المعنى المختصر للكلمة
hypárchō:
to begin under (quietly), i.e. come into existence
(be present or at hand)
اللفظ الأصلي
ὑπάρχω
نوع الكلمة
اسم
طريقة النطق
hypárchō
(hoop-ar-kho)
تكرار الورود في الكتاب
44
مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
1
to begin under (quietly), i.e. come into existence
(be present or at hand)
2
expletively, to exist (as copula or
subordinate to an adjective, participle, adverb or preposition, or as
an auxiliary to a principal (verb)
الإنجليزية — KJV Translation Tags
after
behave
live
أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك
أشكال الكلمة في النص الأصلي:
ὑπάρχων (7×)
ὑπῆρχον (2×)
ὑπάρχων, (2×)
ὑπάρχοντες (2×)
Ὑπάρχων (1×)
ὑπῆρχεν; (1×)
ὑπῆρχεν. (1×)
ὑπῆρχεν (1×)
شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (44 آية)
شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
متى 19: 21
Mat.19.21
قَالَ لَهُ يَسُوعُ: إِنْ أَرَدْتَ أَنْ تَكُونَ كَامِلاً فَاذْهَبْ وَبعْ أَمْلاَكَكَ وَأَعْطِ الْفُقَرَاءَ، فَيَكُونَ لَكَ كَنْزٌ فِي السَّمَاءِ، وَتَعَالَ اتْبَعْنِي.
Ἔφη αὐτῷ ὁ ; Ἰησοῦς· εἰ θέλεις εἶναι, τέλειος ὕπαγε πώλησόν σου ; τὰ ; ὑπάρχοντα καὶ ; δὸς πτωχοῖς· καὶ ; ἕξεις θησαυρὸν ἐν οὐρανῷ καὶ ; δεῦρο ἀκολούθει ; μοι.¶
لوقا 7: 25
Luk.7.25
بَلْ مَاذَا خَرَجْتُمْ لِتَنْظُرُوا. أَإِنْسَانًا لاَبِسًا ثِيَابًا نَاعِمَةً. هُوَذَا الَّذِينَ فِي اللِّبَاسِ الْفَاخِرِ وَالتَّنَعُّمِ هُمْ فِي قُصُورِ الْمُلُوكِ.
ἀλλὰ τί ἐξεληλύθατε ἰδεῖν; ἄνθρωπον ἠμφιεσμένον; ἐν ; ἱματίοις μαλακοῖς ἰδοὺ οἱ ἐν ἱματισμῷ ἐνδόξῳ καὶ ; τρυφῇ ; ὑπάρχοντες εἰσίν. ἐν τοῖς ; βασιλείοις
لوقا 8: 41
Luk.8.41
وَإِذَا رَجُلٌ اسْمُهُ يَايِرُسُ قَدْ جَاءَ، وَكَانَ رَئِيسَ الْمَجْمَعِ، فَوَقَعَ عِنْدَ قَدَمَيْ يَسُوعَ وَطَلَبَ إِلَيْهِ أَنْ يَدْخُلَ بَيْتَهُ،
καὶ ; ἰδοὺ ἀνὴρ ᾧ ; ὄνομα Ἰάϊρος, ἦλθεν καὶ ; αὐτὸς; ὑπῆρχεν. ἄρχων τῆς ; συναγωγῆς καὶ ; πεσὼν παρὰ τοὺς ; πόδας τοῦ ; Ἰησοῦ παρεκάλει αὐτὸν εἰσελθεῖν εἰς ; τὸν ; οἶκον ; αὐτοῦ
لوقا 9: 48
Luk.9.48
وَقَالَ لَهُمْ: مَنْ قَبِلَ هذَا الْوَلَدَ بِاسْمِي يَقْبَلُنِي، وَمَنْ قَبِلَنِي يَقْبَلُ الَّذِي أَرْسَلَنِي، لأَنَّ الأَصْغَرَ فِيكُمْ جَمِيعًا هُوَ يَكُونُ عَظِيمًا
καὶ ; εἶπεν αὐτοῖς· ὃς ; ἐὰν δέξηται τοῦτο τὸ ; παιδίον ἐπὶ ; τῷ ; ὀνόματί ; μου, ἐμὲ ; δέχεται· καὶ ; ὃς ; ἐὰν ἐμὲ ; δέξηται, δέχεται τὸν ἀποστείλαντά ; με. γὰρ μικρότερος ; ὑπάρχων ἐν ; ὑμῖν πᾶσιν οὗτός ; ἔσται μέγας.
لوقا 11: 13
Luk.11.13
فَإِنْ كُنْتُمْ وَأَنْتُمْ أَشْرَارٌ تَعْرِفُونَ أَنْ تُعْطُوا أَوْلاَدَكُمْ عَطَايَا جَيِّدَةً، فَكَمْ بِالْحَرِيِّ الآبُ الَّذِي مِنَ السَّمَاءِ، يُعْطِي الرُّوحَ الْقُدُسَ لِلَّذِينَ يَسْأَلُونَهُ..
οὖν ; εἰ ὑπάρχοντες ὑμεῖς πονηροὶ οἴδατε διδόναι τοῖς ; τέκνοις ; ὑμῶν, δόματα ἀγαθὰ πόσῳ μᾶλλον ὁ ; πατὴρ ὁ ἐξ οὐρανοῦ δώσει πνεῦμα ἅγιον τοῖς αἰτοῦσιν ; αὐτόν.¶
لوقا 14: 33
Luk.14.33
فَكَذلِكَ كُلُّ وَاحِدٍ مِنْكُمْ لاَ يَتْرُكُ جَمِيعَ أَمْوَالِهِ، لاَ يَقْدِرُ أَنْ يَكُونَ لِي تِلْمِيذًا.
Οὕτως ; οὖν πᾶς ἐξ ; ὑμῶν ὃς ; οὐκ ἀποτάσσεται πᾶσιν τοῖς ; ἑαυτοῦ ; ὑπάρχουσιν, οὐ δύναται εἶναί μου μαθητής.¶
لوقا 16: 14
Luk.16.14
وَكَانَ الْفَرِّيسِيُّونَ أَيْضًا يَسْمَعُونَ هذَا كُلَّهُ، وَهُمْ مُحِبُّونَ لِلْمَالِ، فَاسْتَهْزَأُوا بِهِ.
δὲ οἱ ; Φαρισαῖοι καὶ Ἤκουον ταῦτα πάντα καὶ ; ὑπάρχοντες φιλάργυροι καὶ ; ἐξεμυκτήριζον αὐτόν.
لوقا 16: 23
Luk.16.23
فَرَفَعَ عَيْنَيْهِ فِي الجَحِيمِ وَهُوَ فِي الْعَذَابِ، وَرَأَى إِبْرَاهِيمَ مِنْ بَعِيدٍ وَلِعَازَرَ فِي حِضْنِهِ،
καὶ ; ἐπάρας τοὺς ; ὀφθαλμοὺς ; αὐτοῦ, ἐν τῷ ; ᾅδῃ ὑπάρχων ἐν βασάνοις ὁρᾷ τὸν ; Ἀβραὰμ ἀπὸ μακρόθεν καὶ ; Λάζαρον ἐν τοῖς ; κόλποις ; αὐτοῦ.
لوقا 19: 8
Luk.19.8
فَوَقَفَ زَكَّا وَقَالَ لِلرَّبِّ: هَا يَا رَبُّ أُعْطِي نِصْفَ أَمْوَالِي لِلْمَسَاكِينِ، وَإِنْ كُنْتُ قَدْ وَشَيْتُ بِأَحَدٍ أَرُدُّ أَرْبَعَةَ أَضْعَافٍ.
Σταθεὶς ; δὲ Ζακχαῖος εἶπεν πρὸς ; τὸν ; κύριον· ἰδοὺ κύριε, δίδωμι· τὰ ; ἡμίσιά μου ; τῶν ; ὑπαρχόντων, τοῖς ; πτωχοῖς καὶ ; εἴ ἐσυκοφάντησα, τινός ; τι ἀποδίδωμι τετραπλοῦν.¶
لوقا 23: 50
Luk.23.50
وَإِذَا رَجُلٌ اسْمُهُ يُوسُفُ، وَكَانَ مُشِيرًا وَرَجُلاً صَالِحًا بَارًّا .
Καὶ ; ἰδοὺ ἀνὴρ ὀνόματι Ἰωσὴφ ὑπάρχων, βουλευτὴς ἀνὴρ ἀγαθὸς καὶ ; δίκαιος·
أعمال الرسل 2: 30
Act.2.30
فَإِذْ كَانَ نَبِيًّا، وَعَلِمَ أَنَّ اللهَ حَلَفَ لَهُ بِقَسَمٍ أَنَّهُ مِنْ ثَمَرَةِ صُلْبِهِ يُقِيمُ الْمَسِيحَ حَسَبَ الْجَسَدِ لِيَجْلِسَ عَلَى كُرْسِيِّهِ،
οὖν ὑπάρχων προφήτης καὶ ; εἰδὼς ὅτι ὁ ; θεὸς ὤμοσεν αὐτῷ ὅρκῳ ἐκ καρποῦ τῆς ; ὀσφύος ; αὐτοῦ ἀναστήσειν τὸν ; χριστόν κατὰ τὸ ; σάρκα καθίσαι ἐπὶ τοῦ; θρόνου; αὐτοῦ,
أعمال الرسل 4: 34
Act.4.34
إِذْ لَمْ يَكُنْ فِيهِمْ أَحَدٌ مُحْتَاجًا، لأَنَّ كُلَّ الَّذِينَ كَانُوا أَصْحَابَ حُقُول أَوْ بُيُوتٍ كَانُوا يَبِيعُونَهَا، وَيَأْتُونَ بِأَثْمَانِ الْمَبِيعَاتِ،
οὐδὲ ; γὰρ ὑπῇρχεν ἐν ; αὐτοῖς· τις ἐνδεής γὰρ ὅσοι κτήτορες χωρίων ἢ οἰκιῶν ὑπῆρχον πωλοῦντες ἔφερον τὰς ; τιμὰς τῶν ; πιπρασκομένων
أعمال الرسل 4: 34
Act.4.34
إِذْ لَمْ يَكُنْ فِيهِمْ أَحَدٌ مُحْتَاجًا، لأَنَّ كُلَّ الَّذِينَ كَانُوا أَصْحَابَ حُقُول أَوْ بُيُوتٍ كَانُوا يَبِيعُونَهَا، وَيَأْتُونَ بِأَثْمَانِ الْمَبِيعَاتِ،
οὐδὲ ; γὰρ ὑπῇρχεν ἐν ; αὐτοῖς· τις ἐνδεής γὰρ ὅσοι κτήτορες χωρίων ἢ οἰκιῶν ὑπῆρχον πωλοῦντες ἔφερον τὰς ; τιμὰς τῶν ; πιπρασκομένων
أعمال الرسل 4: 37
Act.4.37
إِذْ كَانَ لَهُ حَقْلٌ بَاعَهُ، وَأَتَى بِالدَّرَاهِمِ وَوَضَعَهَا عِنْدَ أَرْجُلِ الرُّسُلِ.
ὑπάρχοντος αὐτῷ ἀγροῦ, πωλήσας ἤνεγκεν τὸ ; χρῆμα καὶ ; ἔθηκεν παρὰ τοὺς ; πόδας τῶν ; ἀποστόλων.¶
أعمال الرسل 5: 4
Act.5.4
أَلَيْسَ وَهُوَ بَاق كَانَ يَبْقَى لَكَ. وَلَمَّا بِيعَ، أَلَمْ يَكُنْ فِي سُلْطَانِكَ. فَمَا بَالُكَ وَضَعْتَ فِي قَلْبِكَ هذَا الأَمْرَ. أَنْتَ لَمْ تَكْذِبْ عَلَى النَّاسِ بَلْ عَلَى اللهِ.
οὐχὶ μένον ἔμενεν ; σοὶ καὶ πραθὲν ὑπῆρχεν; ἐν τῇ ; σῇ ; ἐξουσίᾳ τί ; ὅτι ἔθου ἐν τῇ ; καρδίᾳ ; σου τοῦτο; τὸ ; πρᾶγμα οὐκ ; ἐψεύσω ἀνθρώποις ἀλλὰ τῷ ; θεῷ.
أعمال الرسل 7: 55
Act.7.55
وَأَمَّا هُوَ فَشَخَصَ إِلَى السَّمَاءِ وَهُوَ مُمْتَلِئٌ مِنَ الرُّوحِ الْقُدُسِ، فَرَأَى مَجْدَ اللهِ، وَيَسُوعَ قَائِمًا عَنْ يَمِينِ اللهِ.
δὲ ἀτενίσας εἰς τὸν ; οὐρανὸν Ὑπάρχων πλήρης πνεύματος ἁγίου, εἶδεν δόξαν θεοῦ καὶ ; Ἰησοῦν ἑστῶτα ἐκ δεξιῶν τοῦ ; θεοῦ
أعمال الرسل 8: 16
Act.8.16
لأَنَّهُ لَمْ يَكُنْ قَدْ حَلَّ عَلَى أَحَدٍ مِنْهُمْ، غَيْرَ أَنَّهُمْ كَانُوا مُعْتَمِدِينَ بِاسْمِ الرَّبِّ يَسُوعَ.
γὰρ οὔπω ἦν ἐπιπεπτωκός, ἐπ᾽ οὐδενὶ αὐτῶν μόνον ; δὲ ὑπῆρχον βεβαπτισμένοι εἰς ; τὸ ; ὄνομα τοῦ ; κυρίου Ἰησοῦ.
أعمال الرسل 10: 12
Act.10.12
وَكَانَ فِيهَا كُلُّ دَوَابِّ الأَرْضِ وَالْوُحُوشِ وَالزَّحَّافَاتِ وَطُيُورِ السَّمَاءِ.
ὑπῆρχεν ἐν ; ᾧ πάντα τὰ ; τετράποδα τῆς ; γῆς καὶ ; τὰ ; θηρία καὶ ; τὰ ; ἑρπετὰ καὶ ; τὰ ; πετεινὰ τοῦ ; οὐρανοῦ.
أعمال الرسل 14: 8
Act.14.8
وَكَانَ يَجْلِسُ فِي لِسْتْرَةَ رَجُلٌ عَاجِزُ الرِّجْلَيْنِ مُقْعَدٌ مِنْ بَطْنِ أُمِّهِ، وَلَمْ يَمْشِ قَطُّ.
Καί ἐκάθητο, ἐν Λύστροις τις ; ἀνὴρ ἀδύνατος τοῖς ; ποσὶν χωλὸς ; ὑπάρχων, ἐκ κοιλίας μητρὸς ; αὐτοῦ ὃς ; οὐδέποτε ; περιπεπατήκει
أعمال الرسل 16: 3
Act.16.3
فَأَرَادَ بُولُسُ أَنْ يَخْرُجَ هذَا مَعَهُ، فَأَخَذَهُ وَخَتَنَهُ مِنْ أَجْلِ الْيَهُودِ الَّذِينَ فِي تِلْكَ الأَمَاكِنِ، لأَنَّ الْجَمِيعَ كَانُوا يَعْرِفُونَ أَبَاهُ أَنَّهُ يُونَانِيٌّ.
ἠθέλησεν ὁ ; Παῦλος ἐξελθεῖν, τοῦτον σὺν ; αὐτῷ καὶ ; λαβὼν περιέτεμεν ; αὐτὸν διὰ τοὺς ; Ἰουδαίους τοὺς ἐν ; ὄντας τοῖς ; ἐκείνοις· τόποις γὰρ ἅπαντες ᾔδεισαν τὸν; πατέρα; αὐτοῦ ὑπῆρχεν. Ἕλλην
أعمال الرسل 16: 20
Act.16.20
وَإِذْ أَتَوْا بِهِمَا إِلَى الْوُلاَةِ، قَالُوا: هذَانِ الرَّجُلاَنِ يُبَلْبِلاَنِ مَدِينَتَنَا، وَهُمَا يَهُودِيَّانِ،
καὶ ; προσαγαγόντες αὐτοὺς τοῖς στρατηγοῖς εἶπαν· οὗτοι οἱ ; ἄνθρωποι ἐκταράσσουσιν ἡμῶν ; τὴν ; πόλιν ὑπάρχοντες· Ἰουδαῖοι
أعمال الرسل 16: 37
Act.16.37
فَقَالَ لَهُمْ بُولُسُ: ضَرَبُونَا جَهْرًا غَيْرَ مَقْضِيٍّ عَلَيْنَا، وَنَحْنُ رَجُلاَنِ رُومَانِيَّانِ، وَأَلْقَوْنَا فِي السِّجْنِ. أَفَالآنَ يَطْرُدُونَنَا سِرًّا. كَلاَّ. بَلْ لِيَأْتُوا هُمْ أَنْفُسُهُمْ وَيُخْرِجُونَا.
δὲ ; ἔφη πρὸς ; αὐτούς· Ὁ ; Παῦλος δείραντες ; ἡμᾶς δημοσίᾳ ἀκατακρίτους, ὑπάρχοντας, ἀνθρώπους Ῥωμαίους ἔβαλαν εἰς φυλακήν, καὶ ; νῦν ἡμᾶς ; ἐκβάλλουσιν; λάθρᾳ οὐ γάρ, ; ἀλλ᾽ ἐλθόντες αὐτοὶ ἡμᾶς ; ἐξαγαγέτωσαν.
أعمال الرسل 17: 24
Act.17.24
الإِلهُ الَّذِي خَلَقَ الْعَالَمَ وَكُلَّ مَا فِيهِ، هذَا، إِذْ هُوَ رَبُّ السَّمَاءِ وَالأَرْضِ، لاَ يَسْكُنُ فِي هَيَاكِلَ مَصْنُوعَةٍ بِالأَيَادِي،
ὁ ; θεὸς ὁ ποιήσας τὸν ; κόσμον καὶ ; πάντα τὰ ἐν ; αὐτῷ, οὗτος ὑπάρχων κύριος οὐρανοῦ καὶ ; γῆς οὐκ κατοικεῖ, ἐν ναοῖς χειροποιήτοις
أعمال الرسل 17: 27
Act.17.27
لِكَيْ يَطْلُبُوا اللهَ لَعَلَّهُمْ يَتَلَمَّسُونَهُ فَيَجِدُوهُ، مَعَ أَنَّهُ عَنْ كُلِّ وَاحِدٍ مِنَّا لَيْسَ بَعِيدًا.
ζητεῖν τὸν ; θεόν, εἰ ; ἄρα ; γε αὐτὸν ; ψηλαφήσειαν καὶ ; εὕροιεν, καί ὑπάρχοντα. ἀπὸ ἑκάστου ἑνὸς ἡμῶν οὐ μακρὰν
أعمال الرسل 17: 29
Act.17.29
فَإِذْ نَحْنُ ذُرِّيَّةُ اللهِ، لاَ يَنْبَغِي أَنْ نَظُنَّ أَنَّ اللاَّهُوتَ شَبِيهٌ بِذَهَبٍ أَوْ فِضَّةٍ أَوْ حَجَرِ نَقْشِ صِنَاعَةِ وَاخْتِرَاعِ إِنْسَانٍ.
οὖν ὑπάρχοντες γένος τοῦ ; θεοῦ οὐκ ὀφείλομεν νομίζειν τὸ ; θεῖον εἶναι ; ὅμοιον. χρυσῷ ἢ ἀργύρῳ ἢ λίθῳ, χαράγματι τέχνης καὶ ; ἐνθυμήσεως ἀνθρώπου,
أعمال الرسل 19: 36
Act.19.36
فَإِذْ كَانَتْ هذِهِ الأَشْيَاءُ لاَ تُقَاوَمُ، يَنْبَغِي أَنْ تَكُونُوا هَادِئِينَ وَلاَ تَفْعَلُوا شَيْئًا اقْتِحَامًا.
οὖν ; ὄντων τούτων ἀναντιρρήτων δέον ; ἐστὶν ὑμᾶς ; ὑπάρχειν κατεσταλμένους καὶ ; μηδὲν ; πράσσειν. προπετὲς
أعمال الرسل 19: 40
Act.19.40
لأَنَّنَا فِي خَطَرٍ أَنْ نُحَاكَمَ مِنْ أَجْلِ فِتْنَةِ هذَا الْيَوْمِ. وَلَيْسَ عِلَّةٌ يُمْكِنُنَا مِنْ أَجْلِهَا أَنْ نُقَدِّمَ حِسَابًا عَنْ هذَا التَّجَمُّعِ.
καὶ ; γὰρ κινδυνεύομεν ἐγκαλεῖσθαι περὶ στάσεως τῆς ; σήμερον μηδενὸς αἰτίου ; ὑπάρχοντος δυνησόμεθα περὶ ; οὗ ἀποδοῦναι λόγον περὶ ταύτης. τῆς ; συστροφῆς
أعمال الرسل 21: 20
Act.21.20
فَلَمَّا سَمِعُوا كَانُوا يُمَجِّدُونَ الرَّبَّ. وَقَالُوا لَهُ: أَنْتَ تَرَى أَيُّهَا الأَخُ كَمْ يُوجَدُ رَبْوَةً مِنَ الْيَهُودِ الَّذِينَ آمَنُوا، وَهُمْ جَمِيعًا غَيُورُونَ لِلنَّامُوسِ.
δὲ οἱ ; ἀκούσαντες ἐδόξαζον τὸν ; κύριον εἶπόν ; τε αὐτῷ· θεωρεῖς ἀδελφέ, πόσαι εἰσὶν μυριάδες ἐν ; τοῖς ; Ἰουδαίων τῶν πεπιστευκότων καὶ πάντες ζηλωταὶ ; ὑπάρχουσιν. τοῦ ; νόμου
أعمال الرسل 22: 3
Act.22.3
أَنَا رَجُلٌ يَهُودِيٌّ وُلِدْتُ فِي طَرْسُوسَ كِيلِيكِيَّةَ، وَلكِنْ رَبَيْتُ فِي هذِهِ الْمَدِينَةِ مُؤَدَّبًا عِنْدَ رِجْلَيْ غَمَالاَئِيلَ عَلَى تَحْقِيقِ النَّامُوسِ الأَبَوِيِّ. وَكُنْتُ غَيُورًا للهِ كَمَا أَنْتُمْ جَمِيعُكُمُ الْيَوْمَ.
ἐγώ ; μέν ; εἰμι ἀνὴρ Ἰουδαῖος γεγεννημένος ἐν Ταρσῷ τῆς ; Κιλικίας, δὲ ἀνατεθραμμένος ἐν ταύτῃ, τῇ ; πόλει πεπαιδευμένος παρὰ τοὺς ; πόδας Γαμαλιὴλ κατὰ ἀκρίβειαν τοῦ ; νόμου, πατρῴου ὑπάρχων ζηλωτὴς τοῦ ; θεοῦ καθὼς ὑμεῖς ; ἐστε πάντες σήμερον,
أعمال الرسل 27: 21
Act.27.21
فَلَمَّا حَصَلَ صَوْمٌ كَثِيرٌ، حِينَئِذٍ وَقَفَ بُولُسُ فِي وَسْطِهِمْ وَقَالَ: كَانَ يَنْبَغِي أَيُّهَا الرِّجَالُ أَنْ تُذْعِنُوا لِي، وَلاَ تُقْلِعُوا مِنْ كِرِيتَ، فَتَسْلَمُوا مِنْ هذَا الضَّرَرِ وَالْخَسَارَةِ.
δὲ; ὑπαρχούσης ἀσιτίας πολλῆς τότε σταθεὶς ὁ ; Παῦλος ἐν μέσῳ ; αὐτῶν εἶπεν·¶ Ἔδει ; μέν, ὦ ἄνδρες, πειθαρχήσαντάς μοι μὴ ἀνάγεσθαι ἀπὸ τῆς ; Κρήτης, κερδῆσαί τὴν ; ταύτην ὕβριν καὶ ; τὴν ; ζημίαν.