ك
إصحاح
G1096
G1097. ginṓskō
G1098
المعنى المختصر للكلمة
ginṓskō: to "know" (absolutely) in a great variety of applications and with many implications (as follow, with others not thus clearly expressed)
اللفظ الأصلي γινώσκω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق ginṓskō (ghin-oce-ko)
تكرار الورود في الكتاب 192 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها

a prolonged form of a primary verb;

المعنى والشرح المفصل

to "know" (absolutely) in a great variety of applications and with many implications (as follow, with others not thus clearly expressed)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
allow be aware (of) feel (have) know(-ledge) perceived be resolved can speak be sure understand

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

γινώσκετε (15×) ἔγνωσαν (13×) γνῶναι (12×) γινώσκομεν (9×) ἔγνω (7×) γινώσκει (7×) γινώσκοντες (6×) γνοὺς (5×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (192 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
أَيُّهَا الآبُ الْبَارُّ، إِنَّ الْعَالَمَ لَمْ يَعْرِفْكَ، أَمَّا أَنَا فَعَرَفْتُكَ، وَهؤُلاَءِ عَرَفُوا أَنَّكَ أَنْتَ أَرْسَلْتَنِي.
πάτερ δίκαιε, καὶ ; ὁ ; κόσμος οὐκ σε ; ἔγνω, δέ ἐγὼ σε ; ἔγνων, καὶ ; οὗτοι ἔγνωσαν ὅτι σύ με ; ἀπέστειλας·
أَيُّهَا الآبُ الْبَارُّ، إِنَّ الْعَالَمَ لَمْ يَعْرِفْكَ، أَمَّا أَنَا فَعَرَفْتُكَ، وَهؤُلاَءِ عَرَفُوا أَنَّكَ أَنْتَ أَرْسَلْتَنِي.
πάτερ δίκαιε, καὶ ; ὁ ; κόσμος οὐκ σε ; ἔγνω, δέ ἐγὼ σε ; ἔγνων, καὶ ; οὗτοι ἔγνωσαν ὅτι σύ με ; ἀπέστειλας·
أَيُّهَا الآبُ الْبَارُّ، إِنَّ الْعَالَمَ لَمْ يَعْرِفْكَ، أَمَّا أَنَا فَعَرَفْتُكَ، وَهؤُلاَءِ عَرَفُوا أَنَّكَ أَنْتَ أَرْسَلْتَنِي.
πάτερ δίκαιε, καὶ ; ὁ ; κόσμος οὐκ σε ; ἔγνω, δέ ἐγὼ σε ; ἔγνων, καὶ ; οὗτοι ἔγνωσαν ὅτι σύ με ; ἀπέστειλας·
فَخَرَجَ بِيلاَطُسُ أَيْضًا خَارِجًا وَقَالَ لَهُمْ: هَا أَنَا أُخْرِجُهُ إِلَيْكُمْ لِتَعْلَمُوا أَنِّي لَسْتُ أَجِدُ فِيهِ عِلَّةً
ἐξῆλθεν ; οὖν ὁ ; Πιλᾶτος πάλιν ἔξω καὶ ; λέγει αὐτοῖς· ἴδε ἄγω ; αὐτὸν ; ἔξω, ὑμῖν ἵνα ; γνῶτε ὅτι οὐδεμίαν εὑρίσκω ἐν ; αὐτῷ.¶ αἰτίαν
قَالَ لَهُ ثَالِثَةً: يَا سِمْعَانُ بْنَ يُونَا، أَتُحِبُّنِي. فَحَزِنَ بُطْرُسُ لأَنَّهُ قَالَ لَهُ ثَالِثَةً: أَتُحِبُّنِي. فَقَالَ لَهُ: يَا رَبُّ، أَنْتَ تَعْلَمُ كُلَّ شَيْءٍ. أَنْتَ تَعْرِفُ أَنِّي أُحِبُّكَ. قَالَ لَهُ يَسُوعُ: ارْعَ غَنَمِي.
λέγει αὐτῷ τὸ ; τρίτον· Σίμων Ἰωνᾶ φιλεῖς ; με; ἐλυπήθη ὁ ; Πέτρος ὅτι εἶπεν αὐτῷ τὸ ; τρίτον· φιλεῖς ; με; καὶ ; εἶπεν αὐτῷ· κύριε, σὺ οἶδας, πάντα σὺ γινώσκεις ὅτι φιλῶ ; σε. λέγει αὐτῷ ὁ ; Ἰησοῦς· βόσκε τὰ ; πρόβατά ; μου.
فَقَالَ لَهُمْ: لَيْسَ لَكُمْ أَنْ تَعْرِفُوا الأَزْمِنَةَ وَالأَوْقَاتَ الَّتِي جَعَلَهَا الآبُ فِي سُلْطَانِهِ،
εἶπεν ; δὲ πρὸς ; αὐτούς· οὐχ ὑμῶν ἐστιν γνῶναι χρόνους καιροὺς ; ἢ οὓς ἔθετο ὁ ; πατὴρ ἐν τῇ ; ἰδίᾳ ; ἐξουσίᾳ,
فَلْيَعْلَمْ يَقِينًا جَمِيعُ بَيْتِ إِسْرَائِيلَ أَنَّ اللهَ جَعَلَ يَسُوعَ هذَا، الَّذِي صَلَبْتُمُوهُ أَنْتُمْ، رَبًّا وَمَسِيحًا.
οὖν ; γινωσκέτω ἀσφαλῶς πᾶς οἶκος Ἰσραὴλ ὅτι ὁ ; θεός, ἐποίησεν τὸν ; Ἰησοῦν τοῦτον ὃν ἐσταυρώσατε.¶ ὑμεῖς καὶ ; κύριον καὶ ; χριστὸν
فَبَادَرَ إِلَيْهِ فِيلُبُّسُ، وَسَمِعَهُ يَقْرَأُ النَّبِيَّ إِشَعْيَاءَ، فَقَالَ: أَلَعَلَّكَ تَفْهَمُ مَا أَنْتَ تَقْرَأُ.
δὲ ; προσδραμὼν ὁ ; Φίλιππος ἤκουσεν ; αὐτοῦ ἀναγινώσκοντος τὸν ; προφήτην Ἠσαΐαν καὶ ; εἶπεν· ἆρά ; γε γινώσκεις ἃ ἀναγινώσκεις;
فَلَمَّا عَلِمَ الْيَهُودُ الَّذِينَ مِنْ تَسَالُونِيكِي أَنَّهُ فِي بِيرِيَّةَ أَيْضًا نَادَى بُولُسُ بِكَلِمَةِ اللهِ، جَاءُوا يُهَيِّجُونَ الْجُمُوعَ هُنَاكَ أَيْضًا.
Ὡς ; δὲ ἔγνωσαν οἱ ; Ἰουδαῖοι τῆς ἀπὸ Θεσσαλονίκης ὅτι ἐν τῇ ; Βεροίᾳ καὶ κατηγγέλη ὑπὸ ; τοῦ ; Παύλου ὁ ; λόγος τοῦ ; θεοῦ, ἦλθον σαλεύοντες τοὺς ; ὄχλους. κἀκεῖ
فَأَخَذُوهُ وَذَهَبُوا بِهِ إِلَى أَرِيُوسَ بَاغُوسَ، قَائِلِينَ: هَلْ يُمْكِنُنَا أَنْ نَعْرِفَ مَا هُوَ هذَا التَّعْلِيمُ الْجَدِيدُ الَّذِي تَتَكَلَّمُ بِهِ.
Ἐπιλαβόμενοί ; τε ; αὐτοῦ ἤγαγον ἐπὶ Ἄρειον πάγον λέγοντες· δυνάμεθα γνῶναι τίς αὕτη διδαχή; ἡ ; καινὴ τὸν σοῦ ; λαλουμένη ὑπὸ
لأَنَّكَ تَأْتِي إِلَى مَسَامِعِنَا بِأُمُورٍ غَرِيبَةٍ، فَنُرِيدُ أَنْ نَعْلَمَ مَا عَسَى أَنْ تَكُونَ هذِهِ.
γάρ ; εἰσφέρεις εἰς τὰς ; ἀκοὰς ; ἡμῶν· ξενίζοντα ; τινα βουλόμεθα ; οὖν γνῶναι τί ἂν θέλοι εἶναι. ταῦτα
فَأَجَابَ الرُّوحُ الشِّرِّيرُ وَقَالَ: أَمَّا يَسُوعُ فَأَنَا أَعْرِفُهُ، وَبُولُسُ أَنَا أَعْلَمُهُ، وَأَمَّا أَنْتُمْ فَمَنْ أَنْتُمْ.
ἀποκριθὲν ; δὲ τὸ ; πνεῦμα τὸ ; πονηρὸν εἶπεν μὲν τὸν ; Ἰησοῦν γινώσκω καὶ ; τὸν ; Παῦλον ἐπίσταμαι· δὲ ὑμεῖς τίνες ἐστέ;
ثُمَّ سَكَّنَ الْكَاتِبُ الْجَمْعَ وَقَالَ: أَيُّهَا الرِّجَالُ الأَفَسُسِيُّونَ، مَنْ هُوَ الإِنْسَانُ الَّذِي لاَ يَعْلَمُ أَنَّ مَدِينَةَ الأَفَسُسِيِّينَ مُتَعَبِّدَةٌ لأَرْطَامِيسَ الإِلهَةِ الْعَظِيمَةِ وَالتِّمْثَالِ الَّذِي هَبَطَ مِنْ زَفْسَ.
δὲ καταστείλας ὁ ; γραμματεὺς τὸν ; ὄχλον φησίν· ἄνδρες Ἐφέσιοι, τίς ; γάρ ἐστιν ἄνθρωπος ὃς οὐ γινώσκει τὴν ; πόλιν Ἐφεσίων νεωκόρον τῆς ; Ἀρτέμιδος θεᾶς μεγάλης καὶ ; τοῦ ; διοπετοῦς;
أَنْتُمْ تَعْلَمُونَ أَنَّ حَاجَاتِي وَحَاجَاتِ الَّذِينَ مَعِي خَدَمَتْهَا هَاتَانِ الْيَدَانِ.
αὐτοὶ ; δὲ γινώσκετε ὅτι ταῖς ; χρείαις ; μου καὶ ; τοῖς μετ᾽ ; ἐμοῦ ; οὖσιν ὑπηρέτησαν αὗται. αἱ ; χεῖρες
خُذْ هؤُلاَءِ وَتَطهَّرْ مَعَهُمْ وَأَنْفِقْ عَلَيْهِمْ لِيَحْلِقُوا رُؤُوسَهُمْ، فَيَعْلَمَ الْجَمِيعُ أَنْ لَيْسَ شَيْءٌ مِمَّا أُخْبِرُوا عَنْكَ، بَلْ تَسْلُكُ أَنْتَ أَيْضًا حَافِظًا لِلنَّامُوسِ.
παραλαβὼν τούτους ἁγνίσθητι σὺν ; αὐτοῖς καὶ ; δαπάνησον ἐπ᾽ ; αὐτοῖς ἵνα ; ξυρήσωνται τὴν ; κεφαλήν, καὶ ; γνῶσιν πάντες ὅτι οὐδέν ; ἐστιν, ὧν κατήχηνται περὶ ; σοῦ ἀλλὰ στοιχεῖς αὐτὸς καὶ φυλάσσων τὸν ; νόμον.
وَكَانَ الْبَعْضُ يَصْرُخُونَ بِشَيْءٍ وَالْبَعْضُ بِشَيْءٍ آخَرَ فِي الْجَمْعِ. وَلَمَّا لَمْ يَقْدِرْ أَنْ يَعْلَمَ الْيَقِينَ لِسَبَبِ الشَّغَبِ، أَمَرَ أَنْ يُذْهَبَ بِهِ إِلَى الْمُعَسْكَرِ.
δὲ ἐβόων τι ἄλλοι ἄλλο ἐν τῷ ; ὄχλῳ. δὲ μὴ δυνάμενος γνῶναι τὸ ; ἀσφαλὲς διὰ τὸν ; θόρυβον ἐκέλευσεν ἄγεσθαι ; αὐτὸν εἰς τὴν ; παρεμβολήν.
وَإِذْ قَارَبَ بُولُسُ أَنْ يَدْخُلَ الْمُعَسْكَرَ قَالَ لِلأَمِيرِ: أَيَجُوزُ لِي أَنْ أَقُولَ لَكَ شَيْئًا. فَقَالَ: أَتَعْرِفُ الْيُونَانِيَّةَ.
μέλλων ; τε ὁ ; Παῦλος εἰσάγεσθαι ; εἰς τὴν ; παρεμβολὴν λέγει τῷ ; χιλιάρχῳ· εἰ ; ἔξεστίν μοι εἰπεῖν πρὸς ; σέ; τι ὁ ; δὲ ; ἔφη· γινώσκεις; ἑλληνιστὶ
فَقَالَ: إِلهُ آبَائِنَا انْتَخَبَكَ لِتَعْلَمَ مَشِيئَتَهُ، وَتُبْصِرَ الْبَارَّ، وَتَسْمَعَ صَوْتًا مِنْ فَمِهِ.
ὁ ; δὲ ; εἶπεν· θεὸς ; ὁ τῶν ; πατέρων ; ἡμῶν προεχειρίσατό ; σε γνῶναι τὸ ; θέλημα ; αὐτοῦ καὶ ; ἰδεῖν τὸν ; δίκαιον καὶ ; ἀκοῦσαι φωνὴν ἐκ τοῦ ; στόματος ; αὐτοῦ·
وَفِي الْغَدِ إِذْ كَانَ يُرِيدُ أَنْ يَعْلَمَ الْيَقِينَ: لِمَاذَا يَشْتَكِي الْيَهُودُ حَلَّهُ مِنَ الرِّبَاطِ، وَأَمَرَ أَنْ يَحْضُرَ رُؤَسَاءُ الْكَهَنَةِ وَكُلُّ مَجْمَعِهِمْ. فَأَحْدَرَ بُولُسَ وَأَقَامَهُ لَدَيْهِمْ.
Τῇ ; δὲ ; ἐπαύριον βουλόμενος γνῶναι τὸ ; ἀσφαλές, τὸ ; τί κατηγορεῖται παρὰ; τῶν ; Ἰουδαίων, ἔλυσεν ; αὐτὸν ἀπὸ τῶν ; δεσμῶν καὶ ; ἐκέλευσεν ἐλθεῖν τοὺς ; ἀρχιερεῖς καὶ ; ὅλον τὸ ; συνέδριον ; αὐτῶν, καταγαγὼν τὸν ; Παῦλον ἔστησεν εἰς ; αὐτούς.¶
وَلَمَّا عَلِمَ بُولُسُ أَنَّ قِسْمًا مِنْهُمْ صَدُّوقِيُّونَ وَالآخَرَ فَرِّيسِيُّونَ، صَرَخَ فِي الْمَجْمَعِ: أَيُّهَا الرِّجَالُ الإِخْوَةُ، أَنَا فَرِّيسِيٌّ ابْنُ فَرِّيسِيٍّ. عَلَى رَجَاءِ قِيَامَةِ الأَمْوَاتِ أَنَا أُحَاكَمُ.
δὲ Γνοὺς ὁ ; Παῦλος ὅτι τὸ ; ἓν ; μέρος ; ἐστὶν Σαδδουκαίων τὸ ; δὲ ; ἕτερον Φαρισαίων ἔκραξεν ἐν τῷ ; συνεδρίῳ· ἄνδρες ἀδελφοί, ἐγὼ Φαρισαῖός υἱὸς Φαρισαίου περὶ ἐλπίδος καὶ ; ἀναστάσεως νεκρῶν ἐγὼ κρίνομαι.¶
وَكُنْتُ أُرِيدُ أَنْ أَعْلَمَ الْعِلَّةَ الَّتِي لأَجْلِهَا كَانُوا يَشْتَكُونَ عَلَيْهِ، فَأَنْزَلْتُهُ إِلَى مَجْمَعِهِمْ،
βουλόμενός ; δὲ γνῶναι τὴν ; αἰτίαν ἣν δι᾽ ἐνεκάλουν αὐτῷ κατήγαγον ; αὐτὸν εἰς τὸ ; συνέδριον ; αὐτῶν·
وَأَنْتَ قَادِرٌ أَنْ تَعْرِفَ أَنَّهُ لَيْسَ لِي أَكْثَرُ مِنِ اثْنَيْ عَشَرَ يَوْمًا مُنْذُ صَعِدْتُ لأَسْجُدَ فِي أُورُشَلِيمَ.
σου δυναμένου γνῶναι ὅτι οὐ μοι πλείους ; ἤ δεκαδύο ἡμέραι ἀφ᾽ ; ἧς ἀνέβην προσκυνήσων ἐν Ἰερουσαλήμ·
لأَنَّهُمْ لَمَّا عَرَفُوا اللهَ لَمْ يُمَجِّدُوهُ أَوْ يَشْكُرُوهُ كَإِلهٍ، بَلْ حَمِقُوا فِي أَفْكَارِهِمْ، وَأَظْلَمَ قَلْبُهُمُ الْغَبِيُّ.
διότι γνόντες τὸν ; θεὸν οὐχ ἐδόξασαν ἢ ηὐχαρίστησαν, ὡς ; θεὸν ἀλλ᾽ ἐματαιώθησαν ἐν τοῖς ; διαλογισμοῖς ; αὐτῶν, καὶ ; ἐσκοτίσθη ἡ ; αὐτῶν ; καρδία· ἀσύνετος
وَتَعْرِفُ مَشِيئَتَهُ، وَتُمَيِّزُ الأُمُورَ الْمُتَخَالِفَةَ، مُتَعَلِّمًا مِنَ النَّامُوسِ.
καὶ ; γινώσκεις τὸ ; θέλημα καὶ ; δοκιμάζεις τὰ διαφέροντα κατηχούμενος ἐκ τοῦ ; νόμου·
وَطَرِيقُ السَّلاَمِ لَمْ يَعْرِفُوهُ.
καὶ ; ὁδὸν εἰρήνης οὐκ ἔγνωσαν.
عَالِمِينَ هذَا: أَنَّ إِنْسَانَنَا الْعَتِيقَ قَدْ صُلِبَ مَعَهُ لِيُبْطَلَ جَسَدُ الْخَطِيَّةِ، كَيْ لاَ نَعُودَ نُسْتَعْبَدُ لِلْخَطِيَّةِ.
γινώσκοντες τοῦτο ὅτι ὁ ; ἡμῶν ; ἄνθρωπος παλαιὸς συνεσταυρώθη, ἵνα ; καταργηθῇ τὸ ; σῶμα τῆς ; ἁμαρτίας τοῦ μηκέτι δουλεύειν ; ἡμᾶς τῇ ; ἁμαρτίᾳ.
أَمْ تَجْهَلُونَ أَيُّهَا الإِخْوَةُ لأَنِّي أُكَلِّمُ الْعَارِفِينَ بِالنَّامُوسِ أَنَّ النَّامُوسَ يَسُودُ عَلَى الإِنْسَانِ مَا دَامَ حَيًّا.
Ἢ ἀγνοεῖτε, ἀδελφοί, γὰρ λαλῶ, γινώσκουσιν νόμον ὅτι ὁ ; νόμος κυριεύει τοῦ ἀνθρώπου ὅσον χρόνον ζῇ;
فَمَاذَا نَقُولُ. هَلِ النَّامُوسُ خَطِيَّةٌ. حَاشَا. بَلْ لَمْ أَعْرِفِ الْخَطِيَّةَ إِلاَّ بِالنَّامُوسِ. فَإِنَّنِي لَمْ أَعْرِفِ الشَّهْوَةَ لَوْ لَمْ يَقُلِ النَّامُوسُ: لاَ تَشْتَهِ.
Τί ; οὖν ἐροῦμεν; ὁ νόμος ἁμαρτία; μὴ ; γένοιτο· ἀλλὰ οὐκ ἔγνων τὴν ; ἁμαρτίαν εἰ ; μὴ διὰ ; νόμου· γὰρ οὐκ ᾔδειν, τήν ; τε ; ἐπιθυμίαν εἰ ; μὴ ἔλεγεν· ὁ ; νόμος οὐκ ἐπιθυμήσεις·
لأَنِّي لَسْتُ أَعْرِفُ مَا أَنَا أَفْعَلُهُ، إِذْ لَسْتُ أَفْعَلُ مَا أُرِيدُهُ، بَلْ مَا أُبْغِضُهُ فَإِيَّاهُ أَفْعَلُ.
γὰρ οὐ γινώσκω· ὃ κατεργάζομαι γὰρ οὐ πράσσω, ὃ ; τοῦτο θέλω ἀλλ᾽ ὃ μισῶ τοῦτο ποιῶ.
لكِنِّي أَقُولُ: أَلَعَلَّ إِسْرَائِيلَ لَمْ يَعْلَمْ. أَوَّلاً مُوسَى يَقُولُ: أَنَا أُغِيرُكُمْ بِمَا لَيْسَ أُمَّةً. بِأُمَّةٍ غَبِيَّةٍ أُغِيظُكُمْ.
ἀλλὰ λέγω· μὴ Ἰσραὴλ οὐκ ἔγνω; πρῶτος Μωϋσῆς λέγει· ἐγὼ παραζηλώσω ; ὑμᾶς ἐπ᾽ οὐκ ἔθνει ἐπ᾽ ; ἔθνει ἀσυνέτῳ παροργιῶ ; ὑμᾶς.