ك
إصحاح
G1390
G1391. dóxa
G1392
المعنى المختصر للكلمة
dóxa: glory (as very apparent), in a wide application (literal or figurative, objective or subjective)
اللفظ الأصلي δόξα
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق dóxa (dox-ah)
تكرار الورود في الكتاب 138 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

glory (as very apparent), in a wide application (literal or figurative, objective or subjective)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
dignity glory(-ious) honour praise worship

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

τῆς ; δόξης (16×) τὴν ; δόξαν (15×) δόξαν (14×) ἡ ; δόξα (11×) δόξης (10×) δόξα (10×) καὶ ; ἡ ; δόξα (6×) καὶ ; δόξα (6×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (138 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَلاَ تُدْخِلْنَا فِي تَجْرِبَةٍ، لكِنْ نَجِّنَا مِنَ الشِّرِّيرِ. لأَنَّ لَكَ الْمُلْكَ، وَالْقُوَّةَ، وَالْمَجْدَ، إِلَى الأَبَدِ. آمِينَ.
καὶ ; μὴ εἰσενέγκῃς ; ἡμᾶς εἰς πειρασμόν, ἀλλὰ ῥῦσαι ; ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ ; πονηροῦ ὅτι σοῦ ἐστιν ; ἡ ; βασιλεία καὶ ; ἡ ; δύναμις καὶ ; ἡ ; δόξα εἰς τοῦς ; αἰῶνας ἀμήν.
متى 16: 27 Mat.16.27
فَإِنَّ ابْنَ الإِنْسَانِ سَوْفَ يَأْتِي فِي مَجْدِ أَبِيهِ مَعَ مَلاَئِكَتِهِ، وَحِينَئِذٍ يُجَازِي كُلَّ وَاحِدٍ حَسَبَ عَمَلِهِ.
γὰρ ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου μέλλει ἔρχεσθαι ἐν τῇ ; δόξῃ τοῦ ; πατρὸς ; αὐτοῦ μετὰ τῶν ; ἀγγέλων ; αὐτοῦ καὶ ; τότε ἀποδώσει ἑκάστῳ κατὰ τὴν ; πρᾶξιν ; αὐτοῦ.¶
متى 24: 30 Mat.24.30
وَحِينَئِذٍ تَظْهَرُ عَلاَمَةُ ابْنِ الإِنْسَانِ فِي السَّمَاءِ. وَحِينَئِذٍ تَنُوحُ جَمِيعُ قَبَائِلِ الأَرْضِ، وَيُبْصِرُونَ ابْنَ الإِنْسَانِ آتِيًا عَلَى سَحَاب السَّمَاءِ بِقُوَّةٍ وَمَجْدٍ كَثِيرٍ.
καὶ ; τότε φανήσεται τὸ ; σημεῖον τοῦ ; υἱοῦ τοῦ ; ἀνθρώπου ἐν τῷ ; οὐρανῷ· καὶ ; τότε κόψονται πᾶσαι αἱ ; φυλαὶ τῆς ; γῆς καὶ ; ὄψονται τὸν ; υἱὸν τοῦ ; ἀνθρώπου ἐρχόμενον ἐπὶ τῶν ; νεφελῶν οὐρανοῦ ; τοῦ μετὰ ; δυνάμεως καὶ ; δόξης πολλῆς.
لأَنَّ مَنِ اسْتَحَى بِي وَبِكَلاَمِي فِي هذَا الْجِيلِ الْفَاسِقِ الْخَاطِئِ، فَإِنَّ ابْنَ الإِنْسَانِ يَسْتَحِي بِهِ مَتَى جَاءَ بِمَجْدِ أَبِيهِ مَعَ الْمَلاَئِكَةِ الْقِدِّيسِينَ.
γὰρ ὃς ; ἂν ἐπαισχυνθῇ με καὶ ; τοὺς ; ἐμοὺς ; λόγους ἐν ταύτῃ τῇ ; γενεᾷ τῇ ; μοιχαλίδι καὶ ; ἁμαρτωλῷ, καὶ ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου ἐπαισχυνθήσεται αὐτὸν ὅταν ἔλθῃ ἐν ; τῇ ; δόξῃ τοῦ ; πατρὸς ; αὐτοῦ μετὰ τῶν ; ἀγγέλων τῶν ; ἁγίων.¶
وَحِينَئِذٍ يُبْصِرُونَ ابْنَ الإِنْسَانِ آتِيًا فِي سَحَابٍ بِقُوَّةٍ كَثِيرَةٍ وَمَجْدٍ،
καὶ ; τότε ὄψονται τὸν ; υἱὸν τοῦ ; ἀνθρώπου ἐρχόμενον ἐν νεφέλαις μετὰ ; δυνάμεως πολλῆς καὶ ; δόξης.
وَإِذَا مَلاَكُ الرَّبِّ وَقَفَ بِهِمْ، وَمَجْدُ الرَّبِّ أَضَاءَ حَوْلَهُمْ، فَخَافُوا خَوْفًا عَظِيمًا.
καὶ ; ἰδού ἄγγελος κυρίου ἐπέστη αὐτοῖς, καὶ ; δόξα κυρίου περιέλαμψεν αὐτούς, καὶ ; ἐφοβήθησαν φόβον μέγαν.
الْمَجْدُ للهِ فِي الأَعَالِي، وَعَلَى الأَرْضِ السَّلاَمُ، وَبِالنَّاسِ الْمَسَرَّةُ.
δόξα θεῷ, ἐν ὑψίστοις καὶ ; ἐπὶ γῆς εἰρήνη ἐν ; ἀνθρώποις εὐδοκία
نُورَ إِعْلاَنٍ لِلأُمَمِ، وَمَجْدًا لِشَعْبِكَ إِسْرَائِيلَ.
φῶς ; εἰς ἀποκάλυψιν ἐθνῶν καὶ ; δόξαν λαοῦ ; σου Ἰσραήλ.¶
اَللَّذَانِ ظَهَرَا بِمَجْدٍ، وَتَكَلَّمَا عَنْ خُرُوجِهِ الَّذِي كَانَ عَتِيدًا أَنْ يُكَمِّلَهُ فِي أُورُشَلِيمَ.
οἳ ὀφθέντες ἐν ; δόξῃ ἔλεγον τὴν ; ἔξοδον ; αὐτοῦ ἣν ἤμελλεν πληροῦν ἐν Ἰερουσαλήμ.
بَلْ مَتَى دُعِيتَ فَاذْهَبْ وَاتَّكِئْ فِي الْمَوْضِعِ الأَخِيرِ، حَتَّى إِذَا جَاءَ الَّذِي دَعَاكَ يَقُولُ لَكَ: يَا صَدِيقُ، ارْتَفِعْ إِلَى فَوْقُ. حِينَئِذٍ يَكُونُ لَكَ مَجْدٌ أَمَامَ الْمُتَّكِئِينَ مَعَكَ.
ἀλλ᾽ ὅταν κληθῇς, πορευθεὶς ἀνάπεσον εἰς τὸν ; τόπον, ἔσχατον ἵνα ὅταν ἔλθῃ ὁ κεκληκώς ; σε, εἴπῃ σοι· φίλε, προσανάβηθι ἀνώτερον. τότε ἔσται σοι δόξα ἐνώπιον τῶν ; συνανακειμένων σοι.
أَلَمْ يُوجَدْ مَنْ يَرْجِعُ لِيُعْطِيَ مَجْدًا ِللهِ غَيْرُ هذَا الْغَرِيبِ الْجِنْسِ.
οὐχ εὑρέθησαν ὑποστρέψαντες δοῦναι δόξαν τῷ ; θεῷ εἰ ; μὴ οὗτος; ὁ ; ἀλλογενὴς
قَائِلِينَ: مُبَارَكٌ الْمَلِكُ الآتِي بِاسْمِ الرَّبِّ. سَلاَمٌ فِي السَّمَاءِ وَمَجْدٌ فِي الأَعَالِي..
λέγοντες· εὐλογημένος ὁ ; βασιλεὺς ὁ ; ἐρχόμενος ἐν ; ὀνόματι κυρίου· εἰρήνη, ἐν οὐρανῷ καὶ ; δόξα ἐν ὑψίστοις.
وَحِينَئِذٍ يُبْصِرُونَ ابْنَ الإِنْسَانِ آتِيًا فِي سَحَابَةٍ بِقُوَّةٍ وَمَجْدٍ كَثِيرٍ.
καὶ ; τότε ὄψονται τὸν ; υἱὸν τοῦ ; ἀνθρώπου ἐρχόμενον ἐν νεφέλῃ μετὰ ; δυνάμεως καὶ ; δόξης πολλῆς.¶
وَالْكَلِمَةُ صَارَ جَسَدًا وَحَلَّ بَيْنَنَا، وَرَأَيْنَا مَجْدَهُ، مَجْدًا كَمَا لِوَحِيدٍ مِنَ الآبِ، مَمْلُوءًا نِعْمَةً وَحَقًّا.
καὶ ; ὁ ; λόγος ἐγένετο σὰρξ καὶ ; ἐσκήνωσεν ἐν ; ἡμῖν, καὶ ; ἐθεασάμεθα τὴν ; δόξαν ; αὐτοῦ, δόξαν ὡς μονογενοῦς παρὰ πατρός, πλήρης χάριτος καὶ ; ἀληθείας.¶
مَجْدًا مِنَ النَّاسِ لَسْتُ أَقْبَلُ،
δόξαν παρὰ ἀνθρώπων οὐ λαμβάνω·
كَيْفَ تَقْدِرُونَ أَنْ تُؤْمِنُوا وَأَنْتُمْ تَقْبَلُونَ مَجْدًا بَعْضُكُمْ مِنْ بَعْضٍ، وَالْمَجْدُ الَّذِي مِنَ الإِلهِ الْوَاحِدِ لَسْتُمْ تَطْلُبُونَهُ.
Πῶς δύνασθε πιστεῦσαι ὑμεῖς λαμβάνοντες δόξαν παρὰ ; ἀλλήλων καὶ ; τὴν ; δόξαν τὴν παρὰ τοῦ ; θεοῦ μόνου οὐ ζητεῖτε;¶
كَيْفَ تَقْدِرُونَ أَنْ تُؤْمِنُوا وَأَنْتُمْ تَقْبَلُونَ مَجْدًا بَعْضُكُمْ مِنْ بَعْضٍ، وَالْمَجْدُ الَّذِي مِنَ الإِلهِ الْوَاحِدِ لَسْتُمْ تَطْلُبُونَهُ.
Πῶς δύνασθε πιστεῦσαι ὑμεῖς λαμβάνοντες δόξαν παρὰ ; ἀλλήλων καὶ ; τὴν ; δόξαν τὴν παρὰ τοῦ ; θεοῦ μόνου οὐ ζητεῖτε;¶
مَنْ يَتَكَلَّمُ مِنْ نَفْسِهِ يَطْلُبُ مَجْدَ نَفْسِهِ، وَأَمَّا مَنْ يَطْلُبُ مَجْدَ الَّذِي أَرْسَلَهُ فَهُوَ صَادِقٌ وَلَيْسَ فِيهِ ظُلْمٌ.
ὁ λαλῶν ἀφ᾽ ἑαυτοῦ ζητεῖ· τὴν ; δόξαν τὴν ; ἰδίαν δὲ ὁ ζητῶν τὴν ; δόξαν τοῦ πέμψαντος ; αὐτόν, οὗτος ἀληθής ; ἐστιν, καὶ ; οὐκ ; ἔστιν. ἐν ; αὐτῷ ἀδικία
مَنْ يَتَكَلَّمُ مِنْ نَفْسِهِ يَطْلُبُ مَجْدَ نَفْسِهِ، وَأَمَّا مَنْ يَطْلُبُ مَجْدَ الَّذِي أَرْسَلَهُ فَهُوَ صَادِقٌ وَلَيْسَ فِيهِ ظُلْمٌ.
ὁ λαλῶν ἀφ᾽ ἑαυτοῦ ζητεῖ· τὴν ; δόξαν τὴν ; ἰδίαν δὲ ὁ ζητῶν τὴν ; δόξαν τοῦ πέμψαντος ; αὐτόν, οὗτος ἀληθής ; ἐστιν, καὶ ; οὐκ ; ἔστιν. ἐν ; αὐτῷ ἀδικία
فَدَعَوْا ثَانِيَةً الإِنْسَانَ الَّذِي كَانَ أَعْمَى، وَقَالُوا لَهُ: أَعْطِ مَجْدًا ِللهِ. نَحْنُ نَعْلَمُ أَنَّ هذَا الإِنْسَانَ خَاطِئٌ.
Ἐφώνησαν ; οὖν ; ἐκ δευτέρου, τὸν ; ἄνθρωπον ὃς ἦν τυφλὸς καὶ ; εἶπαν αὐτῷ· δὸς δόξαν τῷ ; θεῷ· ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι οὗτος ὁ ; ἄνθρωπος ἁμαρτωλός ; ἐστιν.¶
فَلَمَّا سَمِعَ يَسُوعُ، قَالَ: هذَا الْمَرَضُ لَيْسَ لِلْمَوْتِ، بَلْ لأَجْلِ مَجْدِ اللهِ، لِيَتَمَجَّدَ ابْنُ اللهِ بِهِ.
δὲ Ἀκούσας ὁ ; Ἰησοῦς εἶπεν· αὕτη ἡ ; ἀσθένεια οὐκ ; ἔστιν πρὸς ; θάνατον ἀλλ᾽ ὑπὲρ τῆς ; δόξης τοῦ ; θεοῦ ἵνα ; δοξασθῇ ὁ ; υἱὸς τοῦ ; θεοῦ δι᾽ ; αὐτῆς.¶
قَالَ لَهَا يَسُوعُ: أَلَمْ أَقُلْ لَكِ: إِنْ آمَنْتِ تَرَيْنَ مَجْدَ اللهِ..
λέγει αὐτῇ ὁ ; Ἰησοῦς· οὐκ εἶπόν σοι ὅτι ; ἐὰν πιστεύσῃς ὄψῃ τὴν ; δόξαν τοῦ ; θεοῦ;
لأَنَّهُمْ أَحَبُّوا مَجْدَ النَّاسِ أَكْثَرَ مِنْ مَجْدِ اللهِ.
γὰρ ἠγάπησαν τὴν ; δόξαν τῶν ; ἀνθρώπων μᾶλλον ἤπερ τὴν ; δόξαν τοῦ ; θεοῦ.¶
لأَنَّهُمْ أَحَبُّوا مَجْدَ النَّاسِ أَكْثَرَ مِنْ مَجْدِ اللهِ.
γὰρ ἠγάπησαν τὴν ; δόξαν τῶν ; ἀνθρώπων μᾶλλον ἤπερ τὴν ; δόξαν τοῦ ; θεοῦ.¶
وَالآنَ مَجِّدْنِي أَنْتَ أَيُّهَا الآبُ عِنْدَ ذَاتِكَ بِالْمَجْدِ الَّذِي كَانَ لِي عِنْدَكَ قَبْلَ كَوْنِ الْعَالَمِ.
καὶ ; νῦν δόξασόν ; με σύ, πάτερ, παρὰ σεαυτῷ τῇ ; δόξῃ ᾗ εἶχον παρὰ ; σοί.¶ πρὸ τοῦ ; εἶναι τὸν ; κόσμον
وَأَنَا قَدْ أَعْطَيْتُهُمُ الْمَجْدَ الَّذِي أَعْطَيْتَنِي، لِيَكُونُوا وَاحِدًا كَمَا أَنَّنَا نَحْنُ وَاحِدٌ.
κἀγὼ αὐτοῖς, ; δέδωκα τὴν ; δόξαν ἣν δέδωκάς ; μοι ἵνα ; ὦσιν ἓν καθὼς ἡμεῖς ; ἐσμεν· ἕν
فَقَالَ: أَيُّهَا الرِّجَالُ الإِخْوَةُ وَالآبَاءُ، اسْمَعُوا. ظَهَرَ إِلهُ الْمَجْدِ لأَبِينَا إِبْرَاهِيمَ وَهُوَ فِي مَا بَيْنَ النَّهْرَيْنِ، قَبْلَمَا سَكَنَ فِي حَارَانَ
ἔφη· ; δὲ ὁ ; ἄνδρες ἀδελφοὶ καὶ ; πατέρες, ἀκούσατε. ὤφθη ὁ ; θεὸς τῆς ; δόξης τῷ ; πατρὶ ; ἡμῶν Ἀβραὰμ ὄντι ἐν τῇ ; Μεσοποταμίᾳ πρὶν ; ἢ κατοικῆσαι ; αὐτὸν ἐν Χαρράν,
وَأَمَّا هُوَ فَشَخَصَ إِلَى السَّمَاءِ وَهُوَ مُمْتَلِئٌ مِنَ الرُّوحِ الْقُدُسِ، فَرَأَى مَجْدَ اللهِ، وَيَسُوعَ قَائِمًا عَنْ يَمِينِ اللهِ.
δὲ ἀτενίσας εἰς τὸν ; οὐρανὸν Ὑπάρχων πλήρης πνεύματος ἁγίου, εἶδεν δόξαν θεοῦ καὶ ; Ἰησοῦν ἑστῶτα ἐκ δεξιῶν τοῦ ; θεοῦ
فَفِي الْحَالِ ضَرَبَهُ مَلاَكُ الرَّبِّ لأَنَّهُ لَمْ يُعْطِ الْمَجْدَ للهِ، فَصَارَ يَأْكُلُهُ الدُّودُ وَمَاتَ.
παραχρῆμα ; δὲ ἐπάταξεν ; αὐτὸν ἄγγελος κυρίου ἀνθ᾽ ; ὧν οὐκ ἔδωκεν τὴν ; δόξαν τῷ ; θεῷ, καὶ ; γενόμενος σκωληκόβρωτος ἐξέψυξεν.¶
وَإِذْ كُنْتُ لاَ أُبْصِرُ مِنْ أَجْلِ بَهَاءِ ذلِكَ النُّورِ، اقْتَادَنِي بِيَدِي الَّذِينَ كَانُوا مَعِي، فَجِئْتُ إِلَى دِمَشْقَ.
δὲ ὡς οὐκ ἐνέβλεπον ἀπὸ τῆς ; δόξης τοῦ ; ἐκείνου, φωτὸς χειραγωγούμενος ὑπὸ ; τῶν συνόντων ; μοι ἦλθον εἰς Δαμασκόν.¶