المعنى المختصر للكلمة
ginṓskō:
to "know" (absolutely) in a great
variety of applications and with many implications (as follow, with
others not thus clearly expressed)
اللفظ الأصلي
γινώσκω
نوع الكلمة
اسم
طريقة النطق
ginṓskō
(ghin-oce-ko)
تكرار الورود في الكتاب
192
مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
a prolonged form of a primary verb;
المعنى والشرح المفصل
to "know" (absolutely) in a great variety of applications and with many implications (as follow, with others not thus clearly expressed)
الإنجليزية — KJV Translation Tags
allow
be aware (of)
feel
(have) know(-ledge)
perceived
be resolved
can speak
be sure
understand
أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك
أشكال الكلمة في النص الأصلي:
γινώσκετε (15×)
ἔγνωσαν (13×)
γνῶναι (12×)
γινώσκομεν (9×)
ἔγνω (7×)
γινώσκει (7×)
γινώσκοντες (6×)
γνοὺς (5×)
شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (192 آية)
شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
يوحنا 17: 25
Jhn.17.25
أَيُّهَا الآبُ الْبَارُّ، إِنَّ الْعَالَمَ لَمْ يَعْرِفْكَ، أَمَّا أَنَا فَعَرَفْتُكَ، وَهؤُلاَءِ عَرَفُوا أَنَّكَ أَنْتَ أَرْسَلْتَنِي.
πάτερ δίκαιε, καὶ ; ὁ ; κόσμος οὐκ σε ; ἔγνω, δέ ἐγὼ σε ; ἔγνων, καὶ ; οὗτοι ἔγνωσαν ὅτι σύ με ; ἀπέστειλας·
يوحنا 17: 25
Jhn.17.25
أَيُّهَا الآبُ الْبَارُّ، إِنَّ الْعَالَمَ لَمْ يَعْرِفْكَ، أَمَّا أَنَا فَعَرَفْتُكَ، وَهؤُلاَءِ عَرَفُوا أَنَّكَ أَنْتَ أَرْسَلْتَنِي.
πάτερ δίκαιε, καὶ ; ὁ ; κόσμος οὐκ σε ; ἔγνω, δέ ἐγὼ σε ; ἔγνων, καὶ ; οὗτοι ἔγνωσαν ὅτι σύ με ; ἀπέστειλας·
يوحنا 17: 25
Jhn.17.25
أَيُّهَا الآبُ الْبَارُّ، إِنَّ الْعَالَمَ لَمْ يَعْرِفْكَ، أَمَّا أَنَا فَعَرَفْتُكَ، وَهؤُلاَءِ عَرَفُوا أَنَّكَ أَنْتَ أَرْسَلْتَنِي.
πάτερ δίκαιε, καὶ ; ὁ ; κόσμος οὐκ σε ; ἔγνω, δέ ἐγὼ σε ; ἔγνων, καὶ ; οὗτοι ἔγνωσαν ὅτι σύ με ; ἀπέστειλας·
يوحنا 19: 4
Jhn.19.4
فَخَرَجَ بِيلاَطُسُ أَيْضًا خَارِجًا وَقَالَ لَهُمْ: هَا أَنَا أُخْرِجُهُ إِلَيْكُمْ لِتَعْلَمُوا أَنِّي لَسْتُ أَجِدُ فِيهِ عِلَّةً
ἐξῆλθεν ; οὖν ὁ ; Πιλᾶτος πάλιν ἔξω καὶ ; λέγει αὐτοῖς· ἴδε ἄγω ; αὐτὸν ; ἔξω, ὑμῖν ἵνα ; γνῶτε ὅτι οὐδεμίαν εὑρίσκω ἐν ; αὐτῷ.¶ αἰτίαν
يوحنا 21: 17
Jhn.21.17
قَالَ لَهُ ثَالِثَةً: يَا سِمْعَانُ بْنَ يُونَا، أَتُحِبُّنِي. فَحَزِنَ بُطْرُسُ لأَنَّهُ قَالَ لَهُ ثَالِثَةً: أَتُحِبُّنِي. فَقَالَ لَهُ: يَا رَبُّ، أَنْتَ تَعْلَمُ كُلَّ شَيْءٍ. أَنْتَ تَعْرِفُ أَنِّي أُحِبُّكَ. قَالَ لَهُ يَسُوعُ: ارْعَ غَنَمِي.
λέγει αὐτῷ τὸ ; τρίτον· Σίμων Ἰωνᾶ φιλεῖς ; με; ἐλυπήθη ὁ ; Πέτρος ὅτι εἶπεν αὐτῷ τὸ ; τρίτον· φιλεῖς ; με; καὶ ; εἶπεν αὐτῷ· κύριε, σὺ οἶδας, πάντα σὺ γινώσκεις ὅτι φιλῶ ; σε. λέγει αὐτῷ ὁ ; Ἰησοῦς· βόσκε τὰ ; πρόβατά ; μου.
أعمال الرسل 1: 7
Act.1.7
فَقَالَ لَهُمْ: لَيْسَ لَكُمْ أَنْ تَعْرِفُوا الأَزْمِنَةَ وَالأَوْقَاتَ الَّتِي جَعَلَهَا الآبُ فِي سُلْطَانِهِ،
εἶπεν ; δὲ πρὸς ; αὐτούς· οὐχ ὑμῶν ἐστιν γνῶναι χρόνους καιροὺς ; ἢ οὓς ἔθετο ὁ ; πατὴρ ἐν τῇ ; ἰδίᾳ ; ἐξουσίᾳ,
أعمال الرسل 2: 36
Act.2.36
فَلْيَعْلَمْ يَقِينًا جَمِيعُ بَيْتِ إِسْرَائِيلَ أَنَّ اللهَ جَعَلَ يَسُوعَ هذَا، الَّذِي صَلَبْتُمُوهُ أَنْتُمْ، رَبًّا وَمَسِيحًا.
οὖν ; γινωσκέτω ἀσφαλῶς πᾶς οἶκος Ἰσραὴλ ὅτι ὁ ; θεός, ἐποίησεν τὸν ; Ἰησοῦν τοῦτον ὃν ἐσταυρώσατε.¶ ὑμεῖς καὶ ; κύριον καὶ ; χριστὸν
أعمال الرسل 8: 30
Act.8.30
فَبَادَرَ إِلَيْهِ فِيلُبُّسُ، وَسَمِعَهُ يَقْرَأُ النَّبِيَّ إِشَعْيَاءَ، فَقَالَ: أَلَعَلَّكَ تَفْهَمُ مَا أَنْتَ تَقْرَأُ.
δὲ ; προσδραμὼν ὁ ; Φίλιππος ἤκουσεν ; αὐτοῦ ἀναγινώσκοντος τὸν ; προφήτην Ἠσαΐαν καὶ ; εἶπεν· ἆρά ; γε γινώσκεις ἃ ἀναγινώσκεις;
أعمال الرسل 17: 13
Act.17.13
فَلَمَّا عَلِمَ الْيَهُودُ الَّذِينَ مِنْ تَسَالُونِيكِي أَنَّهُ فِي بِيرِيَّةَ أَيْضًا نَادَى بُولُسُ بِكَلِمَةِ اللهِ، جَاءُوا يُهَيِّجُونَ الْجُمُوعَ هُنَاكَ أَيْضًا.
Ὡς ; δὲ ἔγνωσαν οἱ ; Ἰουδαῖοι τῆς ἀπὸ Θεσσαλονίκης ὅτι ἐν τῇ ; Βεροίᾳ καὶ κατηγγέλη ὑπὸ ; τοῦ ; Παύλου ὁ ; λόγος τοῦ ; θεοῦ, ἦλθον σαλεύοντες τοὺς ; ὄχλους. κἀκεῖ
أعمال الرسل 17: 19
Act.17.19
فَأَخَذُوهُ وَذَهَبُوا بِهِ إِلَى أَرِيُوسَ بَاغُوسَ، قَائِلِينَ: هَلْ يُمْكِنُنَا أَنْ نَعْرِفَ مَا هُوَ هذَا التَّعْلِيمُ الْجَدِيدُ الَّذِي تَتَكَلَّمُ بِهِ.
Ἐπιλαβόμενοί ; τε ; αὐτοῦ ἤγαγον ἐπὶ Ἄρειον πάγον λέγοντες· δυνάμεθα γνῶναι τίς αὕτη διδαχή; ἡ ; καινὴ τὸν σοῦ ; λαλουμένη ὑπὸ
أعمال الرسل 17: 20
Act.17.20
لأَنَّكَ تَأْتِي إِلَى مَسَامِعِنَا بِأُمُورٍ غَرِيبَةٍ، فَنُرِيدُ أَنْ نَعْلَمَ مَا عَسَى أَنْ تَكُونَ هذِهِ.
γάρ ; εἰσφέρεις εἰς τὰς ; ἀκοὰς ; ἡμῶν· ξενίζοντα ; τινα βουλόμεθα ; οὖν γνῶναι τί ἂν θέλοι εἶναι. ταῦτα
أعمال الرسل 19: 15
Act.19.15
فَأَجَابَ الرُّوحُ الشِّرِّيرُ وَقَالَ: أَمَّا يَسُوعُ فَأَنَا أَعْرِفُهُ، وَبُولُسُ أَنَا أَعْلَمُهُ، وَأَمَّا أَنْتُمْ فَمَنْ أَنْتُمْ.
ἀποκριθὲν ; δὲ τὸ ; πνεῦμα τὸ ; πονηρὸν εἶπεν μὲν τὸν ; Ἰησοῦν γινώσκω καὶ ; τὸν ; Παῦλον ἐπίσταμαι· δὲ ὑμεῖς τίνες ἐστέ;
أعمال الرسل 19: 35
Act.19.35
ثُمَّ سَكَّنَ الْكَاتِبُ الْجَمْعَ وَقَالَ: أَيُّهَا الرِّجَالُ الأَفَسُسِيُّونَ، مَنْ هُوَ الإِنْسَانُ الَّذِي لاَ يَعْلَمُ أَنَّ مَدِينَةَ الأَفَسُسِيِّينَ مُتَعَبِّدَةٌ لأَرْطَامِيسَ الإِلهَةِ الْعَظِيمَةِ وَالتِّمْثَالِ الَّذِي هَبَطَ مِنْ زَفْسَ.
δὲ καταστείλας ὁ ; γραμματεὺς τὸν ; ὄχλον φησίν· ἄνδρες Ἐφέσιοι, τίς ; γάρ ἐστιν ἄνθρωπος ὃς οὐ γινώσκει τὴν ; πόλιν Ἐφεσίων νεωκόρον τῆς ; Ἀρτέμιδος θεᾶς μεγάλης καὶ ; τοῦ ; διοπετοῦς;
أعمال الرسل 20: 34
Act.20.34
أَنْتُمْ تَعْلَمُونَ أَنَّ حَاجَاتِي وَحَاجَاتِ الَّذِينَ مَعِي خَدَمَتْهَا هَاتَانِ الْيَدَانِ.
αὐτοὶ ; δὲ γινώσκετε ὅτι ταῖς ; χρείαις ; μου καὶ ; τοῖς μετ᾽ ; ἐμοῦ ; οὖσιν ὑπηρέτησαν αὗται. αἱ ; χεῖρες
أعمال الرسل 21: 24
Act.21.24
خُذْ هؤُلاَءِ وَتَطهَّرْ مَعَهُمْ وَأَنْفِقْ عَلَيْهِمْ لِيَحْلِقُوا رُؤُوسَهُمْ، فَيَعْلَمَ الْجَمِيعُ أَنْ لَيْسَ شَيْءٌ مِمَّا أُخْبِرُوا عَنْكَ، بَلْ تَسْلُكُ أَنْتَ أَيْضًا حَافِظًا لِلنَّامُوسِ.
παραλαβὼν τούτους ἁγνίσθητι σὺν ; αὐτοῖς καὶ ; δαπάνησον ἐπ᾽ ; αὐτοῖς ἵνα ; ξυρήσωνται τὴν ; κεφαλήν, καὶ ; γνῶσιν πάντες ὅτι οὐδέν ; ἐστιν, ὧν κατήχηνται περὶ ; σοῦ ἀλλὰ στοιχεῖς αὐτὸς καὶ φυλάσσων τὸν ; νόμον.
أعمال الرسل 21: 34
Act.21.34
وَكَانَ الْبَعْضُ يَصْرُخُونَ بِشَيْءٍ وَالْبَعْضُ بِشَيْءٍ آخَرَ فِي الْجَمْعِ. وَلَمَّا لَمْ يَقْدِرْ أَنْ يَعْلَمَ الْيَقِينَ لِسَبَبِ الشَّغَبِ، أَمَرَ أَنْ يُذْهَبَ بِهِ إِلَى الْمُعَسْكَرِ.
δὲ ἐβόων τι ἄλλοι ἄλλο ἐν τῷ ; ὄχλῳ. δὲ μὴ δυνάμενος γνῶναι τὸ ; ἀσφαλὲς διὰ τὸν ; θόρυβον ἐκέλευσεν ἄγεσθαι ; αὐτὸν εἰς τὴν ; παρεμβολήν.
أعمال الرسل 21: 37
Act.21.37
وَإِذْ قَارَبَ بُولُسُ أَنْ يَدْخُلَ الْمُعَسْكَرَ قَالَ لِلأَمِيرِ: أَيَجُوزُ لِي أَنْ أَقُولَ لَكَ شَيْئًا. فَقَالَ: أَتَعْرِفُ الْيُونَانِيَّةَ.
μέλλων ; τε ὁ ; Παῦλος εἰσάγεσθαι ; εἰς τὴν ; παρεμβολὴν λέγει τῷ ; χιλιάρχῳ· εἰ ; ἔξεστίν μοι εἰπεῖν πρὸς ; σέ; τι ὁ ; δὲ ; ἔφη· γινώσκεις; ἑλληνιστὶ
أعمال الرسل 22: 14
Act.22.14
فَقَالَ: إِلهُ آبَائِنَا انْتَخَبَكَ لِتَعْلَمَ مَشِيئَتَهُ، وَتُبْصِرَ الْبَارَّ، وَتَسْمَعَ صَوْتًا مِنْ فَمِهِ.
ὁ ; δὲ ; εἶπεν· θεὸς ; ὁ τῶν ; πατέρων ; ἡμῶν προεχειρίσατό ; σε γνῶναι τὸ ; θέλημα ; αὐτοῦ καὶ ; ἰδεῖν τὸν ; δίκαιον καὶ ; ἀκοῦσαι φωνὴν ἐκ τοῦ ; στόματος ; αὐτοῦ·
أعمال الرسل 22: 30
Act.22.30
وَفِي الْغَدِ إِذْ كَانَ يُرِيدُ أَنْ يَعْلَمَ الْيَقِينَ: لِمَاذَا يَشْتَكِي الْيَهُودُ حَلَّهُ مِنَ الرِّبَاطِ، وَأَمَرَ أَنْ يَحْضُرَ رُؤَسَاءُ الْكَهَنَةِ وَكُلُّ مَجْمَعِهِمْ. فَأَحْدَرَ بُولُسَ وَأَقَامَهُ لَدَيْهِمْ.
Τῇ ; δὲ ; ἐπαύριον βουλόμενος γνῶναι τὸ ; ἀσφαλές, τὸ ; τί κατηγορεῖται παρὰ; τῶν ; Ἰουδαίων, ἔλυσεν ; αὐτὸν ἀπὸ τῶν ; δεσμῶν καὶ ; ἐκέλευσεν ἐλθεῖν τοὺς ; ἀρχιερεῖς καὶ ; ὅλον τὸ ; συνέδριον ; αὐτῶν, καταγαγὼν τὸν ; Παῦλον ἔστησεν εἰς ; αὐτούς.¶
أعمال الرسل 23: 6
Act.23.6
وَلَمَّا عَلِمَ بُولُسُ أَنَّ قِسْمًا مِنْهُمْ صَدُّوقِيُّونَ وَالآخَرَ فَرِّيسِيُّونَ، صَرَخَ فِي الْمَجْمَعِ: أَيُّهَا الرِّجَالُ الإِخْوَةُ، أَنَا فَرِّيسِيٌّ ابْنُ فَرِّيسِيٍّ. عَلَى رَجَاءِ قِيَامَةِ الأَمْوَاتِ أَنَا أُحَاكَمُ.
δὲ Γνοὺς ὁ ; Παῦλος ὅτι τὸ ; ἓν ; μέρος ; ἐστὶν Σαδδουκαίων τὸ ; δὲ ; ἕτερον Φαρισαίων ἔκραξεν ἐν τῷ ; συνεδρίῳ· ἄνδρες ἀδελφοί, ἐγὼ Φαρισαῖός υἱὸς Φαρισαίου περὶ ἐλπίδος καὶ ; ἀναστάσεως νεκρῶν ἐγὼ κρίνομαι.¶
أعمال الرسل 23: 28
Act.23.28
وَكُنْتُ أُرِيدُ أَنْ أَعْلَمَ الْعِلَّةَ الَّتِي لأَجْلِهَا كَانُوا يَشْتَكُونَ عَلَيْهِ، فَأَنْزَلْتُهُ إِلَى مَجْمَعِهِمْ،
βουλόμενός ; δὲ γνῶναι τὴν ; αἰτίαν ἣν δι᾽ ἐνεκάλουν αὐτῷ κατήγαγον ; αὐτὸν εἰς τὸ ; συνέδριον ; αὐτῶν·
أعمال الرسل 24: 11
Act.24.11
وَأَنْتَ قَادِرٌ أَنْ تَعْرِفَ أَنَّهُ لَيْسَ لِي أَكْثَرُ مِنِ اثْنَيْ عَشَرَ يَوْمًا مُنْذُ صَعِدْتُ لأَسْجُدَ فِي أُورُشَلِيمَ.
σου δυναμένου γνῶναι ὅτι οὐ μοι πλείους ; ἤ δεκαδύο ἡμέραι ἀφ᾽ ; ἧς ἀνέβην προσκυνήσων ἐν Ἰερουσαλήμ·
رومية 1: 21
Rom.1.21
لأَنَّهُمْ لَمَّا عَرَفُوا اللهَ لَمْ يُمَجِّدُوهُ أَوْ يَشْكُرُوهُ كَإِلهٍ، بَلْ حَمِقُوا فِي أَفْكَارِهِمْ، وَأَظْلَمَ قَلْبُهُمُ الْغَبِيُّ.
διότι γνόντες τὸν ; θεὸν οὐχ ἐδόξασαν ἢ ηὐχαρίστησαν, ὡς ; θεὸν ἀλλ᾽ ἐματαιώθησαν ἐν τοῖς ; διαλογισμοῖς ; αὐτῶν, καὶ ; ἐσκοτίσθη ἡ ; αὐτῶν ; καρδία· ἀσύνετος
رومية 2: 18
Rom.2.18
وَتَعْرِفُ مَشِيئَتَهُ، وَتُمَيِّزُ الأُمُورَ الْمُتَخَالِفَةَ، مُتَعَلِّمًا مِنَ النَّامُوسِ.
καὶ ; γινώσκεις τὸ ; θέλημα καὶ ; δοκιμάζεις τὰ διαφέροντα κατηχούμενος ἐκ τοῦ ; νόμου·
رومية 6: 6
Rom.6.6
عَالِمِينَ هذَا: أَنَّ إِنْسَانَنَا الْعَتِيقَ قَدْ صُلِبَ مَعَهُ لِيُبْطَلَ جَسَدُ الْخَطِيَّةِ، كَيْ لاَ نَعُودَ نُسْتَعْبَدُ لِلْخَطِيَّةِ.
γινώσκοντες τοῦτο ὅτι ὁ ; ἡμῶν ; ἄνθρωπος παλαιὸς συνεσταυρώθη, ἵνα ; καταργηθῇ τὸ ; σῶμα τῆς ; ἁμαρτίας τοῦ μηκέτι δουλεύειν ; ἡμᾶς τῇ ; ἁμαρτίᾳ.
رومية 7: 1
Rom.7.1
أَمْ تَجْهَلُونَ أَيُّهَا الإِخْوَةُ لأَنِّي أُكَلِّمُ الْعَارِفِينَ بِالنَّامُوسِ أَنَّ النَّامُوسَ يَسُودُ عَلَى الإِنْسَانِ مَا دَامَ حَيًّا.
Ἢ ἀγνοεῖτε, ἀδελφοί, γὰρ λαλῶ, γινώσκουσιν νόμον ὅτι ὁ ; νόμος κυριεύει τοῦ ἀνθρώπου ὅσον χρόνον ζῇ;
رومية 7: 7
Rom.7.7
فَمَاذَا نَقُولُ. هَلِ النَّامُوسُ خَطِيَّةٌ. حَاشَا. بَلْ لَمْ أَعْرِفِ الْخَطِيَّةَ إِلاَّ بِالنَّامُوسِ. فَإِنَّنِي لَمْ أَعْرِفِ الشَّهْوَةَ لَوْ لَمْ يَقُلِ النَّامُوسُ: لاَ تَشْتَهِ.
Τί ; οὖν ἐροῦμεν; ὁ νόμος ἁμαρτία; μὴ ; γένοιτο· ἀλλὰ οὐκ ἔγνων τὴν ; ἁμαρτίαν εἰ ; μὴ διὰ ; νόμου· γὰρ οὐκ ᾔδειν, τήν ; τε ; ἐπιθυμίαν εἰ ; μὴ ἔλεγεν· ὁ ; νόμος οὐκ ἐπιθυμήσεις·
رومية 7: 15
Rom.7.15
لأَنِّي لَسْتُ أَعْرِفُ مَا أَنَا أَفْعَلُهُ، إِذْ لَسْتُ أَفْعَلُ مَا أُرِيدُهُ، بَلْ مَا أُبْغِضُهُ فَإِيَّاهُ أَفْعَلُ.
γὰρ οὐ γινώσκω· ὃ κατεργάζομαι γὰρ οὐ πράσσω, ὃ ; τοῦτο θέλω ἀλλ᾽ ὃ μισῶ τοῦτο ποιῶ.
رومية 10: 19
Rom.10.19
لكِنِّي أَقُولُ: أَلَعَلَّ إِسْرَائِيلَ لَمْ يَعْلَمْ. أَوَّلاً مُوسَى يَقُولُ: أَنَا أُغِيرُكُمْ بِمَا لَيْسَ أُمَّةً. بِأُمَّةٍ غَبِيَّةٍ أُغِيظُكُمْ.
ἀλλὰ λέγω· μὴ Ἰσραὴλ οὐκ ἔγνω; πρῶτος Μωϋσῆς λέγει· ἐγὼ παραζηλώσω ; ὑμᾶς ἐπ᾽ οὐκ ἔθνει ἐπ᾽ ; ἔθνει ἀσυνέτῳ παροργιῶ ; ὑμᾶς.