ك
إصحاح
G5042
G5043. téknon
G5044
المعنى المختصر للكلمة
téknon: a child (as produced)
اللفظ الأصلي τέκνον
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق téknon (tek-non)
تكرار الورود في الكتاب 74 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل

a child (as produced)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
child daughter son

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

τέκνα (26×) τέκνον, (8×) τέκνα, (6×) τὰ ; τέκνα (6×) ὡς ; τέκνα (3×) τῶν ; τέκνων (3×) τέκνῳ (2×) καὶ ; τὰ ; τέκνα (2×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (74 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَلاَ تَفْتَكِرُوا أَنْ تَقُولُوا فِي أَنْفُسِكُمْ: لَنَا إِبْراهِيمُ أَبًا. لأَنِّي أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّ اللهَ قَادِرٌ أَنْ يُقِيمَ مِنْ هذِهِ الْحِجَارَةِ أَوْلاَدًا لإِبْراهِيمَ.
καὶ ; μὴ δόξητε λέγειν ἐν ἑαυτοῖς· ἔχομεν τὸν ; Ἀβραάμ· πατέρα γὰρ λέγω ὑμῖν ὅτι ὁ ; θεὸς δύναται ἐγεῖραι ἐκ τούτων τῶν ; λίθων τέκνα τῷ ; Ἀβραάμ.¶
وَإِذَا مَفْلُوجٌ يُقَدِّمُونَهُ إِلَيْهِ مَطْرُوحًا عَلَى فِرَاشٍ. فَلَمَّا رَأَى يَسُوعُ إِيمَانَهُمْ قَالَ لِلْمَفْلُوجِ: ثِقْ يَا بُنَيَّ. مَغْفُورَةٌ لَكَ خَطَايَاكَ.
καὶ ; ἰδοὺ παραλυτικὸν προσέφερον αὐτῷ βεβλημένον. ἐπὶ κλίνης καὶ ἰδὼν ὁ ; Ἰησοῦς τὴν ; πίστιν ; αὐτῶν εἶπεν τῷ ; παραλυτικῷ· θάρσει τέκνον, ἀφέωνταί σοί σου ; αἱ ; ἁμαρτίαι.
متى 10: 21 Mat.10.21
وَسَيُسْلِمُ الأَخُ أَخَاهُ إِلَى الْمَوْتِ، وَالأَبُ وَلَدَهُ، وَيَقُومُ الأَوْلاَدُ عَلَى وَالِدِيهِمْ وَيَقْتُلُونَهُمْ،
Παραδώσει ; δὲ ἀδελφὸς ἀδελφὸν εἰς θάνατον καὶ ; πατὴρ τέκνον· καὶ ; ἐπαναστήσονται τέκνα ἐπὶ γονεῖς καὶ ; θανατώσουσιν ; αὐτούς.
متى 10: 21 Mat.10.21
وَسَيُسْلِمُ الأَخُ أَخَاهُ إِلَى الْمَوْتِ، وَالأَبُ وَلَدَهُ، وَيَقُومُ الأَوْلاَدُ عَلَى وَالِدِيهِمْ وَيَقْتُلُونَهُمْ،
Παραδώσει ; δὲ ἀδελφὸς ἀδελφὸν εἰς θάνατον καὶ ; πατὴρ τέκνον· καὶ ; ἐπαναστήσονται τέκνα ἐπὶ γονεῖς καὶ ; θανατώσουσιν ; αὐτούς.
متى 11: 19 Mat.11.19
جَاءَ ابْنُ الإِنْسَانِ يَأْكُلُ وَيَشْرَبُ، فَيَقُولُونَ: هُوَذَا إِنْسَانٌ أَكُولٌ وَشِرِّيبُ خَمْرٍ، مُحِبٌّ لِلْعَشَّارِينَ وَالْخُطَاةِ. وَالْحِكْمَةُ تَبَرَّرَتْ مِنْ بَنِيهَا.
ἦλθεν ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου ἐσθίων καὶ ; πίνων, καὶ ; λέγουσιν· ἰδοὺ ἄνθρωπος φάγος καὶ ; οἰνοπότης, φίλος τελωνῶν καὶ ; ἁμαρτωλῶν. καὶ ; ἡ ; σοφία ἐδικαιώθη ἀπὸ τῶν ; αὐτῆς.¶ ; τέκνων
متى 15: 26 Mat.15.26
فَأَجَابَ وَقَالَ: لَيْسَ حَسَنًا أَنْ يُؤْخَذَ خُبْزُ الْبَنِينَ وَيُطْرَحَ لِلْكِلاَب.
Ὁ ; δὲ ; ἀποκριθεὶς εἶπεν· οὐκ ; ἔστιν καλὸν λαβεῖν τὸν ; ἄρτον τῶν ; τέκνων καὶ ; βαλεῖν τοῖς ; κυναρίοις.¶
متى 19: 29 Mat.19.29
وَكُلُّ مَنْ تَرَكَ بُيُوتًا أَوْ إِخْوَةً أَوْ أَخَوَاتٍ أَوْ أَبًا أَوْ أُمًّا أَوِ امْرَأَةً أَوْ أَوْلاَدًا أَوْ حُقُولاً مِنْ أَجْلِ اسْمِي، يَأْخُذُ مِئَةَ ضِعْفٍ وَيَرِثُ الْحَيَاةَ الأَبَدِيَّةَ.
Καὶ ; πᾶς ὅς ἀφῆκεν οἰκίας ἢ ἀδελφοὺς ἢ ἀδελφὰς ἢ πατέρα ἢ μητέρα ἢ γυναῖκα ἢ τέκνα ἢ ἀγροὺς ἕνεκεν τοῦ ; ὀνόματός ; μου, λήμψεται ἑκατονταπλασίονα καὶ ; κληρονομήσει.¶ ζωὴν αἰώνιον
متى 21: 28 Mat.21.28
مَاذَا تَظُنُّونَ. كَانَ لإِنْسَانٍ ابْنَانِ، فَجَاءَ إِلَى الأَوَّلِ وَقَالَ: يَا ابْنِي، اذْهَب الْيَوْمَ اعْمَلْ فِي كَرْمِي.
Τί ; δὲ δοκεῖ; ; ὑμῖν ἄνθρωπος ; εἶχεν τέκνα ; δύο, καὶ ; προσελθὼν τῷ πρώτῳ εἶπεν· τέκνον, ὕπαγε σήμερον ἐργάζου ἐν τῷ ; ἀμπελῶνι ; μου.
متى 22: 24 Mat.22.24
قَائِلِينَ: يَا مُعَلِّمُ، قَالَ مُوسَى: إِنْ مَاتَ أَحَدٌ وَلَيْسَ لَهُ أَوْلاَدٌ، يَتَزَوَّجْ أَخُوهُ بِامْرَأَتِهِ وَيُقِمْ نَسْلاً لأَخِيهِ.
λέγοντες· διδάσκαλε, εἶπεν· Μωϋσῆς ἐάν ἀποθάνῃ τις μὴ ἔχων τέκνα, ἐπιγαμβρεύσει ὁ ; ἀδελφὸς ; αὐτοῦ τὴν ; γυναῖκα ; αὐτοῦ καὶ ; ἀναστήσει σπέρμα τῷ ; ἀδελφῷ ; αὐτοῦ.
متى 27: 25 Mat.27.25
فَأَجَابَ جَمِيعُ الشَّعْب وَقَالُوا: دَمُهُ عَلَيْنَا وَعَلَى أَوْلاَدِنَا.
ἀποκριθεὶς ; Καὶ πᾶς ὁ ; λαὸς εἶπεν· τὸ ; αὐτοῦ ; αἷμα ἐφ᾽ ; ἡμᾶς καὶ ; ἐπὶ τὰ ; ἡμῶν. ; τέκνα
فَلَمَّا رَأَى يَسُوعُ إِيمَانَهُمْ، قَالَ لِلْمَفْلُوجِ: يَا بُنَيَّ، مَغْفُورَةٌ لَكَ خَطَايَاكَ.
δὲ ἰδὼν ὁ ; Ἰησοῦς τὴν ; πίστιν ; αὐτῶν λέγει τῷ ; παραλυτικῷ· τέκνον, ἀφέωνταί σοι αἱ ; ἁμαρτίαι ; σου.
وَأَمَّا يَسُوعُ فَقَالَ لَهَا: دَعِي الْبَنِينَ أَوَّلاً يَشْبَعُونَ، لأَنَّهُ لَيْسَ حَسَنًا أَنْ يُؤْخَذَ خُبْزُ الْبَنِينَ وَيُطْرَحَ لِلْكِلاَبِ.
δὲ ὁ ; Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῇ· ἄφες τὰ ; τέκνα· πρῶτον χορτασθῆναι γάρ οὐ ἐστιν ; καλὸν λαβεῖν τὸν ; ἄρτον τῶν ; τέκνων καὶ ; βαλεῖν. τοῖς ; κυναρίοις
وَأَمَّا يَسُوعُ فَقَالَ لَهَا: دَعِي الْبَنِينَ أَوَّلاً يَشْبَعُونَ، لأَنَّهُ لَيْسَ حَسَنًا أَنْ يُؤْخَذَ خُبْزُ الْبَنِينَ وَيُطْرَحَ لِلْكِلاَبِ.
δὲ ὁ ; Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῇ· ἄφες τὰ ; τέκνα· πρῶτον χορτασθῆναι γάρ οὐ ἐστιν ; καλὸν λαβεῖν τὸν ; ἄρτον τῶν ; τέκνων καὶ ; βαλεῖν. τοῖς ; κυναρίοις
فَتَحَيَّرَ التَّلاَمِيذُ مِنْ كَلاَمِهِ. فَأَجَابَ يَسُوعُ أَيْضًا وَقَالَ لَهُمْ: يَا بَنِيَّ، مَا أَعْسَرَ دُخُولَ الْمُتَّكِلِينَ عَلَى الأَمْوَالِ إِلَى مَلَكُوتِ اللهِ.
δὲ ; ἐθαμβοῦντο οἱ ; μαθηταὶ ἐπὶ τοῖς ; λόγοις ; αὐτοῦ. δὲ ; ἀποκριθεὶς ὁ ; Ἰησοῦς πάλιν λέγει αὐτοῖς· τέκνα, πῶς δύσκολόν ; ἐστιν εἰσελθεῖν. τοὺς ; πεποιθότας ἐπὶ τοῖς ; χρήμασιν εἰς τὴν ; βασιλείαν τοῦ ; θεοῦ
فَأَجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ: الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: لَيْسَ أَحَدٌ تَرَكَ بَيْتًا أَوْ إِخْوَةً أَوْ أَخَوَاتٍ أَوْ أَبًا أَوْ أُمًّا أَوِ امْرَأَةً أَوْ أَوْلاَدًا أَوْ حُقُولاً، لأَجْلِي وَلأَجْلِ الإِنْجِيلِ،
Ἀποκριθεὶς ; δὲ ὁ ; Ἰησοῦς· εἶπεν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐδείς ; ἐστιν ἀφῆκεν οἰκίαν ἢ ἀδελφοὺς ἢ ἀδελφὰς ἢ πατέρα ἢ μητέρα ἢ γυναῖκα ἢ τέκνα ἢ ἀγροὺς ἕνεκεν ; ἐμοῦ καὶ ; ἕνεκεν τοῦ ; εὐαγγελίου,
إِلاَّ وَيَأْخُذُ مِئَةَ ضِعْفٍ الآنَ فِي هذَا الزَّمَانِ، بُيُوتًا وَإِخْوَةً وَأَخَوَاتٍ وَأُمَّهَاتٍ وَأَوْلاَدًا وَحُقُولاً، مَعَ اضْطِهَادَاتٍ، وَفِي الدَّهْرِ الآتِي الْحَيَاةَ الأَبَدِيَّةَ.
ἐὰν ; μὴ λάβῃ ἑκατονταπλασίονα νῦν ἐν τούτῳ τῷ ; καιρῷ οἰκίας καὶ ; ἀδελφοὺς καὶ ; ἀδελφὰς καὶ ; μητέρας καὶ ; τέκνα καὶ ; ἀγροὺς μετὰ διωγμῶν καὶ ; ἐν τῷ ; αἰῶνι τῷ ; ἐρχομένῳ ζωὴν αἰώνιον.
يَا مُعَلِّمُ، كَتَبَ لَنَا مُوسَى: إِنْ مَاتَ لأَحَدٍ أَخٌ، وَتَرَكَ امْرَأَةً وَلَمْ يُخَلِّفْ أَوْلاَدًا، أَنْ يَأْخُذَ أَخُوهُ امْرَأَتَهُ، وَيُقِيمَ نَسْلاً لأَخِيهِ.
διδάσκαλε, ἔγραψεν ἡμῖν Μωϋσῆς ὅτι ; ἐάν ἀποθάνῃ τινος ἀδελφὸς καὶ ; καταλίπῃ γυναῖκα καὶ ; μὴ ἀφῇ τέκνα ἵνα λάβῃ ὁ ; ἀδελφὸς ; αὐτοῦ τὴν ; γυναῖκα ; αὐτοῦ καὶ ; ἐξαναστήσῃ σπέρμα τῷ ; ἀδελφῷ ; αὐτοῦ.
وَسَيُسْلِمُ الأَخُ أَخَاهُ إِلَى الْمَوْتِ، وَالأَبُ وَلَدَهُ، وَيَقُومُ الأَوْلاَدُ عَلَى وَالِدِيهِمْ وَيَقْتُلُونَهُمْ.
παραδώσει ; δὲ ἀδελφὸς ἀδελφὸν εἰς θάνατον καὶ ; πατὴρ τέκνον, καὶ ; ἐπαναστήσονται τέκνα ἐπὶ γονεῖς καὶ ; θανατώσουσιν ; αὐτούς.
وَسَيُسْلِمُ الأَخُ أَخَاهُ إِلَى الْمَوْتِ، وَالأَبُ وَلَدَهُ، وَيَقُومُ الأَوْلاَدُ عَلَى وَالِدِيهِمْ وَيَقْتُلُونَهُمْ.
παραδώσει ; δὲ ἀδελφὸς ἀδελφὸν εἰς θάνατον καὶ ; πατὴρ τέκνον, καὶ ; ἐπαναστήσονται τέκνα ἐπὶ γονεῖς καὶ ; θανατώσουσιν ; αὐτούς.
وَلَمْ يَكُنْ لَهُمَا وَلَدٌ، إِذْ كَانَتْ أَلِيصَابَاتُ عَاقِرًا. وَكَانَا كِلاَهُمَا مُتَقَدِّمَيْنِ فِي أَيَّامِهِمَا.
καὶ ; οὐκ ἦν αὐτοῖς τέκνον, καθότι ἦν ἡ ; Ἐλισάβετ στεῖρα καὶ ; ἦσαν.¶ ἀμφότεροι προβεβηκότες ἐν ταῖς ; ἡμέραις ; αὐτῶν
وَيَتَقَدَّمُ أَمَامَهُ بِرُوحِ إِيلِيَّا وَقُوَّتِهِ، لِيَرُدَّ قُلُوبَ الآبَاءِ إِلَى الأَبْنَاءِ، وَالْعُصَاةَ إِلَى فِكْرِ الأَبْرَارِ، لِكَيْ يُهَيِّئَ لِلرَّبِّ شَعْبًا مُسْتَعِدًّا.
καὶ ; αὐτὸς ; προελεύσεται ἐνώπιον ; αὐτοῦ ἐν ; πνεύματι Ἠλίου καὶ ; δυνάμει ἐπιστρέψαι καρδίας πατέρων ἐπὶ τέκνα καὶ ; ἀπειθεῖς ἐν φρονήσει δικαίων, ἑτοιμάσαι κυρίῳ λαὸν κατεσκευασμένον.¶
فَلَمَّا أَبْصَرَاهُ انْدَهَشَا. وَقَالَتْ لَهُ أُمُّهُ: يَا بُنَيَّ، لِمَاذَا فَعَلْتَ بِنَا هكَذَا. هُوَذَا أَبُوكَ وَأَنَا كُنَّا نَطْلُبُكَ مُعَذَّبَيْنِ.
καὶ ; ἰδόντες ; αὐτὸν ἐξεπλάγησαν, καὶ ; εἶπεν πρὸς ; αὐτὸν ἡ ; μήτηρ ; αὐτοῦ· τέκνον, τί ἐποίησας ἡμῖν οὕτως; ἰδοὺ ὁ ; πατήρ ; σου κἀγὼ ἐζητοῦμέν ; σε.¶ ὀδυνώμενοι
فَاصْنَعُوا أَثْمَارًا تَلِيقُ بِالتَّوْبَةِ. ولاَ تَبْتَدِئُوا تَقُولُونَ فِي أَنْفُسِكُمْ: لَنَا إِبْرَاهِيمُ أَبًا. لأَنِّي أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّ اللهَ قَادِرٌ أَنْ يُقِيمَ مِنْ هذِهِ الْحِجَارَةِ أَوْلاَدًا لإِبْرَاهِيمَ.
ποιήσατε ; οὖν καρποὺς ἀξίους τῆς ; μετανοίας· καὶ ; μὴ ἄρξησθε λέγειν ἐν ἑαυτοῖς· ἔχομεν τὸν ; Ἀβραάμ. πατέρα γὰρ λέγω ὑμῖν ὅτι ὁ ; θεὸς δύναται ἐγεῖραι ἐκ τούτων τῶν ; λίθων τέκνα τῷ ; Ἀβραάμ.
إِنْ كَانَ أَحَدٌ يَأْتِي إِلَيَّ وَلاَ يُبْغِضُ أَبَاهُ وَأُمَّهُ وَامْرَأَتَهُ وَأَوْلاَدَهُ وَإِخْوَتَهُ حَتَّى نَفْسَهُ أَيْضًا، فَلاَ يَقْدِرُ أَنْ يَكُونَ لِي تِلْمِيذًا.
εἴ τις ἔρχεται πρός ; με καὶ ; οὐ μισεῖ τὸν ; πατέρα ; ἑαυτοῦ καὶ ; τὴν ; μητέρα καὶ ; τὴν ; γυναῖκα καὶ ; τὰ ; τέκνα καὶ ; τοὺς ; ἀδελφοὺς καὶ τὴν ; ψυχὴν ; ἑαυτοῦ, καὶ οὐ δύναται εἶναί μου μαθητής.
فَقَالَ لَهُ: يَا بُنَيَّ أَنْتَ مَعِي فِي كُلِّ حِينٍ، وَكُلُّ مَا لِي فَهُوَ لَكَ.
Ὁ ; δὲ ; εἶπεν αὐτῷ· τέκνον, σὺ μετ᾽ ; ἐμοῦ πάντοτε καὶ ; πάντα τὰ ἐμὰ ἐστιν. σά
فَقَالَ إِبْرَاهِيمُ: يَا ابْنِي، اذْكُرْ أَنَّكَ اسْتَوْفَيْتَ خَيْرَاتِكَ فِي حَيَاتِكَ، وَكَذلِكَ لِعَازَرُ الْبَلاَيَا. وَالآنَ هُوَ يَتَعَزَّى وَأَنْتَ تَتَعَذَّبُ.
Εἶπεν ; δὲ Ἀβραάμ· τέκνον, μνήσθητι ὅτι ἀπέλαβες τὰ ; ἀγαθά ; σου ἐν τῇ ; ζωῇ ; σου, καὶ ; ὁμοίως Λάζαρος τὰ ; κακά. νῦν ; δὲ παρακαλεῖται, σὺ δὲ ; ὀδυνᾶσαι.
فَقَالَ لَهُمُ: الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: إِنْ لَيْسَ أَحَدٌ تَرَكَ بَيْتًا أَوْ وَالِدَيْنِ أَوْ إِخْوَةً أَوِ امْرَأَةً أَوْ أَوْلاَدًا مِنْ أَجْلِ مَلَكُوتِ اللهِ،
Ὁ ; δὲ ; εἶπεν αὐτοῖς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι οὐδείς ; ἐστιν ἀφῆκεν οἰκίαν ἢ γονεῖς ἢ ἀδελφοὺς ἢ γυναῖκα ἢ τέκνα ἕνεκεν τῆς ; βασιλείας τοῦ ; θεοῦ,
ثُمَّ أَخَذَهَا الثَّالِثُ، وَهكَذَا السَّبْعَةُ. وَلَمْ يَتْرُكُوا وَلَدًا وَمَاتُوا.
καὶ ἔλαβεν ; αὐτήν ὁ ; τρίτος ὡσαύτως ; δὲ ; καὶ οἱ ; ἑπτὰ οὐ κατέλιπον τέκνα καὶ ; ἀπέθανον.
وَأَمَّا كُلُّ الَّذِينَ قَبِلُوهُ فَأَعْطَاهُمْ سُلْطَانًا أَنْ يَصِيرُوا أَوْلاَدَ اللهِ، أَيِ الْمُؤْمِنُونَ بِاسْمِهِ.
δὲ ὅσοι ἔλαβον ; αὐτόν, ἔδωκεν ; αὐτοῖς ἐξουσίαν γενέσθαι, τέκνα θεοῦ τοῖς ; πιστεύουσιν εἰς ; τὸ ; ὄνομα ; αὐτοῦ,
أَجَابُوا وَقَالُوا لَهُ: أَبُونَا هُوَ إِبْرَاهِيمُ. قَالَ لَهُمْ يَسُوعُ: لَوْ كُنْتُمْ أَوْلاَدَ إِبْرَاهِيمَ، لَكُنْتُمْ تَعْمَلُونَ أَعْمَالَ إِبْرَاهِيمَ.
Ἀπεκρίθησαν καὶ ; εἶπαν αὐτῷ· ὁ ; πατὴρ ; ἡμῶν ἐστιν. Ἀβραάμ λέγει αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς· εἰ ἦτε τέκνα τοῦ ; Ἀβραάμ ἄν. ἐποιεῖτε τὰ ; ἔργα τοῦ ; Ἀβραὰμ