المعنى المختصر للكلمة
dýnamai:
to be able or possible
اللفظ الأصلي
δύναμαι
نوع الكلمة
اسم
طريقة النطق
dýnamai
(doo-nam-ahee)
تكرار الورود في الكتاب
204
مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
of uncertain affinity;
المعنى والشرح المفصل
to be able or possible
الإنجليزية — KJV Translation Tags
be able
can (do, +
-not)
could
may
might
be possible
be of power
أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك
أشكال الكلمة في النص الأصلي:
δύναται (59×)
δύνασθε (22×)
ἐδύνατο (7×)
δύναμαι (6×)
δυνάμεθα (5×)
δύνασαί (4×)
δυνάμενος (4×)
ἠδύνατο (3×)
شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (204 آية)
شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
لوقا 1: 22
Luk.1.22
فَلَمَّا خَرَجَ لَمْ يَسْتَطِعْ أَنْ يُكَلِّمَهُمْ، فَفَهِمُوا أَنَّهُ قَدْ رَأَى رُؤْيَا فِي الْهَيْكَلِ. فَكَانَ يُومِئُ إِلَيْهِمْ وَبَقِيَ صَامِتًا.
δὲ ἐξελθὼν οὐκ ἐδύνατο λαλῆσαι ; αὐτοῖς· καὶ ; ἐπέγνωσαν ὅτι ἑώρακεν ὀπτασίαν ἐν τῷ ; ναῷ. καὶ ; αὐτὸς ; ἦν διανεύων αὐτοῖς διέμενεν κωφός.¶
لوقا 3: 8
Luk.3.8
فَاصْنَعُوا أَثْمَارًا تَلِيقُ بِالتَّوْبَةِ. ولاَ تَبْتَدِئُوا تَقُولُونَ فِي أَنْفُسِكُمْ: لَنَا إِبْرَاهِيمُ أَبًا. لأَنِّي أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّ اللهَ قَادِرٌ أَنْ يُقِيمَ مِنْ هذِهِ الْحِجَارَةِ أَوْلاَدًا لإِبْرَاهِيمَ.
ποιήσατε ; οὖν καρποὺς ἀξίους τῆς ; μετανοίας· καὶ ; μὴ ἄρξησθε λέγειν ἐν ἑαυτοῖς· ἔχομεν τὸν ; Ἀβραάμ. πατέρα γὰρ λέγω ὑμῖν ὅτι ὁ ; θεὸς δύναται ἐγεῖραι ἐκ τούτων τῶν ; λίθων τέκνα τῷ ; Ἀβραάμ.
لوقا 5: 12
Luk.5.12
وَكَانَ فِي إِحْدَى الْمُدُنِ، فَإِذَا رَجُلٌ مَمْلُوءٌ بَرَصًا. فَلَمَّا رَأَى يَسُوعَ خَرَّ عَلَى وَجْهِهِ وَطَلَبَ إِلَيْهِ قَائِلاً: يَا سَيِّدُ، إِنْ أَرَدْتَ تَقْدِرْ أَنْ تُطَهِّرَنِي.
Καὶ ; ἐγένετο ; ἐν ; τῷ ; εἶναι ; αὐτὸν ἐν μιᾷ τῶν ; πόλεων καὶ ; ἰδοὺ ἀνὴρ πλήρης λέπρας· δὲ ἰδὼν τὸν ; Ἰησοῦν, πεσὼν ἐπὶ πρόσωπον ἐδεήθη αὐτοῦ λέγων· κύριε, ἐὰν θέλῃς, δύνασαί με ; καθαρίσαι.
لوقا 5: 21
Luk.5.21
فَابْتَدَأَ الْكَتَبَةُ وَالْفَرِّيسِيُّونَ يُفَكِّرُونَ قَائِلِينَ مَنْ هذَا الَّذِي يَتَكَلَّمُ بِتَجَادِيفَ. مَنْ يَقْدِرُ أَنْ يَغْفِرَ خَطَايَا إِلاَّ اللهُ وَحْدَهُ.
καὶ ; ἤρξαντο οἱ ; γραμματεῖς καὶ ; οἱ ; Φαρισαῖοι διαλογίζεσθαι λέγοντες· τίς ἐστιν ; οὗτος ὃς λαλεῖ βλασφημίας; τίς δύναται ἀφιέναι ἁμαρτίας εἰ ; μὴ ὁ ; θεός;¶ μόνος
لوقا 5: 34
Luk.5.34
لَهُمْ: أَتَقْدِرُونَ أَنْ تَجْعَلُوا بَنِي الْعُرْسِ يَصُومُونَ مَا دَامَ الْعَرِيسُ مَعَهُمْ.
πρὸς ; αὐτούς· μὴ ; δύνασθε ποιῆσαι τοὺς ; υἱοὺς τοῦ ; νυμφῶνος νηστεύειν ἐν ; ᾧ ὁ ; νυμφίος δὲ ; εἶπεν ; Ὁ
لوقا 6: 39
Luk.6.39
وَضَرَبَ لَهُمْ مَثَلاً: هَلْ يَقْدِرُ أَعْمَى أَنْ يَقُودَ أَعْمَى. أَمَا يَسْقُطُ الاثْنَانِ فِي حُفْرَةٍ.
εἶπεν ; δὲ αὐτοῖς· παραβολὴν μήτι δύναται τυφλὸς ὁδηγεῖν; τυφλὸν οὐχὶ πεσοῦνται ἀμφότεροι εἰς βόθυνον
لوقا 6: 42
Luk.6.42
أَوْ كَيْفَ تَقْدِرُ أَنْ تَقُولَ لأَخِيكَ: يَا أَخِي، دَعْنِي أُخْرِجِ الْقَذَى الَّذِي فِي عَيْنِكَ، وَأَنْتَ لاَ تَنْظُرُ الْخَشَبَةَ الَّتِي فِي عَيْنِكَ. يَا مُرَائِي. أَخْرِجْ أَوَّلاً الْخَشَبَةَ مِنْ عَيْنِكَ، وَحِينَئِذٍ تُبْصِرُ جَيِّدًا أَنْ تُخْرِجَ الْقَذَى الَّذِي فِي عَيْنِ أَخِيكَ.
ἢ πῶς δύνασαι λέγειν τῷ ; ἀδελφῷ ; σου· ἀδελφέ, ἄφες ἐκβάλω τὸ ; κάρφος τὸ ἐν τῷ ; ὀφθαλμῷ ; σου, αὐτὸς οὐ βλέπων; τὴν ; δοκὸν ἐν τῷ ; ὀφθαλμῷ ; σου ὑποκριτά, ἔκβαλε πρῶτον τὴν ; δοκὸν ἐκ τοῦ ; ὀφθαλμοῦ ; σου, τότε διαβλέψεις ἐκβαλεῖν. τὸ ; κάρφος τὸ ; ἐν τῷ ; ὀφθαλμῷ τοῦ ; ἀδελφοῦ ; σου
لوقا 8: 19
Luk.8.19
وَجَاءَ إِلَيْهِ أُمُّهُ وَإِخْوَتُهُ، وَلَمْ يَقْدِرُوا أَنْ يَصِلُوا إِلَيْهِ لِسَبَبِ الْجَمْعِ.
Παρεγένοντο; δὲ πρὸς ; αὐτὸν ἡ ; μήτηρ καὶ ; οἱ ; ἀδελφοὶ ; αὐτοῦ καὶ ; οὐκ ἠδύναντο συντυχεῖν αὐτῷ διὰ τὸν ; ὄχλον.
لوقا 9: 40
Luk.9.40
وَطَلَبْتُ مِنْ تَلاَمِيذِكَ أَنْ يُخْرِجُوهُ فَلَمْ يَقْدِرُوا.
καὶ ; ἐδεήθην τῶν ; μαθητῶν ; σου ἵνα ; ἐκβάλλωσιν; αὐτό, καὶ ; οὐκ ἠδυνήθησαν.¶
لوقا 11: 7
Luk.11.7
فَيُجِيبَ ذلِكَ مِنْ دَاخِل وَيَقُولَ: لاَ تُزْعِجْنِي. اَلْبَابُ مُغْلَقٌ الآنَ، وَأَوْلاَدِي مَعِي فِي الْفِرَاشِ. لاَ أَقْدِرُ أَنْ أَقُومَ وَأُعْطِيَكَ.
κἀκεῖνος ; ἀποκριθεὶς ἔσωθεν εἴπῃ· μή μοι ; κόπους ; πάρεχε. ἡ ; θύρα κέκλεισται, ἤδη καὶ ; τὰ ; παιδία ; μου μετ᾽ ; ἐμοῦ ; εἰσίν· εἰς τὴν ; κοίτην οὐ δύναμαι ἀναστὰς δοῦναί ; σοι.
لوقا 12: 25
Luk.12.25
وَمَنْ مِنْكُمْ إِذَا اهْتَمَّ يَقْدِرُ أَنْ يَزِيدَ عَلَى قَامَتِهِ ذِرَاعًا وَاحِدَةً.
τίς ; δὲ ἐξ ; ὑμῶν μεριμνῶν δύναται ἐπὶ ; προσθεῖναι αὐτοῦ ; ἡλικίαν πῆχυν ἕνα;
لوقا 12: 26
Luk.12.26
فَإِنْ كُنْتُمْ لاَ تَقْدِرُونَ وَلاَ عَلَى الأَصْغَرِ، فَلِمَاذَا تَهْتَمُّونَ بِالْبَوَاقِي.
εἰ ; οὖν οὐτὲ δύνασθε, ἐλάχιστον τί μεριμνᾶτε;¶ περὶ ; τῶν ; λοιπῶν
لوقا 13: 11
Luk.13.11
وَإِذَا امْرَأَةٌ كَانَ بِهَا رُوحُ ضَعْفٍ ثَمَانِيَ عَشْرَةَ سَنَةً، وَكَانَتْ مُنْحَنِيَةً وَلَمْ تَقْدِرْ أَنْ تَنْتَصِبَ الْبَتَّةَ.
καὶ ; ἰδοὺ γυνὴ ἦν ἔχουσα πνεῦμα ἀσθενείας δέκα καὶ ὀκτὼ; καὶ ἔτη καὶ ; ἦν συγκύπτουσα καὶ ; μὴ δυναμένη ἀνακύψαι εἰς ; τὸ ; παντελές.
لوقا 14: 20
Luk.14.20
وَقَالَ آخَرُ: إِنِّي تَزَوَّجْتُ بِامْرَأَةٍ، فَلِذلِكَ لاَ أَقْدِرُ أَنْ أَجِيءَ.
καὶ ; εἶπεν· ἕτερος ἔγημα γυναῖκα καὶ ; διὰ ; τοῦτο οὐ δύναμαι ἐλθεῖν.
لوقا 14: 26
Luk.14.26
إِنْ كَانَ أَحَدٌ يَأْتِي إِلَيَّ وَلاَ يُبْغِضُ أَبَاهُ وَأُمَّهُ وَامْرَأَتَهُ وَأَوْلاَدَهُ وَإِخْوَتَهُ حَتَّى نَفْسَهُ أَيْضًا، فَلاَ يَقْدِرُ أَنْ يَكُونَ لِي تِلْمِيذًا.
εἴ τις ἔρχεται πρός ; με καὶ ; οὐ μισεῖ τὸν ; πατέρα ; ἑαυτοῦ καὶ ; τὴν ; μητέρα καὶ ; τὴν ; γυναῖκα καὶ ; τὰ ; τέκνα καὶ ; τοὺς ; ἀδελφοὺς καὶ τὴν ; ψυχὴν ; ἑαυτοῦ, καὶ οὐ δύναται εἶναί μου μαθητής.
لوقا 14: 27
Luk.14.27
وَمَنْ لاَ يَحْمِلُ صَلِيبَهُ وَيَأْتِي وَرَائِي فَلاَ يَقْدِرُ أَنْ يَكُونَ لِي تِلْمِيذًا.
καὶ ; ὅστις οὐ βαστάζει τὸν ; σταυρὸν ; ἑαυτοῦ καὶ ; ἔρχεται ὀπίσω ; μου, οὐ δύναται εἶναί μου μαθητής.¶
لوقا 14: 33
Luk.14.33
فَكَذلِكَ كُلُّ وَاحِدٍ مِنْكُمْ لاَ يَتْرُكُ جَمِيعَ أَمْوَالِهِ، لاَ يَقْدِرُ أَنْ يَكُونَ لِي تِلْمِيذًا.
Οὕτως ; οὖν πᾶς ἐξ ; ὑμῶν ὃς ; οὐκ ἀποτάσσεται πᾶσιν τοῖς ; ἑαυτοῦ ; ὑπάρχουσιν, οὐ δύναται εἶναί μου μαθητής.¶
لوقا 16: 2
Luk.16.2
فَدَعَاهُ وَقَالَ لَهُ: مَا هذَا الَّذِي أَسْمَعُ عَنْكَ. أَعْطِ حِسَابَ وَكَالَتِكَ لأَنَّكَ لاَ تَقْدِرُ أَنْ تَكُونَ وَكِيلاً بَعْدُ.
καὶ ; φωνήσας ; αὐτὸν εἶπεν αὐτῷ· τί τοῦτο ἀκούω σοῦ; ἀπόδος τὸν ; λόγον τῆς ; οἰκονομίας ; σου· γὰρ οὐ δύνήσῃ οἰκονομεῖν. ἔτι
لوقا 16: 13
Luk.16.13
لاَ يَقْدِرُ خَادِمٌ أَنْ يَخْدِمَ سَيِّدَيْنِ، لأَنَّهُ إِمَّا أَنْ يُبْغِضَ الْوَاحِدَ وَيُحِبَّ الآخَرَ، أَوْ يُلاَزِمَ الْوَاحِدَ وَيَحْتَقِرَ الآخَرَ. لاَ تَقْدِرُونَ أَنْ تَخْدِمُوا اللهَ وَالْمَالَ.
Οὐδεὶς δύναται οἰκέτης δουλεύειν· δυσὶν ; κυρίοις γὰρ ἢ μισήσει τὸν ; ἕνα καὶ ; ἀγαπήσει, τὸν ; ἕτερον ἢ ἀνθέξεται ἑνὸς καταφρονήσει. τοῦ ; ἑτέρου οὐ δύνασθε δουλεύειν θεῷ καὶ ; μαμωνᾷ.¶
لوقا 16: 13
Luk.16.13
لاَ يَقْدِرُ خَادِمٌ أَنْ يَخْدِمَ سَيِّدَيْنِ، لأَنَّهُ إِمَّا أَنْ يُبْغِضَ الْوَاحِدَ وَيُحِبَّ الآخَرَ، أَوْ يُلاَزِمَ الْوَاحِدَ وَيَحْتَقِرَ الآخَرَ. لاَ تَقْدِرُونَ أَنْ تَخْدِمُوا اللهَ وَالْمَالَ.
Οὐδεὶς δύναται οἰκέτης δουλεύειν· δυσὶν ; κυρίοις γὰρ ἢ μισήσει τὸν ; ἕνα καὶ ; ἀγαπήσει, τὸν ; ἕτερον ἢ ἀνθέξεται ἑνὸς καταφρονήσει. τοῦ ; ἑτέρου οὐ δύνασθε δουλεύειν θεῷ καὶ ; μαμωνᾷ.¶
لوقا 16: 26
Luk.16.26
وَفَوْقَ هذَا كُلِّهِ، بَيْنَنَا وَبَيْنَكُمْ هُوَّةٌ عَظِيمَةٌ قَدْ أُثْبِتَتْ، حَتَّى إِنَّ الَّذِينَ يُرِيدُونَ الْعُبُورَ مِنْ ههُنَا إِلَيْكُمْ لاَ يَقْدِرُونَ، وَلاَ الَّذِينَ مِنْ هُنَاكَ يَجْتَازُونَ إِلَيْنَا.
καὶ ; ἐπὶ τούτοις πᾶσιν μεταξὺ ; ἡμῶν καὶ ; ὑμῶν χάσμα μέγα ἐστήρικται ὅπως οἱ θέλοντες διαβῆναι ἐντεῦθεν πρὸς ; ὑμᾶς μὴ δύνωνται μηδὲ οἱ ; ἐκεῖθεν διαπερῶσιν.¶ πρὸς ; ἡμᾶς
لوقا 18: 26
Luk.18.26
فَقَالَ الَّذِينَ سَمِعُوا: فَمَنْ يَسْتَطِيعُ أَنْ يَخْلُصَ.
δὲ ; εἶπαν οἱ ἀκούσαντες· καὶ ; τίς δύναται σωθῆναι;
لوقا 19: 3
Luk.19.3
وَطَلَبَ أَنْ يَرَى يَسُوعَ مَنْ هُوَ، وَلَمْ يَقْدِرْ مِنَ الْجَمْعِ، لأَنَّهُ كَانَ قَصِيرَ الْقَامَةِ.
καὶ ; ἐζήτει ἰδεῖν τὸν ; Ἰησοῦν τίς ἐστιν καὶ ; οὐκ ἠδύνατο ἀπὸ τοῦ ; ὄχλου, ὅτι ἦν. μικρὸς τῇ ; ἡλικίᾳ
لوقا 20: 36
Luk.20.36
إِذْ لاَ يَسْتَطِيعُونَ أَنْ يَمُوتُوا أَيْضًا، لأَنَّهُمْ مِثْلُ الْمَلاَئِكَةِ، وَهُمْ أَبْنَاءُ اللهِ، إِذْ هُمْ أَبْنَاءُ الْقِيَامَةِ.
γὰρ οὔτε δύνανται, ἀποθανεῖν ἔτι γάρ ; εἰσιν, ἰσάγγελοι καὶ ; εἰσιν υἱοί τοῦ ; θεοῦ ὄντες. υἱοὶ τῆς ; ἀναστάσεως
لوقا 21: 15
Luk.21.15
لأَنِّي أَنَا أُعْطِيكُمْ فَمًا وَحِكْمَةً لاَ يَقْدِرُ جَمِيعُ مُعَانِدِيكُمْ أَنْ يُقَاوِمُوهَا أَوْ يُنَاقِضُوهَا.
γὰρ ἐγὼ δώσω ; ὑμῖν στόμα καὶ ; σοφίαν ᾗ ; οὐ δυνήσονται πάντες οἱ ; ἀντικείμενοι ; ὑμῖν.¶ ἀντιστῆναι οὐδὲ ἀντειπεῖν
يوحنا 1: 46
Jhn.1.46
فَقَالَ لَهُ نَثَنَائِيلُ: أَمِنَ النَّاصِرَةِ يُمْكِنُ أَنْ يَكُونَ شَيْءٌ صَالِحٌ. قَالَ لَهُ فِيلُبُّسُ: تَعَالَ وَانْظُرْ.
καὶ ; εἶπεν αὐτῷ Ναθαναήλ· ἐκ Ναζαρὲτ δύναταί εἶναι; τι ἀγαθὸν λέγει αὐτῷ Φίλιππος· ἔρχου καὶ ; ἴδε.¶
يوحنا 3: 2
Jhn.3.2
هذَا جَاءَ إِلَى يَسُوعَ لَيْلاً وَقَالَ لَهُ: يَا مُعَلِّمُ، نَعْلَمُ أَنَّكَ قَدْ أَتَيْتَ مِنَ اللهِ مُعَلِّمًا، لأَنْ لَيْسَ أَحَدٌ يَقْدِرُ أَنْ يَعْمَلَ هذِهِ الآيَاتِ الَّتِي أَنْتَ تَعْمَلُ إِنْ لَمْ يَكُنِ اللهُ مَعَهُ.
οὗτος ἦλθεν πρὸς τὸν ; Ἰησοῦν νυκτὸς καὶ ; εἶπεν αὐτῷ· ῥαββί, οἴδαμεν ὅτι ἐλήλυθας ἀπὸ θεοῦ διδάσκαλος· γὰρ οὐδεὶς δύναται ποιεῖν ταῦτα τὰ ; σημεῖα ἃ σὺ ποιεῖς, ἐὰν μὴ ᾖ ὁ ; θεὸς μετ᾽ ; αὐτοῦ.¶
يوحنا 3: 3
Jhn.3.3
أَجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ لَهُ: الْحَقَّ الْحَقَّ أَقُولُ لَكَ: إِنْ كَانَ أَحَدٌ لاَ يُولَدُ مِنْ فَوْقُ لاَ يَقْدِرُ أَنْ يَرَى مَلَكُوتَ اللهِ.
Ἀπεκρίθη ὁ ; Ἰησοῦς καὶ ; εἶπεν αὐτῷ· ἀμὴν ἀμὴν λέγω σοι· ἐὰν τις μή γεννηθῇ ἄνωθεν, οὐ δύναται ἰδεῖν τὴν ; βασιλείαν τοῦ ; θεοῦ.¶
يوحنا 3: 4
Jhn.3.4
قَالَ لَهُ نِيقُودِيمُوسُ: كَيْفَ يُمْكِنُ الإِنْسَانَ أَنْ يُولَدَ وَهُوَ شَيْخٌ. أَلَعَلَّهُ يَقْدِرُ أَنْ يَدْخُلَ بَطْنَ أُمِّهِ ثَانِيَةً وَيُولَدَ.
Λέγει πρὸς ; αὐτὸν ὁ ; Νικόδημος· πῶς δύναται ἄνθρωπος γεννηθῆναι ὤν; γέρων μὴ ; δύναται εἰσελθεῖν τὴν ; κοιλίαν τῆς ; μητρὸς ; αὐτοῦ δεύτερον καὶ ; γεννηθῆναι;¶
يوحنا 3: 4
Jhn.3.4
قَالَ لَهُ نِيقُودِيمُوسُ: كَيْفَ يُمْكِنُ الإِنْسَانَ أَنْ يُولَدَ وَهُوَ شَيْخٌ. أَلَعَلَّهُ يَقْدِرُ أَنْ يَدْخُلَ بَطْنَ أُمِّهِ ثَانِيَةً وَيُولَدَ.
Λέγει πρὸς ; αὐτὸν ὁ ; Νικόδημος· πῶς δύναται ἄνθρωπος γεννηθῆναι ὤν; γέρων μὴ ; δύναται εἰσελθεῖν τὴν ; κοιλίαν τῆς ; μητρὸς ; αὐτοῦ δεύτερον καὶ ; γεννηθῆναι;¶