المعنى المختصر للكلمة
basileús:
a
sovereign (abstractly, relatively, or figuratively)
اللفظ الأصلي
βασιλεύς
نوع الكلمة
اسم
طريقة النطق
basileús
(bas-il-yooce)
تكرار الورود في الكتاب
110
مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
مشتق من:
G939
βάσις
•
bas-ece
•
(a pace)
المعنى والشرح المفصل
a sovereign (abstractly, relatively, or figuratively)
الإنجليزية — KJV Translation Tags
king
أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك
أشكال الكلمة في النص الأصلي:
ὁ ; βασιλεὺς (32×)
βασιλεὺς (10×)
βασιλέα (7×)
τῶν ; βασιλέων (5×)
τοῦ ; βασιλέως (5×)
βασιλεῦ (5×)
τὸν ; βασιλέα (4×)
οἱ ; βασιλεῖς (4×)
شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (110 آية)
شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
مرقس 15: 26
Mrk.15.26
وَكَانَ عُنْوَانُ عِلَّتِهِ مَكْتُوبًا: مَلِكُ الْيَهُودِ.
καὶ ; ἦν ἡ ; ἐπιγραφὴ τῆς ; αἰτίας ; αὐτοῦ ἐπιγεγραμμένη· ὁ ; βασιλεὺς τῶν ; Ἰουδαίων.
مرقس 15: 32
Mrk.15.32
لِيَنْزِلِ الآنَ الْمَسِيحُ مَلِكُ إِسْرَائِيلَ عَنِ الصَّلِيبِ، لِنَرَى وَنُؤْمِنَ.. وَاللَّذَانِ صُلِبَا مَعَهُ كَانَا يُعَيِّرَانِهِ.
καταβάτω νῦν ὁ ; χριστός, ὁ ; βασιλεὺς τοῦ ; Ἰσραήλ, ἀπὸ τοῦ ; σταυροῦ ἵνα ; ἴδωμεν καὶ ; πιστεύσωμεν καὶ ; οἱ συνεσταυρωμένοι σὺν ; αὐτῷ ὠνείδιζον ; αὐτόν.¶
لوقا 1: 5
Luk.1.5
كَانَ فِي أَيَّامِ هِيرُودُسَ مَلِكِ الْيَهُودِيَّةِ كَاهِنٌ اسْمُهُ زَكَرِيَّا مِنْ فِرْقَةِ أَبِيَّا، وَامْرَأَتُهُ مِنْ بَنَاتِ هارُونَ وَاسْمُهَا أَلِيصَابَاتُ.
Ἐγένετο ἐν ταῖς ; ἡμέραις Ἡρῴδου τοῦ ; βασιλέως τῆς ; Ἰουδαίας ἱερεύς ; τις ὀνόματι Ζαχαρίας ἐξ ἐφημερίας Ἀβιά, καὶ ; ἡ ; γυνὴ ; αὐτοῦ ἐκ τῶν ; θυγατέρων Ἀαρὼν καὶ ; τὸ ; ὄνομα ; αὐτῆς Ἐλισάβετ.¶
لوقا 10: 24
Luk.10.24
لأَنِّي أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّ أَنْبِيَاءَ كَثِيرِينَ وَمُلُوكًا أَرَادُوا أَنْ يَنْظُرُوا مَا أَنْتُمْ تَنْظُرُونَ وَلَمْ يَنْظُرُوا، وَأَنْ يَسْمَعُوا مَا أَنْتُمْ تَسْمَعُونَ وَلَمْ يَسْمَعُوا.
γὰρ λέγω ὑμῖν ὅτι προφῆται πολλοὶ καὶ ; βασιλεῖς ἠθέλησαν ἰδεῖν ἃ ὑμεῖς βλέπετε καὶ ; οὐκ εἶδαν, καὶ ἀκοῦσαι ἃ ἀκούετε καὶ ; οὐκ ἤκουσαν.¶
لوقا 14: 31
Luk.14.31
وَأَيُّ مَلِكٍ إِنْ ذَهَبَ لِمُقَاتَلَةِ مَلِكٍ آخَرَ فِي حَرْبٍ، لاَ يَجْلِسُ أَوَّلاً وَيَتَشَاوَرُ: هَلْ يَسْتَطِيعُ أَنْ يُلاَقِيَ بِعَشَرَةِ آلاَفٍ الَّذِي يَأْتِي عَلَيْهِ بِعِشْرِينَ أَلْفًا.
ἢ ; τίς βασιλεὺς πορευόμενος συμβαλεῖν βασιλεῖ ἑτέρῳ εἰς πόλεμον οὐχὶ καθίσας πρῶτον βουλεύεται εἰ δυνατός ; ἐστιν ἀπαντῆσαι ἐν ; δέκα χιλιάσιν τῷ ἐρχομένῳ ἐπ᾽ ; αὐτόν; μετὰ ; εἴκοσι χιλιάδων
لوقا 14: 31
Luk.14.31
وَأَيُّ مَلِكٍ إِنْ ذَهَبَ لِمُقَاتَلَةِ مَلِكٍ آخَرَ فِي حَرْبٍ، لاَ يَجْلِسُ أَوَّلاً وَيَتَشَاوَرُ: هَلْ يَسْتَطِيعُ أَنْ يُلاَقِيَ بِعَشَرَةِ آلاَفٍ الَّذِي يَأْتِي عَلَيْهِ بِعِشْرِينَ أَلْفًا.
ἢ ; τίς βασιλεὺς πορευόμενος συμβαλεῖν βασιλεῖ ἑτέρῳ εἰς πόλεμον οὐχὶ καθίσας πρῶτον βουλεύεται εἰ δυνατός ; ἐστιν ἀπαντῆσαι ἐν ; δέκα χιλιάσιν τῷ ἐρχομένῳ ἐπ᾽ ; αὐτόν; μετὰ ; εἴκοσι χιλιάδων
لوقا 19: 38
Luk.19.38
قَائِلِينَ: مُبَارَكٌ الْمَلِكُ الآتِي بِاسْمِ الرَّبِّ. سَلاَمٌ فِي السَّمَاءِ وَمَجْدٌ فِي الأَعَالِي..
λέγοντες· εὐλογημένος ὁ ; βασιλεὺς ὁ ; ἐρχόμενος ἐν ; ὀνόματι κυρίου· εἰρήνη, ἐν οὐρανῷ καὶ ; δόξα ἐν ὑψίστοις.
لوقا 21: 12
Luk.21.12
وَقَبْلَ هذَا كُلِّهِ يُلْقُونَ أَيْدِيَهُمْ عَلَيْكُمْ وَيَطْرُدُونَكُمْ، وَيُسَلِّمُونَكُمْ إِلَى مَجَامِعٍ وَسُجُونٍ، وَتُسَاقُونَ أَمَامَ مُلُوكٍ وَوُلاَةٍ لأَجْلِ اسْمِي.
Πρὸ ; δὲ τούτων ἅπαντων ἐπιβαλοῦσιν τὰς ; χεῖρας ; αὐτῶν ἐφ᾽ ; ὑμᾶς καὶ ; διώξουσιν παραδιδόντες εἰς συναγωγὰς καὶ ; φυλακάς, ἀγομένους ἐπὶ βασιλεῖς καὶ ; ἡγεμόνας ἕνεκεν τοῦ ; ὀνόματός ; μου.
لوقا 22: 25
Luk.22.25
فَقَالَ لَهُمْ: مُلُوكُ الأُمَمِ يَسُودُونَهُمْ، وَالْمُتَسَلِّطُونَ عَلَيْهِمْ يُدْعَوْنَ مُحْسِنِينَ.
ὁ ; δὲ ; εἶπεν αὐτοῖς· οἱ ; βασιλεῖς τῶν ; ἐθνῶν κυριεύουσιν ; αὐτῶν, καὶ ; οἱ ; ἐξουσιάζοντες αὐτῶν καλοῦνται. εὐεργέται
لوقا 23: 2
Luk.23.2
وَابْتَدَأُوا يَشْتَكُونَ عَلَيْهِ قَائِلِينَ: إِنَّنَا وَجَدْنَا هذَا يُفْسِدُ الأُمَّةَ، وَيَمْنَعُ أَنْ تُعْطَى جِزْيَةٌ لِقَيْصَرَ، قَائِلاً: إِنَّهُ هُوَ مَسِيحٌ مَلِكٌ.
Ἤρξαντο ; δὲ κατηγορεῖν αὐτοῦ λέγοντες· εὕραμεν τοῦτον διαστρέφοντα τὸ ; ἔθνος καὶ ; κωλύοντα διδόναι φόρους Καίσαρι λέγοντα ἑαυτὸν εἶναι.¶ χριστὸν βασιλέα
لوقا 23: 3
Luk.23.3
فَسَأَلَهُ بِيلاَطُسُ قِائِلاً: أَنْتَ مَلِكُ الْيَهُودِ. فَأَجَابَهُ وَقَالَ: أَنْتَ تَقُولُ.
δὲ ; ἐπηρώτησεν; αὐτὸν Ὁ ; Πιλᾶτος λέγων· σὺ ; εἶ ὁ ; βασιλεὺς τῶν ; Ἰουδαίων; ὁ ; δὲ ; ἀποκριθεὶς ; αὐτῷ ἔφη· σὺ λέγεις.
لوقا 23: 37
Luk.23.37
قَائِلِينَ: إِنْ كُنْتَ أَنْتَ مَلِكَ الْيَهُودِ فَخَلِّصْ نَفْسَكَ..
καὶ ; λέγοντες· εἰ εἶ σὺ ὁ ; βασιλεὺς τῶν ; Ἰουδαίων, σῶσον σεαυτόν.
لوقا 23: 38
Luk.23.38
وَكَانَ عُنْوَانٌ مَكْتُوبٌ فَوْقَهُ بِأَحْرُفٍ يُونَانِيَّةٍ وَرُومَانِيَّةٍ وَعِبْرَانِيَّةٍ: هذَا هُوَ مَلِكُ الْيَهُودِ.
ἦν ; δὲ ; καὶ ἐπιγραφὴ γεγραμμένη ἐπ᾽ ; αὐτῷ γράμμασιν Ἑλληνικοῖς καὶ ; Ῥωμαϊκοῖς καὶ ; Ἑβραϊκοῖς· οὗτος.¶ ἐστιν ὁ ; βασιλεὺς τῶν ; Ἰουδαίων
يوحنا 1: 49
Jhn.1.49
أَجَابَ نَثَنَائِيلُ وَقَالَ لَهُ: يَا مُعَلِّمُ، أَنْتَ ابْنُ اللهِ. أَنْتَ مَلِكُ إِسْرَائِيلَ.
ἀπεκρίθη Ναθαναήλ καὶ ; λέγει· αὐτῷ ῥαββί, σὺ ; εἶ ὁ ; υἱὸς τοῦ ; θεοῦ, σὺ ; εἶ ὁ ; βασιλεὺς τοῦ ; Ἰσραήλ.¶
يوحنا 6: 15
Jhn.6.15
وَأَمَّا يَسُوعُ فَإِذْ عَلِمَ أَنَّهُمْ مُزْمِعُونَ أَنْ يَأْتُوا وَيَخْتَطِفُوهُ لِيَجْعَلُوهُ مَلِكًا، انْصَرَفَ أَيْضًا إِلَى الْجَبَلِ وَحْدَهُ.
Ἰησοῦς ; οὖν γνοὺς ὅτι μέλλουσιν ἔρχεσθαι καὶ ; ἁρπάζειν ; αὐτὸν ἵνα ; ποιήσωσιν ; αὐτὸν βασιλέα ἀνεχώρησεν πάλιν εἰς τὸ ; ὄρος αὐτὸς ; μόνος.¶
يوحنا 12: 13
Jhn.12.13
فَأَخَذُوا سُعُوفَ النَّخْلِ وَخَرَجُوا لِلِقَائِهِ، وَكَانُوا يَصْرُخُونَ: أُوصَنَّا. مُبَارَكٌ الآتِي بِاسْمِ الرَّبِّ. مَلِكُ إِسْرَائِيلَ.
ἔλαβον τὰ ; βαΐα τῶν ; φοινίκων καὶ ; ἐξῆλθον εἰς ; ὑπάντησιν ; αὐτῷ καὶ ἔκραζον ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ; ἐρχόμενος ἐν ; ὀνόματι κυρίου ὁ ; βασιλεὺς τοῦ ; Ἰσραήλ.¶
يوحنا 18: 33
Jhn.18.33
ثُمَّ دَخَلَ بِيلاَطُسُ أَيْضًا إِلَى دَارِ الْوِلاَيَةِ وَدَعَا يَسُوعَ، وَقَالَ لَهُ: أنْتَ مَلِكُ الْيَهُودِ.
οὖν Εἰσῆλθεν ὁ ; Πιλᾶτος πάλιν εἰς τὸ ; πραιτώριον καὶ ; ἐφώνησεν τὸν ; Ἰησοῦν καὶ ; εἶπεν αὐτῷ· σὺ ; εἶ ὁ ; βασιλεὺς τῶν ; Ἰουδαίων;
يوحنا 18: 37
Jhn.18.37
فَقَالَ لَهُ بِيلاَطُسُ: أَفَأَنْتَ إِذًا مَلِكٌ. أَجَابَ يَسُوعُ: أَنْتَ تَقُولُ: إِنِّي مَلِكٌ. لِهذَا قَدْ وُلِدْتُ أَنَا، وَلِهذَا قَدْ أَتَيْتُ إِلَى الْعَالَمِ لأَشْهَدَ لِلْحَقِّ. كُلُّ مَنْ هُوَ مِنَ الْحَقِّ يَسْمَعُ صَوْتِي.
Εἶπεν ; οὖν αὐτῷ ὁ ; Πιλᾶτος· εἶ ; σύ; οὐκοῦν βασιλεὺς ἀπεκρίθη ὁ ; Ἰησοῦς· σὺ λέγεις εἰμι ; ἐγώ. βασιλεύς εἰς ; τοῦτο ἐγὼ ; γεγέννημαι ἐγὼ καὶ ; εἰς ; τοῦτο ἐλήλυθα εἰς τὸν ; κόσμον μαρτυρήσω ; ἵνα τῇ ; ἀληθείᾳ. πᾶς ὁ ὢν ἐκ τῆς ; ἀληθείας ἀκούει μου ; τῆς ; φωνῆς.¶
يوحنا 18: 37
Jhn.18.37
فَقَالَ لَهُ بِيلاَطُسُ: أَفَأَنْتَ إِذًا مَلِكٌ. أَجَابَ يَسُوعُ: أَنْتَ تَقُولُ: إِنِّي مَلِكٌ. لِهذَا قَدْ وُلِدْتُ أَنَا، وَلِهذَا قَدْ أَتَيْتُ إِلَى الْعَالَمِ لأَشْهَدَ لِلْحَقِّ. كُلُّ مَنْ هُوَ مِنَ الْحَقِّ يَسْمَعُ صَوْتِي.
Εἶπεν ; οὖν αὐτῷ ὁ ; Πιλᾶτος· εἶ ; σύ; οὐκοῦν βασιλεὺς ἀπεκρίθη ὁ ; Ἰησοῦς· σὺ λέγεις εἰμι ; ἐγώ. βασιλεύς εἰς ; τοῦτο ἐγὼ ; γεγέννημαι ἐγὼ καὶ ; εἰς ; τοῦτο ἐλήλυθα εἰς τὸν ; κόσμον μαρτυρήσω ; ἵνα τῇ ; ἀληθείᾳ. πᾶς ὁ ὢν ἐκ τῆς ; ἀληθείας ἀκούει μου ; τῆς ; φωνῆς.¶
يوحنا 18: 39
Jhn.18.39
وَلَكُمْ عَادَةٌ أَنْ أُطْلِقَ لَكُمْ وَاحِدًا فِي الْفِصْحِ. أَفَتُرِيدُونَ أَنْ أُطْلِقَ لَكُمْ مَلِكَ الْيَهُودِ..
ἔστιν ; δὲ ; ὑμῖν συνήθεια ἵνα ἀπολύσω ὑμῖν ἕνα ἐν τῷ ; πάσχα· βούλεσθε ; οὖν ἀπολύσω ὑμῖν τὸν ; βασιλέα τῶν ; Ἰουδαίων;
يوحنا 19: 3
Jhn.19.3
وَكَانُوا يَقُولُونَ: السَّلاَمُ يَا مَلِكَ الْيَهُودِ.. وَكَانُوا يَلْطِمُونَهُ.
καὶ ; ἔλεγον· χαῖρε, ὁ ; βασιλεὺς τῶν ; Ἰουδαίων. καὶ ; ἐδίδοσαν ; αὐτῷ ; ῥαπίσματα.¶
يوحنا 19: 12
Jhn.19.12
مِنْ هذَا كَانَ بِيلاَطُسُ يَطْلُبُ أَنْ يُطْلِقَهُ، وَلكِنَّ الْيَهُودَ كَانُوا يَصْرُخُونَ قَائِلِينَ: إِنْ أَطْلَقْتَ هذَا فَلَسْتَ مُحِبًّا لِقَيْصَرَ. كُلُّ مَنْ يَجْعَلُ نَفْسَهُ مَلِكًا يُقَاوِمُ قَيْصَرَ..
ἐκ τούτου ὁ ; Πιλᾶτος ἐζήτει ἀπολῦσαι ; αὐτόν.¶ δὲ Οἱ ; Ἰουδαῖοι ἔκραζον λέγοντες· ἐὰν ἀπολύσῃς, τοῦτον οὐκ ; εἶ φίλος τοῦ ; Καίσαρος. πᾶς ποιῶν αὐτόν βασιλέα ἀντιλέγει τῷ ; Καίσαρι.¶
يوحنا 19: 15
Jhn.19.15
فَصَرَخُوا: خُذْهُ. خُذْهُ. اصْلِبْهُ. قَالَ لَهُمْ بِيلاَطُسُ: أَأَصْلِبُ مَلِكَكُمْ. أَجَابَ رُؤَسَاءُ الْكَهَنَةِ: لَيْسَ لَنَا مَلِكٌ إِلاَّ قَيْصَرَ..
δὲ ; ἐκραύγασαν ἆρον ἆρον, σταύρωσον ; αὐτόν. λέγει αὐτοῖς ὁ ; Πιλᾶτος· σταυρώσω;¶ τὸν ; βασιλέα ; ὑμῶν ἀπεκρίθησαν οἱ ; ἀρχιερεῖς· οὐκ ἔχομεν βασιλέα εἰ ; μὴ Καίσαρα.¶
يوحنا 19: 19
Jhn.19.19
وَكَتَبَ بِيلاَطُسُ عُنْوَانًا وَوَضَعَهُ عَلَى الصَّلِيبِ. وَكَانَ مَكْتُوبًا: يَسُوعُ النَّاصِرِيُّ مَلِكُ الْيَهُودِ.
Ἔγραψεν ; καὶ ὁ ; Πιλᾶτος τίτλον καὶ ; ἔθηκεν ἐπὶ τοῦ ; σταυροῦ. ἦν ; δὲ γεγραμμένον· Ἰησοῦς ὁ ; Ναζωραῖος ὁ ; βασιλεὺς τῶν ; Ἰουδαίων.
يوحنا 19: 21
Jhn.19.21
فَقَالَ رُؤَسَاءُ كَهَنَةِ الْيَهُودِ لِبِيلاَطُسَ: لاَ تَكْتُبْ: مَلِكُ الْيَهُودِ، بَلْ: إِنَّ ذَاكَ قَالَ: أَنَا مَلِكُ الْيَهُودِ..
ἔλεγον ; οὖν οἱ ; ἀρχιερεῖς τῶν ; Ἰουδαίων· τῷ ; Πιλάτῳ μὴ γράφε· ὁ ; βασιλεὺς τῶν ; Ἰουδαίων, ἀλλ᾽ ὅτι ἐκεῖνος εἶπεν· εἰμι βασιλεύς τῶν ; Ἰουδαίων.
يوحنا 19: 21
Jhn.19.21
فَقَالَ رُؤَسَاءُ كَهَنَةِ الْيَهُودِ لِبِيلاَطُسَ: لاَ تَكْتُبْ: مَلِكُ الْيَهُودِ، بَلْ: إِنَّ ذَاكَ قَالَ: أَنَا مَلِكُ الْيَهُودِ..
ἔλεγον ; οὖν οἱ ; ἀρχιερεῖς τῶν ; Ἰουδαίων· τῷ ; Πιλάτῳ μὴ γράφε· ὁ ; βασιλεὺς τῶν ; Ἰουδαίων, ἀλλ᾽ ὅτι ἐκεῖνος εἶπεν· εἰμι βασιλεύς τῶν ; Ἰουδαίων.
أعمال الرسل 4: 26
Act.4.26
قَامَتْ مُلُوكُ الأَرْضِ، وَاجْتَمَعَ الرُّؤَسَاءُ مَعًا عَلَى الرَّبِّ وَعَلَى مَسِيحِهِ.
παρέστησαν οἱ ; βασιλεῖς τῆς ; γῆς καὶ ; συνήχθησαν οἱ ; ἄρχοντες ἐπὶ ; τὸ ; αὐτὸ κατὰ τοῦ ; κυρίου καὶ ; κατὰ χριστοῦ ; αὐτοῦ.¶
أعمال الرسل 7: 10
Act.7.10
وَأَنْقَذَهُ مِنْ جَمِيعِ ضِيقَاتِهِ، وَأَعْطَاهُ نِعْمَةً وَحِكْمَةً أَمَامَ فِرْعَوْنَ مَلِكِ مِصْرَ، فَأَقَامَهُ مُدَبِّرًا عَلَى مِصْرَ وَعَلَى كُلِّ بَيْتِهِ.
καὶ ; ἐξείλατο ; αὐτὸν ἐκ πασῶν τῶν ; θλίψεων ; αὐτοῦ καὶ ; ἔδωκεν ; αὐτῷ χάριν καὶ ; σοφίαν ἐναντίον Φαραὼ βασιλέως Αἰγύπτου καὶ ; κατέστησεν ; αὐτὸν ἡγούμενον ἐπ᾽ Αἴγυπτον καὶ ὅλον τὸν ; οἶκον ; αὐτοῦ.
أعمال الرسل 7: 18
Act.7.18
إِلَى أَنْ قَامَ مَلِكٌ آخَرُ لَمْ يَكُنْ يَعْرِفُ يُوسُفَ.
ἄχρι οὗ ἀνέστη βασιλεὺς ἕτερος ὃς ; οὐκ ᾔδει τὸν ; Ἰωσήφ.
أعمال الرسل 9: 15
Act.9.15
فَقَالَ لَهُ الرَّبُّ: اذْهَبْ. لأَنَّ هذَا لِي إِنَاءٌ مُخْتَارٌ لِيَحْمِلَ اسْمِي أَمَامَ أُمَمٍ وَمُلُوكٍ وَبَنِي إِسْرَائِيلَ.
Εἶπεν ; δὲ πρὸς ; αὐτὸν ὁ ; κύριος· πορεύου, ὅτι οὗτος ἐστίν ; μοι σκεῦος ἐκλογῆς τοῦ ; βαστάσαι τὸ ; ὄνομά ; μου ἐνώπιον ἐθνῶν καὶ ; βασιλέων υἱῶν ; τε Ἰσραήλ.