ك
إصحاح
G1409
G1410. dýnamai
G1411
المعنى المختصر للكلمة
dýnamai: to be able or possible
اللفظ الأصلي δύναμαι
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق dýnamai (doo-nam-ahee)
تكرار الورود في الكتاب 204 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها

of uncertain affinity;

المعنى والشرح المفصل

to be able or possible

الإنجليزية — KJV Translation Tags
be able can (do, + -not) could may might be possible be of power

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

δύναται (59×) δύνασθε (22×) ἐδύνατο (7×) δύναμαι (6×) δυνάμεθα (5×) δύνασαί (4×) δυνάμενος (4×) ἠδύνατο (3×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (204 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
أَجَابَ يَسُوعُ: الْحَقَّ الْحَقَّ أَقُولُ لَكَ: إِنْ كَانَ أَحَدٌ لاَ يُولَدُ مِنَ الْمَاءِ وَالرُّوحِ لاَ يَقْدِرُ أَنْ يَدْخُلَ مَلَكُوتَ اللهِ.
Ἀπεκρίθη ὁ ; Ἰησοῦς· ἀμὴν ἀμὴν λέγω σοι, ἐὰν τις μή γεννηθῇ ἐξ ὕδατος καὶ ; πνεύματος, οὐ δύναται εἰσελθεῖν εἰς ; τὴν ; βασιλείαν τοῦ ; θεοῦ.¶
أَجَابَ نِيقُودِيمُوسُ وَقَالَ لَهُ: كَيْفَ يُمْكِنُ أَنْ يَكُونَ هذَا.
Ἀπεκρίθη Νικόδημος καὶ ; εἶπεν αὐτῷ· πῶς δύναται γενέσθαι;¶ ταῦτα
أجَابَ يُوحَنَّا وَقَالَ: لاَ يَقْدِرُ إِنْسَانٌ أَنْ يَأْخُذَ شَيْئًا إِنْ لَمْ يَكُنْ قَدْ أُعْطِيَ مِنَ السَّمَاءِ.
ἀπεκρίθη Ἰωάννης καὶ ; εἶπεν· οὐ δύναται ἄνθρωπος λαμβάνειν οὐδὲν; ἓν ἐὰν μὴ ᾖ δεδομένον ; αὐτῷ ἐκ τοῦ ; οὐρανοῦ.
فَأَجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ لَهُمُ: الْحَقَّ الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: لاَ يَقْدِرُ الابْنُ أَنْ يَعْمَلَ مِنْ نَفْسِهِ شَيْئًا إِلاَّ مَا يَنْظُرُ الآبَ يَعْمَلُ. لأَنْ مَهْمَا عَمِلَ ذَاكَ فَهذَا يَعْمَلُهُ الابْنُ كَذلِكَ.
ἀπεκρίνατο ; οὖν ὁ ; Ἰησοῦς καὶ ; εἶπεν αὐτοῖς· ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν· οὐ δύναται ὁ ; υἱὸς ποιεῖν ἀφ᾽ ἑαυτοῦ οὐδέν, ἐὰν ; μή βλέπῃ τὸν ; πατέρα ποιοῦντα. γὰρ ἃ ; ἂν ποιῇ, ἐκεῖνος ταῦτα ; καὶ ποιεῖ. ὁ ; υἱὸς ὁμοίως
أَنَا لاَ أَقْدِرُ أَنْ أَفْعَلَ مِنْ نَفْسِي شَيْئًا. كَمَا أَسْمَعُ أَدِينُ، وَدَيْنُونَتِي عَادِلَةٌ، لأَنِّي لاَ أَطْلُبُ مَشِيئَتِي بَلْ مَشِيئَةَ الآبِ الَّذِي أَرْسَلَنِي.
ἐγὼ οὐ δύναμαι ποιεῖν ἀπ᾽ ἐμαυτοῦ οὐδέν· καθὼς ἀκούω κρίνω, καὶ ; ἡ ; κρίσις ; ἡ ; ἐμὴ δικαία ; ἐστίν, ὅτι οὐ ζητῶ τὸ ; θέλημα ; τὸ ; ἐμὸν ἀλλὰ τὸ ; θέλημα πατρός.¶ τοῦ πέμψαντός ; με
كَيْفَ تَقْدِرُونَ أَنْ تُؤْمِنُوا وَأَنْتُمْ تَقْبَلُونَ مَجْدًا بَعْضُكُمْ مِنْ بَعْضٍ، وَالْمَجْدُ الَّذِي مِنَ الإِلهِ الْوَاحِدِ لَسْتُمْ تَطْلُبُونَهُ.
Πῶς δύνασθε πιστεῦσαι ὑμεῖς λαμβάνοντες δόξαν παρὰ ; ἀλλήλων καὶ ; τὴν ; δόξαν τὴν παρὰ τοῦ ; θεοῦ μόνου οὐ ζητεῖτε;¶
لاَ يَقْدِرُ أَحَدٌ أَنْ يُقْبِلَ إِلَيَّ إِنْ لَمْ يَجْتَذِبْهُ الآبُ الَّذِي أَرْسَلَنِي، وَأَنَا أُقِيمُهُ فِي الْيَوْمِ الأَخِيرِ.
οὐδεὶς ; δύναται ἐλθεῖν πρός ; με, ἐὰν μὴ ἑλκύσῃ ; αὐτόν, ὁ ; πατὴρ ὁ πέμψας ; με κἀγὼ ἀναστήσω ; αὐτὸν ἐν τῇ ; ἡμέρᾳ. ἐσχάτῃ
فَخَاصَمَ الْيَهُودُ بَعْضُهُمْ بَعْضًا قَائِلِينَ: كَيْفَ يَقْدِرُ هذَا أَنْ يُعْطِيَنَا جَسَدَهُ لِنَأْكُلَ.
Ἐμάχοντο ; οὖν οἱ ; Ἰουδαῖοι πρὸς ; ἀλλήλους λέγοντες· πῶς δύναται οὗτος ἡμῖν ; δοῦναι τὴν ; σάρκα ; αὐτοῦ φαγεῖν;¶
فَقَالَ كَثِيرُونَ مِنْ تَلاَمِيذِهِ، إِذْ سَمِعُوا: إِنَّ هذَا الْكَلاَمَ صَعْبٌ. مَنْ يَقْدِرُ أَنْ يَسْمَعَهُ.
οὖν ; εἶπαν· πολλοὶ ἐκ τῶν ; μαθητῶν ; αὐτοῦ ἀκούσαντες οὗτος· ὁ ; λόγος σκληρός ; ἐστιν τίς δύναται αὐτοῦ ἀκούειν;¶
فَقَالَ: لِهذَا قُلْتُ لَكُمْ: إِنَّهُ لاَ يَقْدِرُ أَحَدٌ أَنْ يَأْتِيَ إِلَيَّ إِنْ لَمْ يُعْطَ مِنْ أَبِي.
καὶ ; ἔλεγεν· διὰ ; τοῦτο εἴρηκα ὑμῖν ὅτι οὐδεὶς ; δύναται ἐλθεῖν πρός ; με ἐὰν μὴ ᾖ ; δεδομένον ; αὐτῷ ἐκ τοῦ ; πατρός ; μου.
لاَ يَقْدِرُ الْعَالَمُ أَنْ يُبْغِضَكُمْ، وَلكِنَّهُ يُبْغِضُنِي لأَنِّي أَشْهَدُ عَلَيْهِ أَنَّ أَعْمَالَهُ شِرِّيرَةٌ.
οὐ δύναται ὁ ; κόσμος μισεῖν ; ὑμᾶς, δὲ ἐμὲ ; μισεῖ, ὅτι ἐγὼ ; μαρτυρῶ περὶ ; αὐτοῦ ὅτι τὰ ; ἔργα ; αὐτοῦ πονηρά ; ἐστιν.
سَتَطْلُبُونَنِي وَلاَ تَجِدُونَنِي، وَحَيْثُ أَكُونُ أَنَا لاَ تَقْدِرُونَ أَنْتُمْ أَنْ تَأْتُوا.
ζητήσετέ ; με καὶ ; οὐχ εὑρήσετέ ; με, καὶ ; ὅπου εἰμὶ ἐγὼ οὐ δύνασθε ὑμεῖς ἐλθεῖν.¶
مَا هذَا الْقَوْلُ الَّذِي قَالَ: سَتَطْلُبُونَنِي وَلاَ تَجِدُونَنِي، وَحَيْثُ أَكُونُ أَنَا لاَ تَقْدِرُونَ أَنْتُمْ أَنْ تَأْتُوا..
τίς ; ἐστιν οὗτος ὁ ; λόγος ὃν εἶπεν· ζητήσετέ ; με καὶ ; οὐχ εὑρήσετέ ; με, καὶ ; ὅπου εἰμὶ ἐγὼ οὐ δύνασθε ὑμεῖς ἐλθεῖν;¶
قَالَ لَهُمْ يَسُوعُ أَيْضًا: أَنَا أَمْضِي وَسَتَطْلُبُونَنِي، وَتَمُوتُونَ فِي خَطِيَّتِكُمْ. حَيْثُ أَمْضِي أَنَا لاَ تَقْدِرُونَ أَنْتُمْ أَنْ تَأْتُوا
Εἶπεν ; οὖν αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς· πάλιν ἐγὼ ὑπάγω, καὶ ; ζητήσετέ ; με καὶ ; ἀποθανεῖσθε· ἐν τῇ ; ἁμαρτίᾳ ; ὑμῶν ὅπου ὑπάγω ἐγὼ οὐ δύνασθε ὑμεῖς ἐλθεῖν.
فَقَالَ الْيَهُودُ: أَلَعَلَّهُ يَقْتُلُ نَفْسَهُ حَتَّى يَقُولُ: حَيْثُ أَمْضِي أَنَا لاَ تَقْدِرُونَ أَنْتُمْ أَنْ تَأْتُوا..
ἔλεγον ; οὖν οἱ ; Ἰουδαῖοι· μήτι ἀποκτενεῖ ἑαυτόν, ὅτι λέγει· ὅπου ὑπάγω ἐγὼ οὐ δύνασθε ὑμεῖς ἐλθεῖν;
لِمَاذَا لاَ تَفْهَمُونَ كَلاَمِي. لأَنَّكُمْ لاَ تَقْدِرُونَ أَنْ تَسْمَعُوا قَوْلِي.
διὰ ; τί οὐ γινώσκετε; τὴν ; λαλιὰν ; τὴν ; ἐμὴν ὅτι οὐ δύνασθε ἀκούειν τὸν ; λόγον ; τὸν ; ἐμόν.
يَنْبَغِي أَنْ أَعْمَلَ أَعْمَالَ الَّذِي أَرْسَلَنِي مَا دَامَ نَهَارٌ. يَأْتِي لَيْلٌ حِينَ يَسْتَطِيعُ أَحَدٌ أَنْ يَعْمَلَ.
δεῖ Ἐμὲ; ἐργάζεσθαι τὰ ; ἔργα τοῦ πέμψαντός ; με ἕως ; ἐστίν· ἡμέρα ἔρχεται νύξ, ὅτε δύναται οὐδεὶς ἐργάζεσθαι.
فَقَالَ قَوْمٌ مِنَ الْفَرِّيسِيِّينَ: هذَا الإِنْسَانُ لَيْسَ مِنَ اللهِ، لأَنَّهُ لاَ يَحْفَظُ السَّبْتَ. آخَرُونَ قَالُوا: كَيْفَ يَقْدِرُ إِنْسَانٌ خَاطِئٌ أَنْ يَعْمَلَ مِثْلَ هذِهِ الآيَاتِ. وَكَانَ بَيْنَهُمُ انْشِقَاقٌ.
ἔλεγον ; οὖν τινές· ἐκ τῶν ; Φαρισαίων οὗτος ὁ ; ἄνθρωπος, οὐκ ; ἔστιν παρὰ τοῦ ; θεοῦ ὅτι οὐ τηρεῖ. τὸ ; σάββατον ἄλλοι ἔλεγον· πῶς δύναται ἄνθρωπος ἁμαρτωλὸς ποιεῖν; τοιαῦτα σημεῖα καὶ ; ἦν ἐν ; αὐτοῖς. σχίσμα
لَوْ لَمْ يَكُنْ هذَا مِنَ اللهِ لَمْ يَقْدِرْ أَنْ يَفْعَلَ شَيْئًا.
εἰ μὴ ἦν οὗτος παρὰ θεοῦ, οὐκ ἠδύνατο ποιεῖν οὐδέν.¶
آخَرُونَ قَالُوا: لَيْسَ هذَا كَلاَمَ مَنْ بِهِ شَيْطَانٌ. أَلَعَلَّ شَيْطَانًا يَقْدِرُ أَنْ يَفْتَحَ أَعْيُنَ الْعُمْيَانِ..
ἄλλοι ἔλεγον· οὐκ ; ἔστιν ταῦτα τὰ ; ῥήματα δαιμονιζομένου· μὴ δαιμόνιον δύναται ἀνοίγειν ὀφθαλμοὺς τυφλῶν
أَبِي الَّذِي أَعْطَانِي إِيَّاهَا هُوَ أَعْظَمُ مِنَ الْكُلِّ، وَلاَ يَقْدِرُ أَحَدٌ أَنْ يَخْطَفَ مِنْ يَدِ أَبِي.
ὁ ; πατήρ ; μου ὃς δέδωκέν ; μοι ἐστιν, μείζων πάντων καὶ δύναται οὐδεὶς ἁρπάζειν ἐκ τῆς ; χειρὸς τοῦ ; πατρός ; μου.
إِنْ قَالَ آلِهَةٌ لأُولئِكَ الَّذِينَ صَارَتْ إِلَيْهِمْ كَلِمَةُ اللهِ، وَلاَ يُمْكِنُ أَنْ يُنْقَضَ الْمَكْتُوبُ،
εἰ εἶπεν ἐκείνους ; θεοὺς πρὸς οὓς ἐγένετο, ὁ ; λόγος τοῦ ; θεοῦ καὶ ; οὐ δύναται λυθῆναι ἡ ; γραφή,
وَقَالَ بَعْضٌ مِنْهُمْ: أَلَمْ يَقْدِرْ هذَا الَّذِي فَتَحَ عَيْنَيِ الأَعْمَى أَنْ يَجْعَلَ هذَا أَيْضًا لاَ يَمُوتُ..
δὲ ; εἶπαν· τινὲς ἐξ ; αὐτῶν οὐκ ἐδύνατο οὗτος ὁ ἀνοίξας τοὺς ; ὀφθαλμοὺς τοῦ ; τυφλοῦ ἵνα ποιῆσαι οὗτος καὶ μὴ ἀποθάνῃ;¶
لِهذَا لَمْ يَقْدِرُوا أَنْ يُؤْمِنُوا. لأَنَّ إِشَعْيَاءَ قَالَ أَيْضًا:
διὰ ; τοῦτο οὐκ ἠδύναντο πιστεύειν, ὅτι Ἠσαΐας· εἶπεν πάλιν
يَا أَوْلاَدِي، أَنَا مَعَكُمْ زَمَانًا قَلِيلاً بَعْدُ. سَتَطْلُبُونَنِي، وَكَمَا قُلْتُ لِلْيَهُودِ: حَيْثُ أَذْهَبُ أَنَا لاَ تَقْدِرُونَ أَنْتُمْ أَنْ تَأْتُوا، أَقُولُ لَكُمْ أَنْتُمُ الآنَ.
τεκνία, εἰμι. μεθ᾽ ; ὑμῶν μικρὸν ἔτι ζητήσετέ ; με, καὶ ; καθὼς εἶπον τοῖς ; Ἰουδαίοις ὅτι ; ὅπου ὑπάγω, ἐγὼ οὐ δύνασθε ὑμεῖς ἐλθεῖν, λέγω ὑμῖν ἄρτι.¶
قَالَ لَهُ سِمْعَانُ بُطْرُسُ: يَا سَيِّدُ، إِلَى أَيْنَ تَذْهَبُ. أَجَابَهُ يَسُوعُ: حَيْثُ أَذْهَبُ لاَ تَقْدِرُ الآنَ أَنْ تَتْبَعَنِي، وَلكِنَّكَ سَتَتْبَعُنِي أَخِيرًا.
λέγει αὐτῷ Σίμων Πέτρος· κύριε, ποῦ ὑπάγεις; ἀπεκρίθη ; αὐτῷ ὁ ; Ἰησοῦς· ὅπου ὑπάγω οὐ δύνασαί νῦν μοι ; ἀκολουθῆσαι· δὲ ἀκολουθήσεις ; μοι. ὕστερον
قَالَ لَهُ بُطْرُسُ: يَا سَيِّدُ، لِمَاذَا لاَ أَقْدِرُ أَنْ أَتْبَعَكَ الآنَ. إِنِّي أَضَعُ نَفْسِي عَنْكَ..
λέγει αὐτῷ ὁ ; Πέτρος· κύριε, διὰ ; τί οὐ δύναμαί σοι ; ἀκολουθῆσαι ἄρτι; θήσω. τὴν ; ψυχήν ; μου ὑπὲρ ; σοῦ
قَالَ لَهُ تُومَا: يَا سَيِّدُ، لَسْنَا نَعْلَمُ أَيْنَ تَذْهَبُ، فَكَيْفَ نَقْدِرُ أَنْ نَعْرِفَ الطَّرِيقَ.
Λέγει αὐτῷ Θωμᾶς· κύριε, οὐκ οἴδαμεν ποῦ ὑπάγεις· καὶ ; πῶς δυνάμεθα εἰδέναι; τὴν ; ὁδὸν
رُوحُ الْحَقِّ الَّذِي لاَ يَسْتَطِيعُ الْعَالَمُ أَنْ يَقْبَلَهُ، لأَنَّهُ لاَ يَرَاهُ وَلاَ يَعْرِفُهُ، وَأَمَّا أَنْتُمْ فَتَعْرِفُونَهُ لأَنَّهُ مَاكِثٌ مَعَكُمْ وَيَكُونُ فِيكُمْ.
τὸ ; πνεῦμα τῆς ; ἀληθείας, ὃ οὐ δύναται ὁ ; κόσμος λαβεῖν, ὅτι οὐ θεωρεῖ ; αὐτὸ οὐδὲ γινώσκει ; αὐτό· ὑμεῖς γινώσκετε ; αὐτό, ὅτι μένει παρ᾽ ; ὑμῖν καὶ ; ἔσται. ἐν ; ὑμῖν
اُثْبُتُوا فِيَّ وَأَنَا فِيكُمْ. كَمَا أَنَّ الْغُصْنَ لاَ يَقْدِرُ أَنْ يَأْتِيَ بِثَمَرٍ مِنْ ذَاتِهِ إِنْ لَمْ يَثْبُتْ فِي الْكَرْمَةِ، كَذلِكَ أَنْتُمْ أَيْضًا إِنْ لَمْ تَثْبُتُوا فِيَّ.
μείνατε ἐν ; ἐμοὶ κἀγὼ ἐν ; ὑμῖν. καθὼς τὸ ; κλῆμα οὐ δύναται φέρειν καρπὸν ἀφ᾽ ἑαυτοῦ ἐὰν μὴ μείνῃ ἐν τῇ ; ἀμπέλῳ, οὕτως ὑμεῖς οὐδὲ ἐὰν μὴ μείνητε ἐν ; ἐμοὶ