ك
إصحاح
G1391
G1392. doxázō
G1393
المعنى المختصر للكلمة
doxázō: to render (or esteem) glorious (in a wide application)
اللفظ الأصلي δοξάζω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق doxázō (dox-ad-zo)
تكرار الورود في الكتاب 55 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

to render (or esteem) glorious (in a wide application)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
(make) glorify(-ious) full of (have) glory honour magnify

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

καὶ ; ἐδόξαζον (5×) ἐδόξασεν (4×) ἐδοξάσθη (4×) ἵνα ; δοξασθῇ (3×) δοξάζων (3×) ἐδόξαζον (2×) δόξασόν (2×) δοξάσωσιν (2×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (55 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَلْيُضِئْ نُورُكُمْ هكَذَا قُدَّامَ النَّاسِ، لِكَيْ يَرَوْا أَعْمَالَكُمُ الْحَسَنَةَ، وَيُمَجِّدُوا أَبَاكُمُ الَّذِي فِي السَّمَاوَاتِ.
λαμψάτω τὸ ; φῶς ; ὑμῶν οὕτως ἔμπροσθεν τῶν ; ἀνθρώπων ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν ; ἔργα τὰ ; καλὰ δοξάσωσιν τὸν ; πατέρα ; ὑμῶν τὸν ἐν τοῖς ; οὐρανοῖς.¶
فَمَتَى صَنَعْتَ صَدَقَةً فَلاَ تُصَوِّتْ قُدَّامَكَ بِالْبُوقِ، كَمَا يَفْعَلُ الْمُرَاؤُونَ فِي الْمَجَامِعِ وَفِي الأَزِقَّةِ، لِكَيْ يُمَجَّدُوا مِنَ النَّاسِ. اَلْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّهُمْ قَدِ اسْتَوْفَوْا أَجْرَهُمْ.
Ὅταν ; οὖν ποιῇς ἐλεημοσύνην, μὴ σαλπίσῃς ; ἔμπροσθέν ; σου, ὥσπερ ποιοῦσιν οἱ ; ὑποκριταὶ ἐν συναγωγαῖς ; ταῖς καὶ ; ἐν ταῖς ; ῥύμαις ὅπως δοξασθῶσιν ὑπὸ τῶν ; ἀνθρώπων. ἀμὴν λέγω ὑμῖν· ἀπέχουσιν μισθὸν ; αὐτῶν. ; τὸν
فَلَمَّا رَأَى الْجُمُوعُ تَعَجَّبُوا وَمَجَّدُوا اللهَ الَّذِي أَعْطَى النَّاسَ سُلْطَانًا مِثْلَ هذَا.
δὲ ἰδόντες οἱ ; ὄχλοι ἐθαύμασαν καὶ ; ἐδόξασαν τὸν ; θεὸν τὸν δόντα τοῖς ; ἀνθρώποις.¶ ἐξουσίαν τοιαύτην
فَقَامَ لِلْوَقْتِ وَحَمَلَ السَّرِيرَ وَخَرَجَ قُدَّامَ الْكُلِّ، حَتَّى بُهِتَ الْجَمِيعُ وَمَجَّدُوا اللهَ قَائِلِينَ: مَا رَأَيْنَا مِثْلَ هذَا
Καὶ ; ἠγέρθη καὶ ; εὐθὺς ἄρας τὸν ; κράβαττον ἐξῆλθεν ἐναντίον πάντων ὥστε ἐξίστασθαι πάντας καὶ ; δοξάζειν τὸν ; θεὸν λέγοντας ; ὅτι οὐδέποτε εἴδομεν.¶ οὕτως
ثُمَّ رَجَعَ الرُّعَاةُ وَهُمْ يُمَجِّدُونَ اللهَ وَيُسَبِّحُونَهُ عَلَى كُلِّ مَا سَمِعُوهُ وَرَأَوْهُ كَمَا قِيلَ لَهُمْ.
καὶ ἐπέστρεψαν οἱ ; ποιμένες δοξάζοντες τὸν ; θεὸν καὶ ; αἰνοῦντες ἐπὶ πᾶσιν οἷς ἤκουσαν καὶ ; εἶδον καθὼς ἐλαλήθη πρὸς ; αὐτούς.¶
وَكَانَ يُعَلِّمُ فِي مَجَامِعِهِمْ مُمَجَّدًا مِنَ الْجَمِيعِ.
καὶ ; αὐτὸς ; ἐδίδασκεν ἐν ταῖς ; συναγωγαῖς ; αὐτῶν δοξαζόμενος ὑπὸ πάντων.¶
فَفِي الْحَالِ قَامَ أَمَامَهُمْ، وَحَمَلَ مَا كَانَ مُضْطَجِعًا عَلَيْهِ، وَمَضَى إِلَى بَيْتِهِ وَهُوَ يُمَجِّدُ اللهَ.
καὶ ; παραχρῆμα ἀναστὰς ἐνώπιον ; αὐτῶν, ἄρας ἐφ᾽ ὃ κατέκειτο, ἀπῆλθεν εἰς τὸν ; οἶκον ; αὐτοῦ δοξάζων τὸν ; θεόν.
فَأَخَذَتِ الْجَمِيعَ حَيْرَةٌ وَمَجَّدُوا اللهَ، وَامْتَلأُوا خَوْفًا قَائِلِينَ: إِنَّنَا قَدْ رَأَيْنَا الْيَوْمَ عَجَائِبَ..
καὶ ; ἔλαβεν ἅπαντας, ἔκστασις καὶ ; ἐδόξαζον τὸν ; θεὸν καὶ ; ἐπλήσθησαν φόβου λέγοντες ὅτι ; εἴδομεν σήμερον.¶ παράδοξα
فَأَخَذَ الْجَمِيعَ خَوْفٌ، وَمَجَّدُوا اللهَ قَائِلِينَ: قَدْ قَامَ فِينَا نَبِيٌّ عَظِيمٌ، وَافْتَقَدَ اللهُ شَعْبَهُ.
ἔλαβεν ; δὲ ἅπαντας φόβος καὶ ; ἐδόξαζον τὸν ; θεὸν λέγοντες ὅτι ; ἐγήγερται ἐν ; ἡμῖν, προφήτης μέγας καὶ ; ὅτι ; ἐπεσκέψατο ὁ ; θεὸς τὸν ; λαὸν ; αὐτοῦ.
وَوَضَعَ عَلَيْهَا يَدَيْهِ، فَفِي الْحَالِ اسْتَقَامَتْ وَمَجَّدَتِ اللهَ.
καὶ ; ἐπέθηκεν αὐτῇ τὰς ; χεῖρας, καὶ ; παραχρῆμα ἀνωρθώθη καὶ ; ἐδόξαζεν τὸν ; θεόν.¶
فَوَاحِدٌ مِنْهُمْ لَمَّا رَأَى أَنَّهُ شُفِيَ، رَجَعَ يُمَجِّدُ اللهَ بِصَوْتٍ عَظِيمٍ،
εἷς ; δὲ ἐξ ; αὐτῶν ἰδὼν ὅτι ἰάθη, ὑπέστρεψεν δοξάζων τὸν ; θεόν. μετὰ ; φωνῆς μεγάλης
وَفِي الْحَالِ أَبْصَرَ، وَتَبِعَهُ وَهُوَ يُمَجِّدُ اللهَ. وَجَمِيعُ الشَّعْبِ إِذْ رَأَوْا سَبَّحُوا اللهَ.
καὶ παραχρῆμα ἀνέβλεψεν καὶ ; ἠκολούθει ; αὐτῷ δοξάζων τὸν ; θεόν. καὶ ; πᾶς ὁ ; λαὸς ἰδὼν ἔδωκεν ; αἶνον τῷ ; θεῷ.¶
فَلَمَّا رَأَى قَائِدُ الْمِئَةِ مَا كَانَ، مَجَّدَ اللهَ قَائِلاً: بِالْحَقِيقَةِ كَانَ هذَا الإِنْسَانُ بَارًّا.
δὲ Ἰδὼν ὁ ; ἑκατοντάρχης τὸ γενόμενον ἐδόξασεν τὸν ; θεὸν λέγων· ὄντως ἦν. οὗτος ὁ ; ἄνθρωπος δίκαιος
قَالَ هذَا عَنِ الرُّوحِ الَّذِي كَانَ الْمُؤْمِنُونَ بِهِ مُزْمِعِينَ أَنْ يَقْبَلُوهُ، لأَنَّ الرُّوحَ الْقُدُسَ لَمْ يَكُنْ قَدْ أُعْطِيَ بَعْدُ، لأَنَّ يَسُوعَ لَمْ يَكُنْ قَدْ مُجِّدَ بَعْدُ.
δὲ ; εἶπεν τοῦτο περὶ τοῦ ; πνεύματος οὗ οἱ ; πιστεύοντες εἰς ; αὐτόν· ἔμελλον λαμβάνειν γὰρ πνεῦμα ἅγιον οὔπω ; δεδομένον, ὅτι ὃ ; Ἰησοῦς οὐδέπω ; ἐδοξάσθη.¶
أَجَابَ يَسُوعُ: إِنْ كُنْتُ أُمَجِّدُ نَفْسِي فَلَيْسَ مَجْدِي شَيْئًا. أَبِي هُوَ الَّذِي يُمَجِّدُنِي، الَّذِي تَقُولُونَ أَنْتُمْ إِنَّهُ إِلهُكُمْ،
Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς· ἐὰν ἐγὼ ; δοξάζω ἐμαυτόν, οὐδέν ἡ ; δόξα ; μου ἐστιν· ὁ ; πατήρ ; μου ἔστιν ὁ δοξάζων ; με ὃν λέγετε ὑμεῖς ὅτι ; ἐστιν, θεὸς ; ὑμῶν
فَلَمَّا سَمِعَ يَسُوعُ، قَالَ: هذَا الْمَرَضُ لَيْسَ لِلْمَوْتِ، بَلْ لأَجْلِ مَجْدِ اللهِ، لِيَتَمَجَّدَ ابْنُ اللهِ بِهِ.
δὲ Ἀκούσας ὁ ; Ἰησοῦς εἶπεν· αὕτη ἡ ; ἀσθένεια οὐκ ; ἔστιν πρὸς ; θάνατον ἀλλ᾽ ὑπὲρ τῆς ; δόξης τοῦ ; θεοῦ ἵνα ; δοξασθῇ ὁ ; υἱὸς τοῦ ; θεοῦ δι᾽ ; αὐτῆς.¶
وَهذِهِ الأُمُورُ لَمْ يَفْهَمْهَا تَلاَمِيذُهُ أَوَّلاً، وَلكِنْ لَمَّا تَمَجَّدَ يَسُوعُ، حِينَئِذٍ تَذَكَّرُوا أَنَّ هذِهِ كَانَتْ مَكْتُوبَةً عَنْهُ، وَأَنَّهُمْ صَنَعُوا هذِهِ لَهُ.
ταῦτα ; δὲ οὐκ ἔγνωσαν αὐτοῦ ; οἱ ; μαθηταὶ τὸ ; πρῶτον, ἀλλ᾽ ὅτε ἐδοξάσθη ὁ ; Ἰησοῦς, τότε ἐμνήσθησαν ὅτι ταῦτα ἦν γεγραμμένα ἐπ᾽ ; αὐτῷ καὶ ; ἐποίησαν ταῦτα αὐτῷ.¶
وَأَمَّا يَسُوعُ فَأَجَابَهُمَا قِائِلاً: قَدْ أَتَتِ السَّاعَةُ لِيَتَمَجَّدَ ابْنُ الإِنْسَانِ.
δὲ ὁ ; Ἰησοῦς ἀπεκρίνατο; αὐτοῖς λέγων· ἐλήλυθεν ἡ ; ὥρα ἵνα ; δοξασθῇ ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου.
أَيُّهَا الآبُ مَجِّدِ اسْمَكَ.. فَجَاءَ صَوْتٌ مِنَ السَّمَاءِ: مَجَّدْتُ، وَأُمَجِّدُ أَيْضًا..
πάτερ, δόξασόν σου ; τὸ ; ὄνομα. ἦλθεν ; οὖν φωνὴ ἐκ τοῦ ; οὐρανοῦ· καὶ ; ἐδόξασα καὶ ; δοξάσω. πάλιν
أَيُّهَا الآبُ مَجِّدِ اسْمَكَ.. فَجَاءَ صَوْتٌ مِنَ السَّمَاءِ: مَجَّدْتُ، وَأُمَجِّدُ أَيْضًا..
πάτερ, δόξασόν σου ; τὸ ; ὄνομα. ἦλθεν ; οὖν φωνὴ ἐκ τοῦ ; οὐρανοῦ· καὶ ; ἐδόξασα καὶ ; δοξάσω. πάλιν
أَيُّهَا الآبُ مَجِّدِ اسْمَكَ.. فَجَاءَ صَوْتٌ مِنَ السَّمَاءِ: مَجَّدْتُ، وَأُمَجِّدُ أَيْضًا..
πάτερ, δόξασόν σου ; τὸ ; ὄνομα. ἦλθεν ; οὖν φωνὴ ἐκ τοῦ ; οὐρανοῦ· καὶ ; ἐδόξασα καὶ ; δοξάσω. πάλιν
فَلَمَّا خَرَجَ قَالَ يَسُوعُ: الآنَ تَمَجَّدَ ابْنُ الإِنْسَانِ وَتَمَجَّدَ اللهُ فِيهِ.
Ὅτε ; οὖν ἐξῆλθεν, λέγει ὁ ; Ἰησοῦς· νῦν ἐδοξάσθη ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου, καὶ ; ἐδοξάσθη ὁ ; θεὸς ἐν ; αὐτῷ,
فَلَمَّا خَرَجَ قَالَ يَسُوعُ: الآنَ تَمَجَّدَ ابْنُ الإِنْسَانِ وَتَمَجَّدَ اللهُ فِيهِ.
Ὅτε ; οὖν ἐξῆλθεν, λέγει ὁ ; Ἰησοῦς· νῦν ἐδοξάσθη ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου, καὶ ; ἐδοξάσθη ὁ ; θεὸς ἐν ; αὐτῷ,
إِنْ كَانَ اللهُ قَدْ تَمَجَّدَ فِيهِ، فَإِنَّ اللهَ سَيُمَجِّدُهُ فِي ذَاتِهِ، وَيُمَجِّدُهُ سَرِيعًا.
εἰ ὁ ; θεὸς ἐδοξάσθη ἐν ; αὐτῷ καὶ ὁ ; θεὸς δοξάσει ; αὐτὸν ἐν ἑαυτῷ καὶ ; δοξάσει ; αὐτόν. εὐθὺς
وَمَهْمَا سَأَلْتُمْ بِاسْمِي فَذلِكَ أَفْعَلُهُ لِيَتَمَجَّدَ الآبُ بِالابْنِ.
καὶ ; ὅ ; τι ; ἂν αἰτήσητε ἐν ; τῷ ; ὀνόματί ; μου, τοῦτο ποιήσω, ἵνα ; δοξασθῇ ὁ ; πατὴρ ἐν ; τῷ ; υἱῷ.
بِهذَا يَتَمَجَّدُ أَبِي: أَنْ تَأْتُوا بِثَمَرٍ كَثِيرٍ فَتَكُونُونَ تَلاَمِيذِي.
ἐν ; τούτῳ ἐδοξάσθη ὁ ; πατήρ ; μου, ἵνα φέρητε καρπὸν πολὺν καὶ ; γενήσεσθε ἐμοὶ ; μαθηταί.
ذَاكَ يُمَجِّدُنِي، لأَنَّهُ يَأْخُذُ مِمَّا لِي وَيُخْبِرُكُمْ.
ἐκεῖνος ἐμὲ ; δοξάσει, ὅτι λήμψεται ἐκ ; τοῦ ἐμοῦ καὶ ; ἀναγγελεῖ ; ὑμῖν.¶
تَكَلَّمَ يَسُوعُ بِهذَا وَرَفَعَ عَيْنَيْهِ نَحْوَ السَّمَاءِ وَقَالَ: أَيُّهَا الآبُ، قَدْ أَتَتِ السَّاعَةُ. مَجِّدِ ابْنَكَ لِيُمَجِّدَكَ ابْنُكَ أَيْضًا،
ἐλάλησεν ὁ ; Ἰησοῦς, Ταῦτα καὶ ; ἐπῆρεν τοὺς ; ὀφθαλμοὺς ; αὐτοῦ εἰς τὸν ; οὐρανὸν καὶ ; εἶπεν· πάτερ, ἐλήλυθεν ἡ ; ὥρα· δόξασόν σου ; τὸν ; υἱόν, ἵνα ; δοξάσῃ ; σέ. ὁ ; υἱὸς ; σου καὶ
أَنَا مَجَّدْتُكَ عَلَى الأَرْضِ. الْعَمَلَ الَّذِي أَعْطَيْتَنِي لأَعْمَلَ قَدْ أَكْمَلْتُهُ.
ἐγώ σε ; ἐδόξασα ἐπὶ τῆς ; γῆς τὸ ; ἔργον ὃ δέδωκάς ; μοι ἵνα ; ποιήσω. ἐτελείωσα
وَكُلُّ مَا هُوَ لِي فَهُوَ لَكَ، وَمَا هُوَ لَكَ فَهُوَ لِي، وَأَنَا مُمَجَّدٌ فِيهِمْ.
καὶ ; πάντα τὰ ἐμὰ ἐστιν σά καὶ ; τὰ σὰ ἐμά· καὶ ; δεδόξασμαι ἐν ; αὐτοῖς.