ك
إصحاح
G1409
G1410. dýnamai
G1411
المعنى المختصر للكلمة
dýnamai: to be able or possible
اللفظ الأصلي δύναμαι
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق dýnamai (doo-nam-ahee)
تكرار الورود في الكتاب 204 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها

of uncertain affinity;

المعنى والشرح المفصل

to be able or possible

الإنجليزية — KJV Translation Tags
be able can (do, + -not) could may might be possible be of power

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

δύναται (59×) δύνασθε (22×) ἐδύνατο (7×) δύναμαι (6×) δυνάμεθα (5×) δύνασαί (4×) δυνάμενος (4×) ἠδύνατο (3×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (204 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَلَمَّا خَرَجَ لَمْ يَسْتَطِعْ أَنْ يُكَلِّمَهُمْ، فَفَهِمُوا أَنَّهُ قَدْ رَأَى رُؤْيَا فِي الْهَيْكَلِ. فَكَانَ يُومِئُ إِلَيْهِمْ وَبَقِيَ صَامِتًا.
δὲ ἐξελθὼν οὐκ ἐδύνατο λαλῆσαι ; αὐτοῖς· καὶ ; ἐπέγνωσαν ὅτι ἑώρακεν ὀπτασίαν ἐν τῷ ; ναῷ. καὶ ; αὐτὸς ; ἦν διανεύων αὐτοῖς διέμενεν κωφός.¶
فَاصْنَعُوا أَثْمَارًا تَلِيقُ بِالتَّوْبَةِ. ولاَ تَبْتَدِئُوا تَقُولُونَ فِي أَنْفُسِكُمْ: لَنَا إِبْرَاهِيمُ أَبًا. لأَنِّي أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّ اللهَ قَادِرٌ أَنْ يُقِيمَ مِنْ هذِهِ الْحِجَارَةِ أَوْلاَدًا لإِبْرَاهِيمَ.
ποιήσατε ; οὖν καρποὺς ἀξίους τῆς ; μετανοίας· καὶ ; μὴ ἄρξησθε λέγειν ἐν ἑαυτοῖς· ἔχομεν τὸν ; Ἀβραάμ. πατέρα γὰρ λέγω ὑμῖν ὅτι ὁ ; θεὸς δύναται ἐγεῖραι ἐκ τούτων τῶν ; λίθων τέκνα τῷ ; Ἀβραάμ.
وَكَانَ فِي إِحْدَى الْمُدُنِ، فَإِذَا رَجُلٌ مَمْلُوءٌ بَرَصًا. فَلَمَّا رَأَى يَسُوعَ خَرَّ عَلَى وَجْهِهِ وَطَلَبَ إِلَيْهِ قَائِلاً: يَا سَيِّدُ، إِنْ أَرَدْتَ تَقْدِرْ أَنْ تُطَهِّرَنِي.
Καὶ ; ἐγένετο ; ἐν ; τῷ ; εἶναι ; αὐτὸν ἐν μιᾷ τῶν ; πόλεων καὶ ; ἰδοὺ ἀνὴρ πλήρης λέπρας· δὲ ἰδὼν τὸν ; Ἰησοῦν, πεσὼν ἐπὶ πρόσωπον ἐδεήθη αὐτοῦ λέγων· κύριε, ἐὰν θέλῃς, δύνασαί με ; καθαρίσαι.
فَابْتَدَأَ الْكَتَبَةُ وَالْفَرِّيسِيُّونَ يُفَكِّرُونَ قَائِلِينَ مَنْ هذَا الَّذِي يَتَكَلَّمُ بِتَجَادِيفَ. مَنْ يَقْدِرُ أَنْ يَغْفِرَ خَطَايَا إِلاَّ اللهُ وَحْدَهُ.
καὶ ; ἤρξαντο οἱ ; γραμματεῖς καὶ ; οἱ ; Φαρισαῖοι διαλογίζεσθαι λέγοντες· τίς ἐστιν ; οὗτος ὃς λαλεῖ βλασφημίας; τίς δύναται ἀφιέναι ἁμαρτίας εἰ ; μὴ ὁ ; θεός;¶ μόνος
لَهُمْ: أَتَقْدِرُونَ أَنْ تَجْعَلُوا بَنِي الْعُرْسِ يَصُومُونَ مَا دَامَ الْعَرِيسُ مَعَهُمْ.
πρὸς ; αὐτούς· μὴ ; δύνασθε ποιῆσαι τοὺς ; υἱοὺς τοῦ ; νυμφῶνος νηστεύειν ἐν ; ᾧ ὁ ; νυμφίος δὲ ; εἶπεν ; Ὁ
وَضَرَبَ لَهُمْ مَثَلاً: هَلْ يَقْدِرُ أَعْمَى أَنْ يَقُودَ أَعْمَى. أَمَا يَسْقُطُ الاثْنَانِ فِي حُفْرَةٍ.
εἶπεν ; δὲ αὐτοῖς· παραβολὴν μήτι δύναται τυφλὸς ὁδηγεῖν; τυφλὸν οὐχὶ πεσοῦνται ἀμφότεροι εἰς βόθυνον
أَوْ كَيْفَ تَقْدِرُ أَنْ تَقُولَ لأَخِيكَ: يَا أَخِي، دَعْنِي أُخْرِجِ الْقَذَى الَّذِي فِي عَيْنِكَ، وَأَنْتَ لاَ تَنْظُرُ الْخَشَبَةَ الَّتِي فِي عَيْنِكَ. يَا مُرَائِي. أَخْرِجْ أَوَّلاً الْخَشَبَةَ مِنْ عَيْنِكَ، وَحِينَئِذٍ تُبْصِرُ جَيِّدًا أَنْ تُخْرِجَ الْقَذَى الَّذِي فِي عَيْنِ أَخِيكَ.
ἢ πῶς δύνασαι λέγειν τῷ ; ἀδελφῷ ; σου· ἀδελφέ, ἄφες ἐκβάλω τὸ ; κάρφος τὸ ἐν τῷ ; ὀφθαλμῷ ; σου, αὐτὸς οὐ βλέπων; τὴν ; δοκὸν ἐν τῷ ; ὀφθαλμῷ ; σου ὑποκριτά, ἔκβαλε πρῶτον τὴν ; δοκὸν ἐκ τοῦ ; ὀφθαλμοῦ ; σου, τότε διαβλέψεις ἐκβαλεῖν. τὸ ; κάρφος τὸ ; ἐν τῷ ; ὀφθαλμῷ τοῦ ; ἀδελφοῦ ; σου
وَجَاءَ إِلَيْهِ أُمُّهُ وَإِخْوَتُهُ، وَلَمْ يَقْدِرُوا أَنْ يَصِلُوا إِلَيْهِ لِسَبَبِ الْجَمْعِ.
Παρεγένοντο; δὲ πρὸς ; αὐτὸν ἡ ; μήτηρ καὶ ; οἱ ; ἀδελφοὶ ; αὐτοῦ καὶ ; οὐκ ἠδύναντο συντυχεῖν αὐτῷ διὰ τὸν ; ὄχλον.
وَطَلَبْتُ مِنْ تَلاَمِيذِكَ أَنْ يُخْرِجُوهُ فَلَمْ يَقْدِرُوا.
καὶ ; ἐδεήθην τῶν ; μαθητῶν ; σου ἵνα ; ἐκβάλλωσιν; αὐτό, καὶ ; οὐκ ἠδυνήθησαν.¶
فَيُجِيبَ ذلِكَ مِنْ دَاخِل وَيَقُولَ: لاَ تُزْعِجْنِي. اَلْبَابُ مُغْلَقٌ الآنَ، وَأَوْلاَدِي مَعِي فِي الْفِرَاشِ. لاَ أَقْدِرُ أَنْ أَقُومَ وَأُعْطِيَكَ.
κἀκεῖνος ; ἀποκριθεὶς ἔσωθεν εἴπῃ· μή μοι ; κόπους ; πάρεχε. ἡ ; θύρα κέκλεισται, ἤδη καὶ ; τὰ ; παιδία ; μου μετ᾽ ; ἐμοῦ ; εἰσίν· εἰς τὴν ; κοίτην οὐ δύναμαι ἀναστὰς δοῦναί ; σοι.
وَمَنْ مِنْكُمْ إِذَا اهْتَمَّ يَقْدِرُ أَنْ يَزِيدَ عَلَى قَامَتِهِ ذِرَاعًا وَاحِدَةً.
τίς ; δὲ ἐξ ; ὑμῶν μεριμνῶν δύναται ἐπὶ ; προσθεῖναι αὐτοῦ ; ἡλικίαν πῆχυν ἕνα;
فَإِنْ كُنْتُمْ لاَ تَقْدِرُونَ وَلاَ عَلَى الأَصْغَرِ، فَلِمَاذَا تَهْتَمُّونَ بِالْبَوَاقِي.
εἰ ; οὖν οὐτὲ δύνασθε, ἐλάχιστον τί μεριμνᾶτε;¶ περὶ ; τῶν ; λοιπῶν
وَإِذَا امْرَأَةٌ كَانَ بِهَا رُوحُ ضَعْفٍ ثَمَانِيَ عَشْرَةَ سَنَةً، وَكَانَتْ مُنْحَنِيَةً وَلَمْ تَقْدِرْ أَنْ تَنْتَصِبَ الْبَتَّةَ.
καὶ ; ἰδοὺ γυνὴ ἦν ἔχουσα πνεῦμα ἀσθενείας δέκα καὶ ὀκτὼ; καὶ ἔτη καὶ ; ἦν συγκύπτουσα καὶ ; μὴ δυναμένη ἀνακύψαι εἰς ; τὸ ; παντελές.
وَقَالَ آخَرُ: إِنِّي تَزَوَّجْتُ بِامْرَأَةٍ، فَلِذلِكَ لاَ أَقْدِرُ أَنْ أَجِيءَ.
καὶ ; εἶπεν· ἕτερος ἔγημα γυναῖκα καὶ ; διὰ ; τοῦτο οὐ δύναμαι ἐλθεῖν.
إِنْ كَانَ أَحَدٌ يَأْتِي إِلَيَّ وَلاَ يُبْغِضُ أَبَاهُ وَأُمَّهُ وَامْرَأَتَهُ وَأَوْلاَدَهُ وَإِخْوَتَهُ حَتَّى نَفْسَهُ أَيْضًا، فَلاَ يَقْدِرُ أَنْ يَكُونَ لِي تِلْمِيذًا.
εἴ τις ἔρχεται πρός ; με καὶ ; οὐ μισεῖ τὸν ; πατέρα ; ἑαυτοῦ καὶ ; τὴν ; μητέρα καὶ ; τὴν ; γυναῖκα καὶ ; τὰ ; τέκνα καὶ ; τοὺς ; ἀδελφοὺς καὶ τὴν ; ψυχὴν ; ἑαυτοῦ, καὶ οὐ δύναται εἶναί μου μαθητής.
وَمَنْ لاَ يَحْمِلُ صَلِيبَهُ وَيَأْتِي وَرَائِي فَلاَ يَقْدِرُ أَنْ يَكُونَ لِي تِلْمِيذًا.
καὶ ; ὅστις οὐ βαστάζει τὸν ; σταυρὸν ; ἑαυτοῦ καὶ ; ἔρχεται ὀπίσω ; μου, οὐ δύναται εἶναί μου μαθητής.¶
فَكَذلِكَ كُلُّ وَاحِدٍ مِنْكُمْ لاَ يَتْرُكُ جَمِيعَ أَمْوَالِهِ، لاَ يَقْدِرُ أَنْ يَكُونَ لِي تِلْمِيذًا.
Οὕτως ; οὖν πᾶς ἐξ ; ὑμῶν ὃς ; οὐκ ἀποτάσσεται πᾶσιν τοῖς ; ἑαυτοῦ ; ὑπάρχουσιν, οὐ δύναται εἶναί μου μαθητής.¶
فَدَعَاهُ وَقَالَ لَهُ: مَا هذَا الَّذِي أَسْمَعُ عَنْكَ. أَعْطِ حِسَابَ وَكَالَتِكَ لأَنَّكَ لاَ تَقْدِرُ أَنْ تَكُونَ وَكِيلاً بَعْدُ.
καὶ ; φωνήσας ; αὐτὸν εἶπεν αὐτῷ· τί τοῦτο ἀκούω σοῦ; ἀπόδος τὸν ; λόγον τῆς ; οἰκονομίας ; σου· γὰρ οὐ δύνήσῃ οἰκονομεῖν. ἔτι
لاَ يَقْدِرُ خَادِمٌ أَنْ يَخْدِمَ سَيِّدَيْنِ، لأَنَّهُ إِمَّا أَنْ يُبْغِضَ الْوَاحِدَ وَيُحِبَّ الآخَرَ، أَوْ يُلاَزِمَ الْوَاحِدَ وَيَحْتَقِرَ الآخَرَ. لاَ تَقْدِرُونَ أَنْ تَخْدِمُوا اللهَ وَالْمَالَ.
Οὐδεὶς δύναται οἰκέτης δουλεύειν· δυσὶν ; κυρίοις γὰρ ἢ μισήσει τὸν ; ἕνα καὶ ; ἀγαπήσει, τὸν ; ἕτερον ἢ ἀνθέξεται ἑνὸς καταφρονήσει. τοῦ ; ἑτέρου οὐ δύνασθε δουλεύειν θεῷ καὶ ; μαμωνᾷ.¶
لاَ يَقْدِرُ خَادِمٌ أَنْ يَخْدِمَ سَيِّدَيْنِ، لأَنَّهُ إِمَّا أَنْ يُبْغِضَ الْوَاحِدَ وَيُحِبَّ الآخَرَ، أَوْ يُلاَزِمَ الْوَاحِدَ وَيَحْتَقِرَ الآخَرَ. لاَ تَقْدِرُونَ أَنْ تَخْدِمُوا اللهَ وَالْمَالَ.
Οὐδεὶς δύναται οἰκέτης δουλεύειν· δυσὶν ; κυρίοις γὰρ ἢ μισήσει τὸν ; ἕνα καὶ ; ἀγαπήσει, τὸν ; ἕτερον ἢ ἀνθέξεται ἑνὸς καταφρονήσει. τοῦ ; ἑτέρου οὐ δύνασθε δουλεύειν θεῷ καὶ ; μαμωνᾷ.¶
وَفَوْقَ هذَا كُلِّهِ، بَيْنَنَا وَبَيْنَكُمْ هُوَّةٌ عَظِيمَةٌ قَدْ أُثْبِتَتْ، حَتَّى إِنَّ الَّذِينَ يُرِيدُونَ الْعُبُورَ مِنْ ههُنَا إِلَيْكُمْ لاَ يَقْدِرُونَ، وَلاَ الَّذِينَ مِنْ هُنَاكَ يَجْتَازُونَ إِلَيْنَا.
καὶ ; ἐπὶ τούτοις πᾶσιν μεταξὺ ; ἡμῶν καὶ ; ὑμῶν χάσμα μέγα ἐστήρικται ὅπως οἱ θέλοντες διαβῆναι ἐντεῦθεν πρὸς ; ὑμᾶς μὴ δύνωνται μηδὲ οἱ ; ἐκεῖθεν διαπερῶσιν.¶ πρὸς ; ἡμᾶς
فَقَالَ الَّذِينَ سَمِعُوا: فَمَنْ يَسْتَطِيعُ أَنْ يَخْلُصَ.
δὲ ; εἶπαν οἱ ἀκούσαντες· καὶ ; τίς δύναται σωθῆναι;
وَطَلَبَ أَنْ يَرَى يَسُوعَ مَنْ هُوَ، وَلَمْ يَقْدِرْ مِنَ الْجَمْعِ، لأَنَّهُ كَانَ قَصِيرَ الْقَامَةِ.
καὶ ; ἐζήτει ἰδεῖν τὸν ; Ἰησοῦν τίς ἐστιν καὶ ; οὐκ ἠδύνατο ἀπὸ τοῦ ; ὄχλου, ὅτι ἦν. μικρὸς τῇ ; ἡλικίᾳ
إِذْ لاَ يَسْتَطِيعُونَ أَنْ يَمُوتُوا أَيْضًا، لأَنَّهُمْ مِثْلُ الْمَلاَئِكَةِ، وَهُمْ أَبْنَاءُ اللهِ، إِذْ هُمْ أَبْنَاءُ الْقِيَامَةِ.
γὰρ οὔτε δύνανται, ἀποθανεῖν ἔτι γάρ ; εἰσιν, ἰσάγγελοι καὶ ; εἰσιν υἱοί τοῦ ; θεοῦ ὄντες. υἱοὶ τῆς ; ἀναστάσεως
لأَنِّي أَنَا أُعْطِيكُمْ فَمًا وَحِكْمَةً لاَ يَقْدِرُ جَمِيعُ مُعَانِدِيكُمْ أَنْ يُقَاوِمُوهَا أَوْ يُنَاقِضُوهَا.
γὰρ ἐγὼ δώσω ; ὑμῖν στόμα καὶ ; σοφίαν ᾗ ; οὐ δυνήσονται πάντες οἱ ; ἀντικείμενοι ; ὑμῖν.¶ ἀντιστῆναι οὐδὲ ἀντειπεῖν
فَقَالَ لَهُ نَثَنَائِيلُ: أَمِنَ النَّاصِرَةِ يُمْكِنُ أَنْ يَكُونَ شَيْءٌ صَالِحٌ. قَالَ لَهُ فِيلُبُّسُ: تَعَالَ وَانْظُرْ.
καὶ ; εἶπεν αὐτῷ Ναθαναήλ· ἐκ Ναζαρὲτ δύναταί εἶναι; τι ἀγαθὸν λέγει αὐτῷ Φίλιππος· ἔρχου καὶ ; ἴδε.¶
هذَا جَاءَ إِلَى يَسُوعَ لَيْلاً وَقَالَ لَهُ: يَا مُعَلِّمُ، نَعْلَمُ أَنَّكَ قَدْ أَتَيْتَ مِنَ اللهِ مُعَلِّمًا، لأَنْ لَيْسَ أَحَدٌ يَقْدِرُ أَنْ يَعْمَلَ هذِهِ الآيَاتِ الَّتِي أَنْتَ تَعْمَلُ إِنْ لَمْ يَكُنِ اللهُ مَعَهُ.
οὗτος ἦλθεν πρὸς τὸν ; Ἰησοῦν νυκτὸς καὶ ; εἶπεν αὐτῷ· ῥαββί, οἴδαμεν ὅτι ἐλήλυθας ἀπὸ θεοῦ διδάσκαλος· γὰρ οὐδεὶς δύναται ποιεῖν ταῦτα τὰ ; σημεῖα ἃ σὺ ποιεῖς, ἐὰν μὴ ᾖ ὁ ; θεὸς μετ᾽ ; αὐτοῦ.¶
أَجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ لَهُ: الْحَقَّ الْحَقَّ أَقُولُ لَكَ: إِنْ كَانَ أَحَدٌ لاَ يُولَدُ مِنْ فَوْقُ لاَ يَقْدِرُ أَنْ يَرَى مَلَكُوتَ اللهِ.
Ἀπεκρίθη ὁ ; Ἰησοῦς καὶ ; εἶπεν αὐτῷ· ἀμὴν ἀμὴν λέγω σοι· ἐὰν τις μή γεννηθῇ ἄνωθεν, οὐ δύναται ἰδεῖν τὴν ; βασιλείαν τοῦ ; θεοῦ.¶
قَالَ لَهُ نِيقُودِيمُوسُ: كَيْفَ يُمْكِنُ الإِنْسَانَ أَنْ يُولَدَ وَهُوَ شَيْخٌ. أَلَعَلَّهُ يَقْدِرُ أَنْ يَدْخُلَ بَطْنَ أُمِّهِ ثَانِيَةً وَيُولَدَ.
Λέγει πρὸς ; αὐτὸν ὁ ; Νικόδημος· πῶς δύναται ἄνθρωπος γεννηθῆναι ὤν; γέρων μὴ ; δύναται εἰσελθεῖν τὴν ; κοιλίαν τῆς ; μητρὸς ; αὐτοῦ δεύτερον καὶ ; γεννηθῆναι;¶
قَالَ لَهُ نِيقُودِيمُوسُ: كَيْفَ يُمْكِنُ الإِنْسَانَ أَنْ يُولَدَ وَهُوَ شَيْخٌ. أَلَعَلَّهُ يَقْدِرُ أَنْ يَدْخُلَ بَطْنَ أُمِّهِ ثَانِيَةً وَيُولَدَ.
Λέγει πρὸς ; αὐτὸν ὁ ; Νικόδημος· πῶς δύναται ἄνθρωπος γεννηθῆναι ὤν; γέρων μὴ ; δύναται εἰσελθεῖν τὴν ; κοιλίαν τῆς ; μητρὸς ; αὐτοῦ δεύτερον καὶ ; γεννηθῆναι;¶