὶ ; τοὺς σὺν ; αὐτοῖς
وَأَنْ يُكْرَزَ بِاسْمِهِ بِالتَّوْبَةِ وَمَغْفِرَةِ الْخَطَايَا لِجَمِيعِ الأُمَمِ، مُبْتَدَأً مِنْ أُورُشَلِيمَ.
καὶ κηρυχθῆναι ἐπὶ ; τῷ ; ὀνόματι ; αὐτοῦ μετάνοιαν καὶ; ἄφεσιν ἁμαρτιῶν εἰς ; πάντα τὰ ; ἔθνη ἀρξάμενον ἀπὸ Ἰερουσαλήμ.
وَهَا أَنَا أُرْسِلُ إِلَيْكُمْ مَوْعِدَ أَبِي. فَأَقِيمُوا فِي مَدِينَةِ أُورُشَلِيمَ إِلَى أَنْ تُلْبَسُوا قُوَّةً مِنَ الأَعَالِي.
καὶ ; ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω ἐφ᾽ ; ὑμᾶς. ; ὑμεῖς τὴν ; ἐπαγγελίαν τοῦ ; πατρός ; μου δὲ ; καθίσατε ἐν τῇ ; πόλει Ἱερουσαλήμ ἕως οὗ ἐνδύσησθε δύναμιν.¶ ἐξ ὕψους
فَسَجَدُوا لَهُ وَرَجَعُوا إِلَى أُورُشَلِيمَ بِفَرَحٍ عَظِيمٍ،
καὶ ; αὐτοὶ ; προσκυνήσαντες αὐτὸν ὑπέστρεψαν εἰς Ἰερουσαλὴμ μετὰ ; χαρᾶς μεγάλης
لكِنَّكُمْ سَتَنَالُونَ قُوَّةً مَتَى حَلَّ الرُّوحُ الْقُدُسُ عَلَيْكُمْ، وَتَكُونُونَ لِي شُهُودًا فِي أُورُشَلِيمَ وَفِي كُلِّ الْيَهُودِيَّةِ وَالسَّامِرَةِ وَإِلَى أَقْصَى الأَرْضِ.
ἀλλὰ λήμψεσθε δύναμιν ἐπελθόντος τοῦ ; πνεύματος ἁγίου ἐφ᾽ ; ὑμᾶς καὶ ; ἔσεσθέ μοι; μάρτυρες ἔν τε ; Ἰερουσαλὴμ καὶ ; ἐν πάσῃ τῇ ; Ἰουδαίᾳ καὶ ; Σαμαρείᾳ καὶ ; ἕως ἐσχάτου τῆς ; γῆς.