ك
إصحاح
G1391
G1392. doxázō
G1393
المعنى المختصر للكلمة
doxázō: to render (or esteem) glorious (in a wide application)
اللفظ الأصلي δοξάζω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق doxázō (dox-ad-zo)
تكرار الورود في الكتاب 55 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

to render (or esteem) glorious (in a wide application)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
(make) glorify(-ious) full of (have) glory honour magnify

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

καὶ ; ἐδόξαζον (5×) ἐδόξασεν (4×) ἐδοξάσθη (4×) ἵνα ; δοξασθῇ (3×) δοξάζων (3×) ἐδόξαζον (2×) δόξασόν (2×) δοξάσωσιν (2×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (55 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
قَالَ هذَا مُشِيرًا إِلَى أَيَّةِ مِيتَةٍ كَانَ مُزْمِعًا أَنْ يُمَجِّدَ اللهَ وَلَمَّا قَالَ هذَا قَالَ لَهُ: اتْبَعْنِي.
δὲ ; εἶπεν τοῦτο σημαίνων ποίῳ θανάτῳ δοξάσει τὸν ; θεόν. καὶ ; εἰπὼν τοῦτο λέγει αὐτῷ· ἀκολούθει ; μοι.¶
إِنَّ إِلهَ إِبْرَاهِيمَ وَإِسْحَاقَ وَيَعْقُوبَ، إِلهَ آبَائِنَا، مَجَّدَ فَتَاهُ يَسُوعَ، الَّذِي أَسْلَمْتُمُوهُ أَنْتُمْ وَأَنْكَرْتُمُوهُ أَمَامَ وَجْهِ بِيلاَطُسَ، وَهُوَ حَاكِمٌ بِإِطْلاَقِهِ.
ὁ ; θεὸς Ἀβραὰμ καὶ ; Ἰσαὰκ καὶ ; Ἰακώβ, ὁ ; θεὸς τῶν ; πατέρων ; ἡμῶν, ἐδόξασεν τὸν ; παῖδα ; αὐτοῦ Ἰησοῦν ὃν παρεδώκατε ὑμεῖς καὶ ; ἠρνήσασθε ; αὐτὸν κατὰ ; πρόσωπον Πιλάτου κρίναντος ἐκείνου ; ἀπολύειν·
وَبَعْدَمَا هَدَّدُوهُمَا أَيْضًا أَطْلَقُوهُمَا، إِذْ لَمْ يَجِدُوا الْبَتَّةَ كَيْفَ يُعَاقِبُونَهُمَا بِسَبَبِ الشَّعْبِ، لأَنَّ الْجَمِيعَ كَانُوا يُمَجِّدُونَ اللهَ عَلَى مَا جَرَى،
δὲ ; προσαπειλησάμενοι οἱ ; ἀπέλυσαν ; αὐτοὺς εὑρίσκοντες ; μηδὲν τὸ ; πῶς κολάσωνται ; αὐτούς, διὰ τὸν ; λαόν, ὅτι πάντες ἐδόξαζον τὸν ; θεὸν ἐπὶ τῷ γεγονότι.
فَلَمَّا سَمِعُوا ذلِكَ سَكَتُوا، وَكَانُوا يُمَجِّدُونَ اللهَ قَائِلِينَ: إِذًا أَعْطَى اللهُ الأُمَمَ أَيْضًا التَّوْبَةَ لِلْحَيَاةِ..
δὲ Ἀκούσαντες ταῦτα ἡσύχασαν καὶ ; ἐδόξαζον τὸν ; θεὸν λέγοντες· ἄρα ; γε ἔδωκεν.¶ ὁ ; θεὸς τοῖς ; ἔθνεσιν καὶ τὴν ; μετάνοιαν εἰς ; ζωὴν
فَلَمَّا سَمِعَ الأُمَمُ كَانُوا يَفْرَحُونَ وَيُمَجِّدُونَ كَلِمَةَ الرَّبِّ. وَآمَنَ جَمِيعُ الَّذِينَ كَانُوا مُعَيَّنِينَ لِلْحَيَاةِ الأَبَدِيَّةِ.
δὲ Ἀκούοντα τὰ ; ἔθνη ἔχαιρον καὶ ; ἐδόξαζον τὸν ; λόγον τοῦ ; κυρίου καὶ ; ἐπίστευσαν ὅσοι ἦσαν τεταγμένοι εἰς ; ζωὴν αἰώνιον.
فَلَمَّا سَمِعُوا كَانُوا يُمَجِّدُونَ الرَّبَّ. وَقَالُوا لَهُ: أَنْتَ تَرَى أَيُّهَا الأَخُ كَمْ يُوجَدُ رَبْوَةً مِنَ الْيَهُودِ الَّذِينَ آمَنُوا، وَهُمْ جَمِيعًا غَيُورُونَ لِلنَّامُوسِ.
δὲ οἱ ; ἀκούσαντες ἐδόξαζον τὸν ; κύριον εἶπόν ; τε αὐτῷ· θεωρεῖς ἀδελφέ, πόσαι εἰσὶν μυριάδες ἐν ; τοῖς ; Ἰουδαίων τῶν πεπιστευκότων καὶ πάντες ζηλωταὶ ; ὑπάρχουσιν. τοῦ ; νόμου
لأَنَّهُمْ لَمَّا عَرَفُوا اللهَ لَمْ يُمَجِّدُوهُ أَوْ يَشْكُرُوهُ كَإِلهٍ، بَلْ حَمِقُوا فِي أَفْكَارِهِمْ، وَأَظْلَمَ قَلْبُهُمُ الْغَبِيُّ.
διότι γνόντες τὸν ; θεὸν οὐχ ἐδόξασαν ἢ ηὐχαρίστησαν, ὡς ; θεὸν ἀλλ᾽ ἐματαιώθησαν ἐν τοῖς ; διαλογισμοῖς ; αὐτῶν, καὶ ; ἐσκοτίσθη ἡ ; αὐτῶν ; καρδία· ἀσύνετος
وَالَّذِينَ سَبَقَ فَعَيَّنَهُمْ، فَهؤُلاَءِ دَعَاهُمْ أَيْضًا. وَالَّذِينَ دَعَاهُمْ، فَهؤُلاَءِ بَرَّرَهُمْ أَيْضًا. وَالَّذِينَ بَرَّرَهُمْ، فَهؤُلاَءِ مَجَّدَهُمْ أَيْضًا.
οὓς ; δὲ προώρισεν, τούτους ἐκάλεσεν· καὶ καὶ ; οὓς ἐκάλεσεν, τούτους ἐδικαίωσεν· καὶ οὓς ; δὲ ἐδικαίωσεν, τούτους ἐδόξασεν.¶ καὶ
فَإِنِّي أَقُولُ لَكُمْ أَيُّهَا الأُمَمُ: بِمَا أَنِّي أَنَا رَسُولٌ لِلأُمَمِ أُمَجِّدُ خِدْمَتِي،
γὰρ; λέγω Ὑμῖν τοῖς ; ἔθνεσιν· μὲν ; οὖν εἰμι ἐγὼ ἀπόστολος, ἐθνῶν δοξάζω, τὴν ; διακονίαν ; μου
لِكَيْ تُمَجِّدُوا اللهَ أَبَا رَبِّنَا يَسُوعَ الْمَسِيحِ، بِنَفْسٍ وَاحِدَةٍ وَفَمٍ وَاحِدٍ.
ἵνα δοξάζητε τὸν ; θεὸν καὶ ; πατέρα τοῦ ; κυρίου ; ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. ὁμοθυμαδὸν ἐν ; στόματι ἑνὶ
وَأَمَّا الأُمَمُ فَمَجَّدُوا اللهَ مِنْ أَجْلِ الرَّحْمَةِ، كَمَا هُوَ مَكْتُوبٌ: مِنْ أَجْلِ ذلِكَ سَأَحْمَدُكَ فِي الأُمَمِ وَأُرَتِّلُ لاسْمِكَ
δὲ τὰ ; ἔθνη δοξάσαι τὸν ; θεὸν ὑπὲρ ἐλέους καθὼς γέγραπται· διὰ τοῦτο ἐξομολογήσομαί ; σοι ἐν ἔθνεσιν καὶ ; ψαλῶ. τῷ ; ὀνόματί ; σου
فَإِنْ كَانَ عُضْوٌ وَاحِدٌ يَتَأَلَّمُ، فَجَمِيعُ الأَعْضَاءِ تَتَأَلَّمُ مَعَهُ. وَإِنْ كَانَ عُضْوٌ وَاحِدٌ يُكَرَّمُ، فَجَمِيعُ الأَعْضَاءِ تَفْرَحُ مَعَهُ.
καὶ ; εἴτε μέλος, ἓν πάσχει πάντα τὰ ; μέλη· συμπάσχει εἴτε μέλος, ἓν δοξάζεται πάντα τὰ ; μέλη.¶ συγχαίρει
فَإِنَّ الْمُمَجَّدَ أَيْضًا لَمْ يُمَجَّدْ مِنْ هذَا الْقَبِيلِ لِسَبَبِ الْمَجْدِ الْفَائِقِ.
γὰρ τὸ ; δεδοξασμένον καὶ οὐδὲ δεδόξασται ἐν τούτῳ τῷ ; μέρει εἵνεκεν δόξης. τῆς ; ὑπερβαλλούσης
فَإِنَّ الْمُمَجَّدَ أَيْضًا لَمْ يُمَجَّدْ مِنْ هذَا الْقَبِيلِ لِسَبَبِ الْمَجْدِ الْفَائِقِ.
γὰρ τὸ ; δεδοξασμένον καὶ οὐδὲ δεδόξασται ἐν τούτῳ τῷ ; μέρει εἵνεκεν δόξης. τῆς ; ὑπερβαλλούσης
إِذْ هُمْ بِاخْتِبَارِ هذِهِ الْخِدْمَةِ، يُمَجِّدُونَ اللهَ عَلَى طَاعَةِ اعْتِرَافِكُمْ لإِنْجِيلِ الْمَسِيحِ، وَسَخَاءِ التَّوْزِيعِ لَهُمْ وَلِلْجَمِيعِ.
τῆς διὰ ; δοκιμῆς ταύτης τῆς ; διακονίας δοξάζοντες τὸν ; θεὸν ἐπὶ τῇ ; ὑποταγῇ τῆς ; ὁμολογίας ; ὑμῶν εἰς ; τὸ ; εὐαγγέλιον τοῦ ; Χριστοῦ καὶ ; ἁπλότητι τῆς ; κοινωνίας εἰς ; αὐτοὺς καὶ ; εἰς ; πάντας,
فَكَانُوا يُمَجِّدُونَ اللهَ فِيَّ.
καὶ ; ἐδόξαζον τὸν ; θεόν.¶ ἐμοὶ ; ἐν
أَخِيرًا أَيُّهَا الإِخْوَةُ صَلُّوا لأَجْلِنَا، لِكَيْ تَجْرِيَ كَلِمَةُ الرَّبِّ وَتَتَمَجَّدَ، كَمَا عِنْدَكُمْ أَيْضًا،
Τὸ ; λοιπόν, ἀδελφοί, προσεύχεσθε, περὶ ; ἡμῶν, ἵνα τρέχῃ ὁ ; λόγος τοῦ ; κυρίου καὶ ; δοξάζηται καθὼς πρὸς ; ὑμᾶς καὶ
كَذلِكَ الْمَسِيحُ أَيْضًا لَمْ يُمَجِّدْ نَفْسَهُ لِيَصِيرَ رَئِيسَ كَهَنَةٍ، بَلِ الَّذِي قَالَ لَهُ: أَنْتَ ابْنِي أَنَا الْيَوْمَ وَلَدْتُكَ.
οὕτως ὁ ; Χριστὸς καὶ οὐχ ἐδόξασεν ἑαυτὸν γενηθῆναι ἀρχιερέα ἀλλ᾽ ὁ λαλήσας πρὸς ; αὐτόν· σύ, υἱός ; μου ; εἶ ἐγὼ σήμερον γεγέννηκά ; σε.
الَّذِي وَإِنْ لَمْ تَرَوْهُ تُحِبُّونَهُ. لاَ تَرَوْنَهُ الآنَ لكِنْ تُؤْمِنُونَ فَتَبْتَهِجُونَ بِفَرَحٍ لاَ يُنْطَقُ بِهِ وَمَجِيدٍ،
ὃν οὐκ εἰδότες ἀγαπᾶτε, μὴ ὁρῶντες ἄρτι δὲ πιστεύοντες ἀγαλλιᾶσθε χαρᾷ ἀνεκλαλήτῳ καὶ ; δεδοξασμένῃ,
وَأَنْ تَكُونَ سِيرَتُكُمْ بَيْنَ الأُمَمِ حَسَنَةً، لِكَيْ فِي مَا يَفْتَرُونَ عَلَيْكُمْ كَفَاعِلِي شَرّ، يُمَجِّدُونَ اللهَ فِي يَوْمِ الافْتِقَادِ، مِنْ أَجْلِ أَعْمَالِكُمُ الْحَسَنَةِ الَّتِي يُلاَحِظُونَهَا.
τὴν ; ἀναστροφὴν ; ὑμῶν ἐν τοῖς ; ἔθνεσιν καλήν, ἵνα ἐν ᾧ καταλαλοῦσιν ὑμῶν ὡς ; κακοποιῶν, δοξάσωσιν θεὸν ἐν ἡμέρᾳ ἐπισκοπῆς.¶ ἐκ ἔργων τῶν ; καλῶν ἐποπτεύσαντες
إِنْ كَانَ يَتَكَلَّمُ أَحَدٌ فَكَأَقْوَالِ اللهِ. وَإِنْ كَانَ يَخْدِمُ أَحَدٌ فَكَأَنَّهُ مِنْ قُوَّةٍ يَمْنَحُهَا اللهُ، لِكَيْ يَتَمَجَّدَ اللهُ فِي كُلِّ شَيْءٍ بِيَسُوعَ الْمَسِيحِ، الَّذِي لَهُ الْمَجْدُ وَالسُّلْطَانُ إِلَى أَبَدِ الآبِدِينَ. آمِينَ.
εἴ λαλεῖ τις ὡς ; λόγια θεοῦ· εἴ διακονεῖ τις ὡς ἐξ ; ἰσχύος ἧς ; χορηγεῖ ὁ ; θεός· ἵνα δοξάζηται ὁ ; θεὸς ἐν πᾶσιν διὰ ; Ἰησοῦ Χριστοῦ, ᾧ ; ἐστιν ἡ ; δόξα καὶ ; τὸ ; κράτος εἰς τοὺς ; αἰῶνας τῶν ; αἰώνων, ἀμήν.¶
إِنْ عُيِّرْتُمْ بِاسْمِ الْمَسِيحِ، فَطُوبَى لَكُمْ، لأَنَّ رُوحَ الْمَجْدِ وَاللهِ يَحِلُّ عَلَيْكُمْ. أَمَّا مِنْ جِهَتِهِمْ فَيُجَدَّفُ عَلَيْهِ، وَأَمَّا مِنْ جِهَتِكُمْ فَيُمَجَّدُ.
εἰ ὀνειδίζεσθε ἐν ; ὀνόματι Χριστοῦ, μακάριοι· ὅτι πνεῦμα τῆς ; δόξης τοῦ ; θεοῦ ἀναπαύεται ἐφ᾽ ; ὑμᾶς μὲν κατὰ αὐτοὺς βλασφημεῖται δὲ ὑμᾶς δοξάζεται.¶
وَلكِنْ إِنْ كَانَ كَمَسِيحِيٍّ، فَلاَ يَخْجَلْ، بَلْ يُمَجِّدُ اللهَ مِنْ هذَا الْقَبِيلِ.
δὲ εἰ ὡς ; Χριστιανός, μὴ αἰσχυνέσθω, δὲ δοξαζέτω τὸν ; θεὸν ἐν τούτῳ. τῷ ; μέρει
مَنْ لاَ يَخَافُكَ يَا رَبُّ وَيُمَجِّدُ اسْمَكَ. لأَنَّكَ وَحْدَكَ قُدُّوسٌ، لأَنَّ جَمِيعَ الأُمَمِ سَيَأْتُونَ وَيَسْجُدُونَ أَمَامَكَ، لأَنَّ أَحْكَامَكَ قَدْ أُظْهِرَتْ.
τίς οὐ ; μὴ φοβηθῇ ; σε, κύριε, καὶ ; δοξάσῃ τὸ ; ὄνομά ; σου; ὅτι μόνος ὅσιος, ὅτι πάντα τὰ ; ἔθνη ἥξουσιν καὶ ; προσκυνήσουσιν ἐνώπιόν ; σου, ὅτι τὰ ; δικαιώματά ; σου ἐφανερώθησαν.¶
بِقَدْرِ مَا مَجَّدَتْ نَفْسَهَا وَتَنَعَّمَتْ، بِقَدْرِ ذلِكَ أَعْطُوهَا عَذَابًا وَحُزْنًا. لأَنَّهَا تَقُولُ فِي قَلْبِهَا: أَنَا جَالِسَةٌ مَلِكَةً، وَلَسْتُ أَرْمَلَةً، وَلَنْ أَرَى حَزَنًا.
ὅσα ἐδόξασεν αὐτὴν καὶ ; ἐστρηνίασεν, τοσοῦτον δότε ; αὐτῇ βασανισμὸν καὶ ; πένθος, ὅτι λέγει ἐν τῇ ; καρδίᾳ ; αὐτῆς κάθημαι βασίλισσα καὶ ; χήρα ; οὐκ οὐ ; μὴ ἴδω.¶ πένθος