ك
إصحاح
G1721
G1722. en
G1723
المعنى المختصر للكلمة
en: "in," at, (up-)on, by, etc.
اللفظ الأصلي ἐν
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق en (en)
تكرار الورود في الكتاب 1890 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

"in," at, (up-)on, by, etc.

الإنجليزية — KJV Translation Tags
about after against + almost X altogether among X as at before between (here-)by (+ all means) for (… sake of) + give self wholly to (here-)in(-to, -wardly) X mightily (because) of (up-)on (open-)ly X outwardly one X quickly X shortly (speedi-)ly X that X there(-in, -on) through(-out) (un-)to(-ward) under when where(-with) while with(-in)

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἐν (1744×) καὶ ; ἐν (59×) Ἐν (16×) Καὶ ; ἐγένετο ; ἐν (9×) ἔν (8×) Ἐγένετο ; δὲ ; ἐν (7×) καὶ ; ἐγένετο ; ἐν (6×) Καὶ ; ἐν (4×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (1890 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَلأَنَّهُ لَمْ يَكُنْ مُحْتَاجًا أَنْ يَشْهَدَ أَحَدٌ عَنِ الإِنْسَانِ، لأَنَّهُ عَلِمَ مَا كَانَ فِي الإِنْسَانِ.
καὶ ; ὅτι οὐ εἶχεν χρείαν ἵνα μαρτυρήσῃ τις περὶ τοῦ ; ἀνθρώπου· γὰρ αὐτὸς ; ἐγίνωσκεν τί ἦν ἐν τῷ ; ἀνθρώπῳ.¶
وَلَيْسَ أَحَدٌ صَعِدَ إِلَى السَّمَاءِ إِلاَّ الَّذِي نَزَلَ مِنَ السَّمَاءِ، ابْنُ الإِنْسَانِ الَّذِي هُوَ فِي السَّمَاءِ.
καὶ οὐδεὶς ἀναβέβηκεν εἰς τὸν ; οὐρανὸν εἰ ; μὴ ὁ καταβάς, ἐκ τοῦ ; οὐρανοῦ ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου ὁ ὢν ἐν τῷ ; οὐρανῷ.
وَكَمَا رَفَعَ مُوسَى الْحَيَّةَ فِي الْبَرِّيَّةِ هكَذَا يَنْبَغِي أَنْ يُرْفَعَ ابْنُ الإِنْسَانِ،
καὶ ; καθὼς ὕψωσεν Μωϋσῆς τὸν ; ὄφιν ἐν τῇ ; ἐρήμῳ, οὕτως δεῖ ὑψωθῆναι τὸν ; υἱὸν τοῦ ; ἀνθρώπου,
وَكَانَ يُوحَنَّا أَيْضًا يُعَمِّدُ فِي عَيْنِ نُونٍ بِقُرْبِ سَالِيمَ، لأَنَّهُ كَانَ هُنَاكَ مِيَاهٌ كَثِيرَةٌ، وَكَانُوا يَأْتُونَ وَيَعْتَمِدُونَ.
ἦν ; δὲ Ἰωάννης καὶ βαπτίζων ἐν Αἰνὼν ἐγγὺς τοῦ ; Σαλείμ, ὅτι ἦν ἐκεῖ. ὕδατα πολλὰ καὶ ; παρεγίνοντο καὶ ; ἐβαπτίζοντο·
اَلآبُ يُحِبُّ الابْنَ وَقَدْ دَفَعَ كُلَّ شَيْءٍ فِي يَدِهِ.
ὁ ; πατὴρ ἀγαπᾷ τὸν ; υἱὸν καὶ δέδωκεν πάντα ἐν τῇ ; χειρὶ ; αὐτοῦ.
آبَاؤُنَا سَجَدُوا فِي هذَا الْجَبَلِ، وَأَنْتُمْ تَقُولُونَ إِنَّ فِي أُورُشَلِيمَ الْمَوْضِعَ الَّذِي يَنْبَغِي أَنْ يُسْجَدَ فِيهِ.
οἱ ; πατέρες ; ἡμῶν προσεκύνησαν, ἐν τούτῳ τῷ ; ὄρει καὶ ; ὑμεῖς λέγετε ὅτι ἐν Ἱεροσολύμοις ἐστὶν ; ὁ ; τόπος ὅπου δεῖ.¶ προσκυνεῖν
آبَاؤُنَا سَجَدُوا فِي هذَا الْجَبَلِ، وَأَنْتُمْ تَقُولُونَ إِنَّ فِي أُورُشَلِيمَ الْمَوْضِعَ الَّذِي يَنْبَغِي أَنْ يُسْجَدَ فِيهِ.
οἱ ; πατέρες ; ἡμῶν προσεκύνησαν, ἐν τούτῳ τῷ ; ὄρει καὶ ; ὑμεῖς λέγετε ὅτι ἐν Ἱεροσολύμοις ἐστὶν ; ὁ ; τόπος ὅπου δεῖ.¶ προσκυνεῖν
قَالَ لَهَا يَسُوعُ: يَا امْرَأَةُ، صَدِّقِينِي أَنَّهُ تَأْتِي سَاعَةٌ، لاَ فِي هذَا الْجَبَلِ، وَلاَ فِي أُورُشَلِيمَ تَسْجُدُونَ لِلآبِ.
Λέγει αὐτῇ ὁ ; Ἰησοῦς· γύναι, πίστευσον; μοι, ὅτι ἔρχεται ὥρα ὅτε ; οὔτε ἐν τούτῳ τῷ ; ὄρει οὔτε ἐν Ἱεροσολύμοις προσκυνήσετε τῷ ; πατρί.
قَالَ لَهَا يَسُوعُ: يَا امْرَأَةُ، صَدِّقِينِي أَنَّهُ تَأْتِي سَاعَةٌ، لاَ فِي هذَا الْجَبَلِ، وَلاَ فِي أُورُشَلِيمَ تَسْجُدُونَ لِلآبِ.
Λέγει αὐτῇ ὁ ; Ἰησοῦς· γύναι, πίστευσον; μοι, ὅτι ἔρχεται ὥρα ὅτε ; οὔτε ἐν τούτῳ τῷ ; ὄρει οὔτε ἐν Ἱεροσολύμοις προσκυνήσετε τῷ ; πατρί.
لأَنَّهُ فِي هذَا يَصْدُقُ الْقَوْلُ: إِنَّ وَاحِدًا يَزْرَعُ وَآخَرَ يَحْصُدُ.
γὰρ ἐν τούτῳ ἐστὶν ; ὁ ; ἀληθινός, ὁ ; λόγος ὅτι ἄλλος ἐστὶν ; ὁ ; σπείρων καὶ ; ἄλλος ὁ ; θερίζων.
لأَنَّ يَسُوعَ نَفْسَهُ شَهِدَ أَنْ: لَيْسَ لِنَبِيٍّ كَرَامَةٌ فِي وَطَنِهِ.
γὰρ ὁ ; Ἰησοῦς αὐτὸς ἐμαρτύρησεν ὅτι οὐκ προφήτης ; ἔχει.¶ τιμὴν ἐν τῇ ; ἰδίᾳ ; πατρίδι
فَلَمَّا جَاءَ إِلَى الْجَلِيلِ قَبِلَهُ الْجَلِيلِيُّونَ، إِذْ كَانُوا قَدْ عَايَنُوا كُلَّ مَا فَعَلَ فِي أُورُشَلِيمَ فِي الْعِيدِ، لأَنَّهُمْ هُمْ أَيْضًا جَاءُوا إِلَى الْعِيدِ.
Ὅτε ; οὖν ἦλθεν εἰς τὴν ; Γαλιλαίαν, ἐδέξαντο ; αὐτὸν οἱ ; Γαλιλαῖοι ἑωρακότες πάντα ἃ ἐποίησεν ἐν Ἱεροσολύμοις ἐν τῇ ; ἑορτῇ· γὰρ αὐτοὶ καὶ ἦλθον εἰς τὴν ; ἑορτήν.¶
فَلَمَّا جَاءَ إِلَى الْجَلِيلِ قَبِلَهُ الْجَلِيلِيُّونَ، إِذْ كَانُوا قَدْ عَايَنُوا كُلَّ مَا فَعَلَ فِي أُورُشَلِيمَ فِي الْعِيدِ، لأَنَّهُمْ هُمْ أَيْضًا جَاءُوا إِلَى الْعِيدِ.
Ὅτε ; οὖν ἦλθεν εἰς τὴν ; Γαλιλαίαν, ἐδέξαντο ; αὐτὸν οἱ ; Γαλιλαῖοι ἑωρακότες πάντα ἃ ἐποίησεν ἐν Ἱεροσολύμοις ἐν τῇ ; ἑορτῇ· γὰρ αὐτοὶ καὶ ἦλθον εἰς τὴν ; ἑορτήν.¶
فَجَاءَ يَسُوعُ أَيْضًا إِلَى قَانَا الْجَلِيلِ، حَيْثُ صَنَعَ الْمَاءَ خَمْرًا. وَكَانَ خَادِمٌ لِلْمَلِكِ ابْنُهُ مَرِيضٌ فِي كَفْرِنَاحُومَ.
Ἦλθεν ; οὖν ὁ ; Ἰησοῦς πάλιν εἰς τὴν ; Κανὰ τῆς ; Γαλιλαίας, ὅπου ἐποίησεν τὸ ; ὕδωρ οἶνον. καὶ ; ἦν τις ; βασιλικὸς οὗ ; ὁ ; υἱὸς ἠσθένει ἐν Καφαρναούμ.
فَاسْتَخْبَرَهُمْ عَنِ السَّاعَةِ الَّتِي فِيهَا أَخَذَ يَتَعَافَى، فَقَالُوا لَهُ: أَمْسِ فِي السَّاعَةِ السَّابِعَةِ تَرَكَتْهُ الْحُمَّى.
ἐπύθετο ; οὖν ; παρ᾽ ; αὐτῶν τὴν ; ὥραν ᾗ ἐν ἔσχεν. κομψότερον καὶ ; εἶπαν αὐτῷ ὅτι ; ἐχθὲς ὥραν ἑβδόμην ἀφῆκεν ; αὐτὸν πυρετός.¶ ; ὁ
فَفَهِمَ الأَبُ أَنَّهُ فِي تِلْكَ السَّاعَةِ الَّتِي قَالَ لَهُ فِيهَا يَسُوعُ: إِنَّ ابْنَكَ حَيٌّ. فَآمَنَ هُوَ وَبَيْتُهُ كُلُّهُ.
Ἔγνω ; οὖν ὁ ; πατὴρ ὅτι ἐν ἐκείνῃ τῇ ; ὥρᾳ ᾗ εἶπεν αὐτῷ ἐν ὁ ; Ἰησοῦς ὅτι· ὁ ; υἱός ; σου ζῇ. καὶ ; ἐπίστευσεν αὐτὸς καὶ ; ἡ ; οἰκία ; αὐτοῦ ὅλη.¶
فَفَهِمَ الأَبُ أَنَّهُ فِي تِلْكَ السَّاعَةِ الَّتِي قَالَ لَهُ فِيهَا يَسُوعُ: إِنَّ ابْنَكَ حَيٌّ. فَآمَنَ هُوَ وَبَيْتُهُ كُلُّهُ.
Ἔγνω ; οὖν ὁ ; πατὴρ ὅτι ἐν ἐκείνῃ τῇ ; ὥρᾳ ᾗ εἶπεν αὐτῷ ἐν ὁ ; Ἰησοῦς ὅτι· ὁ ; υἱός ; σου ζῇ. καὶ ; ἐπίστευσεν αὐτὸς καὶ ; ἡ ; οἰκία ; αὐτοῦ ὅλη.¶
وَفِي أُورُشَلِيمَ عِنْدَ بَابِ الضَّأْنِ بِرْكَةٌ يُقَالُ لَهَا بِالْعِبْرَانِيَّةِ بَيْتُ حِسْدَا لَهَا خَمْسَةُ أَرْوِقَةٍ.
δὲ ; ἐν τοῖς ; Ἱεροσολύμοις ἐπὶ τῇ ; προβατικῇ ἔστιν ; κολυμβήθρα, ἡ ; ἐπιλεγομένη Ἑβραϊστὶ Βηθεσδά ἔχουσα. πέντε στοὰς
فِي هذِهِ كَانَ مُضْطَجِعًا جُمْهُورٌ كَثِيرٌ مِنْ مَرْضَى وَعُمْيٍ وَعُرْجٍ وَعُسْمٍ، يَتَوَقَّعُونَ تَحْرِيكَ الْمَاءِ.
ἐν ταύταις κατέκειτο πλῆθος πολὺ τῶν ἀσθενούντων, τυφλῶν, χωλῶν, ξηρῶν ἐκδεχομένων τὴν ; κίνησιν. τοῦ ; ὕδατος
لأَنَّ مَلاَكًا كَانَ يَنْزِلُ أَحْيَانًا فِي الْبِرْكَةِ وَيُحَرِّكُ الْمَاءَ. فَمَنْ نَزَلَ أَوَّلاً بَعْدَ تَحْرِيكِ الْمَاءِ كَانَ يَبْرَأُ مِنْ أَيِّ مَرَضٍ اعْتَرَاهُ.
γὰρ ἄγγελος κατέβαινεν κατὰ ; καιρὸν ἐν τῇ ; κολυμβήθρᾳ, καὶ ; ἐτάρασσε τὸ ; ὕδωρ· ὁ ; οὖν ἐμβὰς πρῶτος μετὰ τὴν ; ταραχὴν τοῦ ; ὕδατος, ἐγίνετο, ὑγιὴς ᾧ δήποτε νοσήματι.¶ κατειχετο
فَحَالاً بَرِئَ الإِنْسَانُ وَحَمَلَ سَرِيرَهُ وَمَشَى. وَكَانَ فِي ذلِكَ الْيَوْمِ سَبْتٌ.
εὐθέως ; καὶ ἐγένετο ; ὑγιὴς ὁ ; ἄνθρωπος καὶ ; ἦρεν τὸν ; κράβαττον ; αὐτοῦ καὶ ; περιεπάτει· ἦν ; δὲ ἐν ἐκείνῃ τῇ ; ἡμέρᾳ. σάββατον
أَمَّا الَّذِي شُفِيَ فَلَمْ يَكُنْ يَعْلَمُ مَنْ هُوَ، لأَنَّ يَسُوعَ اعْتَزَلَ، إِذْ كَانَ فِي الْمَوْضِعِ جَمْعٌ.
δὲ ὁ ; ἰαθεὶς οὐκ ᾔδει τίς ἐστιν· γὰρ ὁ ; Ἰησοῦς ἐξένευσεν ὄντος ἐν τῷ ; τόπῳ.¶ ὄχλου
بَعْدَ ذلِكَ وَجَدَهُ يَسُوعُ فِي الْهَيْكَلِ وَقَالَ لَهُ: هَا أَنْتَ قَدْ بَرِئْتَ، فَلاَ تُخْطِئْ أَيْضًا، لِئَلاَّ يَكُونَ لَكَ أَشَرُّ.
μετὰ ταῦτα εὑρίσκει ; αὐτὸν ὁ ; Ἰησοῦς ἐν τῷ ; ἱερῷ καὶ ; εἶπεν αὐτῷ· ἴδε γέγονας· ὑγιὴς μηκέτι ; ἁμάρτανε ἵνα ; μὴ τι ; γένηται. σοί χεῖρόν
وَلِهذَا كَانَ الْيَهُودُ يَطْرُدُونَ يَسُوعَ، وَيَطْلُبُونَ أَنْ يَقْتُلُوهُ، لأَنَّهُ عَمِلَ هذَا فِي سَبْتٍ.
καὶ ; διὰ ; τοῦτο οἱ ; Ἰουδαῖοι ἐδίωκον τὸν ; Ἰησοῦν καὶ ; ἐζήτουν αὐτὸν ; ἀποκτεῖναι, ὅτι ἐποίει ταῦτα ἐν σαββάτῳ.¶
لأَنَّهُ كَمَا أَنَّ الآبَ لَهُ حَيَاةٌ فِي ذَاتِهِ، كَذلِكَ أَعْطَى الابْنَ أَيْضًا أَنْ تَكُونَ لَهُ حَيَاةٌ فِي ذَاتِهِ،
γὰρ Ὥσπερ ὁ ; πατὴρ ἔχει ζωὴν ἐν ἑαυτῷ, οὕτως ἔδωκεν τῷ ; υἱῷ καὶ ἔχειν ζωὴν ἐν ἑαυτῷ,
لأَنَّهُ كَمَا أَنَّ الآبَ لَهُ حَيَاةٌ فِي ذَاتِهِ، كَذلِكَ أَعْطَى الابْنَ أَيْضًا أَنْ تَكُونَ لَهُ حَيَاةٌ فِي ذَاتِهِ،
γὰρ Ὥσπερ ὁ ; πατὴρ ἔχει ζωὴν ἐν ἑαυτῷ, οὕτως ἔδωκεν τῷ ; υἱῷ καὶ ἔχειν ζωὴν ἐν ἑαυτῷ,
لاَ تَتَعَجَّبُوا مِنْ هذَا، فَإِنَّهُ تَأْتِي سَاعَةٌ فِيهَا يَسْمَعُ جَمِيعُ الَّذِينَ فِي الْقُبُورِ صَوْتَهُ،
Μὴ θαυμάζετε τοῦτο, ὅτι ἔρχεται ὥρα ἐν ; ᾗ ἀκούσονται πάντες οἱ ἐν τοῖς ; μνημείοις τῆς ; αὐτοῦ ; φωνῆς
وَلكِنِّي قَدْ عَرَفْتُكُمْ أَنْ لَيْسَتْ لَكُمْ مَحَبَّةُ اللهِ فِي أَنْفُسِكُمْ.
ἀλλ᾽ ἔγνωκα ; ὑμᾶς ὅτι οὐκ ἔχετε τὴν ; ἀγάπην τοῦ ; θεοῦ ἐν ἑαυτοῖς.¶
فَقَالَ يَسُوعُ: اجْعَلُوا النَّاسَ يَتَّكِئُونَ. وَكَانَ فِي الْمَكَانِ عُشْبٌ كَثِيرٌ، فَاتَّكَأَ الرِّجَالُ وَعَدَدُهُمْ نَحْوُ خَمْسَةِ آلاَفٍ.
εἶπεν ; δὲ ὁ ; Ἰησοῦς· ποιήσατε τοὺς ; ἀνθρώπους ἀναπεσεῖν. ἦν ; δὲ ἐν τῷ ; τόπῳ. χόρτος πολὺς ἀνέπεσαν ; οὖν οἱ ; ἄνδρες τὸν ; ἀριθμὸν ὡσεὶ πεντακισχίλιοι.
آبَاؤُنَا أَكَلُوا الْمَنَّ فِي الْبَرِّيَّةِ، كَمَا هُوَ مَكْتُوبٌ: أَنَّهُ أَعْطَاهُمْ خُبْزًا مِنَ السَّمَاءِ لِيَأْكُلُوا.
οἱ ; πατέρες ; ἡμῶν ἔφαγον τὸ ; μάννα ἐν τῇ ; ἐρήμῳ καθώς ἐστιν γεγραμμένον· ἔδωκεν ; αὐτοῖς ἄρτον ἐκ τοῦ ; οὐρανοῦ φαγεῖν.¶