ك
إصحاح
G4612
G4613. símōn
G4614
المعنى المختصر للكلمة
símōn: Simon (i.e. Shimon), the name of nine Israelites
اللفظ الأصلي Σίμων
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق símōn (see-mone)
تكرار الورود في الكتاب 75 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل

Simon (i.e. Shimon), the name of nine Israelites

الإنجليزية — KJV Translation Tags
Simon

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

Σίμων (23×) Σίμωνος (11×) Σίμωνα (9×) ὁ ; Σίμων (5×) τῷ ; Σίμωνι (3×) Σίμων, (3×) καὶ ; Σίμωνα (2×) καὶ ; Σίμων (2×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (75 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَإِذْ كَانَ يَسُوعُ مَاشِيًا عِنْدَ بَحْرِ الْجَلِيلِ أَبْصَرَ أَخَوَيْنِ: سِمْعَانَ الَّذِي يُقَالُ لَهُ بُطْرُسُ، وَأَنْدَرَاوُسَ أَخَاهُ يُلْقِيَانِ شَبَكَةً فِي الْبَحْرِ، فَإِنَّهُمَا كَانَا صَيَّادَيْنِ.
δὲ ὁ ; Ἰησοῦς Περιπατῶν παρὰ τὴν ; θάλασσαν τῆς ; Γαλιλαίας εἶδεν δύο ; ἀδελφούς, Σίμωνα τὸν ; λεγόμενον Πέτρον καὶ ; Ἀνδρέαν τὸν ; ἀδελφὸν ; αὐτοῦ βάλλοντας ἀμφίβληστρον εἰς τὴν ; θάλασσαν· ἦσαν ; γὰρ ἁλιεῖς.
وَأَمَّا أَسْمَاءُ الاثْنَيْ عَشَرَ رَسُولاً فَهِيَ هذِهِ: اَلأَوَّلُ سِمْعَانُ الَّذِي يُقَالُ لَهُ بُطْرُسُ، وَأَنْدَرَاوُسُ أَخُوهُ. يَعْقُوبُ بْنُ زَبْدِي، وَيُوحَنَّا أَخُوهُ.
δὲ τὰ ; ὀνόματά Τῶν ; δώδεκα ἀποστόλων ἐστιν ταῦτα·¶ Πρῶτος Σίμων ὁ λεγόμενος Πέτρος καὶ ; Ἀνδρέας ὁ ; ἀδελφὸς ; αὐτοῦ, Ἰάκωβος ὁ τοῦ ; Ζεβεδαίου καὶ ; Ἰωάννης ὁ ; ἀδελφὸς ; αὐτοῦ,
سِمْعَانُ الْقَانَوِيُّ، وَيَهُوذَا الإِسْخَرْيُوطِيُّ الَّذِي أَسْلَمَهُ.
Σίμων ὁ ; Καναναῖος καὶ ; Ἰούδας Ἰσκαριώτης ὁ παραδοὺς ; αὐτόν.¶
متى 13: 55 Mat.13.55
أَلَيْسَ هذَا ابْنَ النَّجَّارِ. أَلَيْسَتْ أُمُّهُ تُدْعَى مَرْيَمَ، وَإِخْوَتُهُ يَعْقُوبَ وَيُوسِي وَسِمْعَانَ وَيَهُوذَا.
οὐχ οὗτός ; ἐστιν ὁ ; υἱός; τοῦ ; τέκτονος Οὐχί ἡ ; μήτηρ ; αὐτοῦ λέγεται Μαριάμ, καὶ ; οἱ ; ἀδελφοὶ ; αὐτοῦ Ἰάκωβος καὶ ; Ἰωσῆς καὶ ; Σίμων καὶ ; Ἰούδας;
متى 16: 16 Mat.16.16
فَأَجَابَ سِمْعَانُ بُطْرُسُ وَقَالَ: أَنْتَ هُوَ الْمَسِيحُ ابْنُ اللهِ الْحَيِّ..
Ἀποκριθεὶς ; δὲ Σίμων Πέτρος εἶπεν· σὺ εἶ ὁ ; χριστὸς ὁ ; υἱὸς τοῦ ; θεοῦ τοῦ ; ζῶντος.¶
متى 16: 17 Mat.16.17
فَأجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ لَهُ: طُوبَى لَكَ يَا سِمْعَانُ بْنَ يُونَا، إِنَّ لَحْمًا وَدَمًا لَمْ يُعْلِنْ لَكَ، لكِنَّ أَبِي الَّذِي فِي السَّمَاوَاتِ.
Καὶ ; Ἀποκριθεὶς ὁ ; Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ· μακάριος εἶ, Σίμων Βαριωνᾶ, ὅτι σὰρξ καὶ ; αἷμα οὐκ ἀπεκάλυψέν σοι ἀλλ᾽ ὁ ; πατήρ ; μου ὁ ἐν τοῖς ; οὐρανοῖς.
متى 17: 25 Mat.17.25
قَالَ: بَلَى. فَلَمَّا دَخَلَ الْبَيْتَ سَبَقَهُ يَسُوعُ قَائِلاً: مَاذَا تَظُنُّ يَا سِمْعَانُ. مِمَّنْ يَأْخُذُ مُلُوكُ الأَرْضِ الْجِبَايَةَ أَوِ الْجِزْيَةَ، أَمِنْ بَنِيهِمْ أَمْ مِنَ الأَجَانِبِ.
λέγει· ναί. καὶ ; ὅτε εἰσῆλθεν εἰς ; τὴν ; οἰκίαν προέφθασεν ; αὐτὸν ὁ ; Ἰησοῦς λέγων· τί σοι ; δοκεῖ, Σίμων; ἀπὸ ; τίνων λαμβάνουσιν οἱ ; βασιλεῖς τῆς ; γῆς τέλη ἢ κῆνσον; ἀπὸ τῶν ; υἱῶν ; αὐτῶν ἢ ἀπὸ τῶν ; ἀλλοτρίων;
وَفِيمَا كَانَ يَسُوعُ فِي بَيْتِ عَنْيَا فِي بَيْتِ سِمْعَانَ الأَبْرَصِ،
δὲ γενομένου Τοῦ ; Ἰησοῦ ἐν Βηθανίᾳ ἐν οἰκίᾳ Σίμωνος τοῦ ; λεπροῦ
متى 27: 32 Mat.27.32
وَفِيمَا هُمْ خَارِجُونَ وَجَدُوا إِنْسَانًا قَيْرَوَانِيًّا اسْمُهُ سِمْعَانُ، فَسَخَّرُوهُ لِيَحْمِلَ صَلِيبَهُ.
Ἐξερχόμενοι ; δὲ εὗρον ἄνθρωπον Κυρηναῖον ὀνόματι Σίμωνα· τοῦτον ; ἠγγάρευσαν ἵνα ; ἄρῃ τὸν ; σταυρὸν ; αὐτοῦ.¶
وَفِيمَا هُوَ يَمْشِي عِنْدَ بَحْرِ الْجَلِيلِ أَبْصَرَ سِمْعَانَ وَأَنْدَرَاوُسَ أَخَاهُ يُلْقِيَانِ شَبَكَةً فِي الْبَحْرِ، فَإِنَّهُمَا كَانَا صَيَّادَيْنِ.
Περιπατῶν; δὲ παρὰ τὴν ; θάλασσαν τῆς ; Γαλιλαίας εἶδεν Σίμωνα καὶ ; Ἀνδρέαν τὸν ; ἀδελφὸν ; αὐτοῦ βάλλοντας ἀμφίβληστρον ἐν τῇ ; θαλάσσῃ· ἦσαν ; γὰρ ἁλιεῖς.
وَلَمَّا خَرَجُوا مِنَ الْمَجْمَعِ جَاءُوا لِلْوَقْتِ إِلَى بَيْتِ سِمْعَانَ وَأَنْدَرَاوُسَ مَعَ يَعْقُوبَ وَيُوحَنَّا،
Καὶ ἐξελθόντες ἐκ τῆς ; συναγωγῆς ἦλθον εὐθὺς εἰς τὴν ; οἰκίαν Σίμωνος καὶ ; Ἀνδρέου μετὰ Ἰακώβου καὶ ; Ἰωάννου.
وَكَانَتْ حَمَاةُ سِمْعَانَ مُضْطَجِعَةً مَحْمُومَةً، فَلِلْوَقْتِ أَخْبَرُوهُ عَنْهَا.
δὲ ἡ ; πενθερὰ Σίμωνος κατέκειτο πυρέσσουσα, καὶ ; εὐθὺς λέγουσιν ; αὐτῷ περὶ ; αὐτῆς.
فَتَبِعَهُ سِمْعَانُ وَالَّذِينَ مَعَهُ.
καὶ ; κατεδίωξαν; αὐτὸν ὁ ; Σίμων καὶ ; οἱ μετ᾽ ; αὐτοῦ·
وَجَعَلَ لِسِمْعَانَ اسْمَ بُطْرُسَ.
καὶ ; ἐπέθηκεν τῷ ; Σίμωνι ὄνομα Πέτρον,
وَأَنْدَرَاوُسَ، وَفِيلُبُّسَ، وَبَرْثُولَمَاوُسَ، وَمَتَّى، وَتُومَا، وَيَعْقُوبَ بْنَ حَلْفَى، وَتَدَّاوُسَ، وَسِمْعَانَ الْقَانَوِيَّ،
καὶ ; Ἀνδρέαν καὶ ; Φίλιππον καὶ ; Βαρθολομαῖον καὶ ; Μαθθαῖον καὶ ; Θωμᾶν καὶ ; Ἰάκωβον τὸν τοῦ ; Ἁλφαίου καὶ ; Θαδδαῖον καὶ ; Σίμωνα τὸν ; Καναναῖον
أَلَيْسَ هذَا هُوَ النَّجَّارَ ابْنَ مَرْيَمَ، وَأَخُو يَعْقُوبَ وَيُوسِي وَيَهُوذَا وَسِمْعَانَ. أَوَلَيْسَتْ أَخَوَاتُهُ ههُنَا عِنْدَنَا. فَكَانُوا يَعْثُرُونَ بِهِ.
οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ ; τέκτων, ὁ ; υἱὸς Μαρίας ἀδελφὸς ; δὲ Ἰακώβου καὶ ; Ἰωσῆτος καὶ ; Ἰούδα καὶ ; Σίμωνος; καὶ ; οὐκ ; εἰσὶν αἱ ; ἀδελφαὶ ; αὐτοῦ ὧδε πρὸς ; ἡμᾶς; ἐσκανδαλίζοντο ; καὶ ἐν ; αὐτῷ.¶
وَفِيمَا هُوَ فِي بَيْتِ عَنْيَا فِي بَيْتِ سِمْعَانَ الأَبْرَصِ، وَهُوَ مُتَّكِئٌ، جَاءَتِ امْرَأَةٌ مَعَهَا قَارُورَةُ طِيبِ نَارِدِينٍ خَالِصٍ كَثِيرِ الثَّمَنِ. فَكَسَرَتِ الْقَارُورَةَ وَسَكَبَتْهُ عَلَى رَأْسِهِ.
Καὶ ; ὄντος ; αὐτοῦ ἐν Βηθανίᾳ ἐν τῇ ; οἰκίᾳ Σίμωνος τοῦ ; λεπροῦ, αὐτοῦ κατακειμένου ἦλθεν γυνὴ ἔχουσα ἀλάβαστρον μύρου νάρδου πιστικῆς πολυτελοῦς. καὶ ; συντρίψασα τὸ; ἀλάβαστρον κατέχεεν κατὰ αὐτοῦ ; τῆς ; κεφαλῆς.
ثُمَّ جَاءَ وَوَجَدَهُمْ نِيَامًا، فَقَالَ لِبُطْرُسَ: يَا سِمْعَانُ، أَنْتَ نَائِمٌ. أَمَا قَدَرْتَ أَنْ تَسْهَرَ سَاعَةً وَاحِدَةً.
καὶ ἔρχεται καὶ ; εὑρίσκει ; αὐτοὺς καθεύδοντας καὶ ; λέγει τῷ ; Πέτρῳ· Σίμων, καθεύδεις; οὐκ ἴσχυσας γρηγορῆσαι; ὥραν μίαν
فَسَخَّرُوا رَجُلاً مُجْتَازًا كَانَ آتِيًا مِنَ الْحَقْلِ، وَهُوَ سِمْعَانُ الْقَيْرَوَانِيُّ أَبُو أَلَكْسَنْدَرُسَ وَرُوفُسَ، لِيَحْمِلَ صَلِيبَهُ.
καὶ ; ἀγγαρεύουσιν παράγοντά ἐρχόμενον ἀπ᾽ ἀγροῦ, τινα Σίμωνα Κυρηναῖον τὸν ; πατέρα Ἀλεξάνδρου καὶ ; Ῥούφου, ἵνα ; ἄρῃ τὸν ; σταυρὸν ; αὐτοῦ.
وَلَمَّا قَامَ مِنَ الْمَجْمَعِ دَخَلَ بَيْتَ سِمْعَانَ. وَكَانَتْ حَمَاةُ سِمْعَانَ قَدْ أَخَذَتْهَا حُمَّى شَدِيدَةٌ. فَسَأَلُوهُ مِنْ أَجْلِهَا.
δὲ Ἀναστὰς ἐκ τῆς ; συναγωγῆς εἰσῆλθεν εἰς ; τὴν ; οἰκίαν Σίμωνος. δὲ ; ἦν ἡ ; πενθερὰ τοῦ ; Σίμωνος συνεχομένη πυρετῷ μεγάλῳ, καὶ ; ἠρώτησαν ; αὐτὸν περὶ ; αὐτῆς.
وَلَمَّا قَامَ مِنَ الْمَجْمَعِ دَخَلَ بَيْتَ سِمْعَانَ. وَكَانَتْ حَمَاةُ سِمْعَانَ قَدْ أَخَذَتْهَا حُمَّى شَدِيدَةٌ. فَسَأَلُوهُ مِنْ أَجْلِهَا.
δὲ Ἀναστὰς ἐκ τῆς ; συναγωγῆς εἰσῆλθεν εἰς ; τὴν ; οἰκίαν Σίμωνος. δὲ ; ἦν ἡ ; πενθερὰ τοῦ ; Σίμωνος συνεχομένη πυρετῷ μεγάλῳ, καὶ ; ἠρώτησαν ; αὐτὸν περὶ ; αὐτῆς.
فَدَخَلَ إِحْدَى السَّفِينَتَيْنِ الَّتِي كَانَتْ لِسِمْعَانَ، وَسَأَلَهُ أَنْ يُبْعِدَ قَلِيلاً عَنِ الْبَرِّ. ثُمَّ جَلَسَ وَصَارَ يُعَلِّمُ الْجُمُوعَ مِنَ السَّفِينَةِ.
ἐμβὰς ; δὲ εἰς ; ἓν τῶν ; πλοίων ὃ ἦν τοῦ ; Σίμωνος, ἠρώτησεν ; αὐτὸν ἐπαναγαγεῖν ὀλίγον. ἀπὸ τῆς ; γῆς καὶ ; δὲ καθίσας ἐδίδασκεν τοὺς ; ὄχλους.¶ ἐκ τοῦ ; πλοίου
وَلَمَّا فَرَغَ مِنَ الْكَلاَمِ قَالَ لِسِمْعَانَ: ابْعُدْ إِلَى الْعُمْقِ وَأَلْقُوا شِبَاكَكُمْ لِلصَّيْدِ.
Ὡς ; δὲ ἐπαύσατο λαλῶν εἶπεν πρὸς ; τὸν ; Σίμωνα· ἐπανάγαγε εἰς τὸ ; βάθος, καὶ ; χαλάσατε τὰ ; δίκτυα ; ὑμῶν εἰς ; ἄγραν.
فَأَجَابَ سِمْعَانُ وَقَالَ لَهُ: يَا مُعَلِّمُ، قَدْ تَعِبْنَا اللَّيْلَ كُلَّهُ وَلَمْ نَأْخُذْ شَيْئًا. وَلكِنْ عَلَى كَلِمَتِكَ أُلْقِي الشَّبَكَةَ.
καὶ ; ἀποκριθεὶς ὁ ; Σίμων εἶπεν αὐτῷ· ἐπιστάτα, κοπιάσαντες δι᾽ ; τῆς ; νυκτὸς ὅλης οὐδὲν ; ἐλάβομεν, δὲ ἐπὶ τῷ ; ῥήματί ; σου χαλάσω τὸ; δίκτυον
فَلَمَّا رَأَى سِمْعَانُ بُطْرُسُ خَرَّ عِنْدَ رُكْبَتَيْ يَسُوعَ قَائِلاً: اخْرُجْ مِنْ سَفِينَتِي يَا رَبُّ، لأَنِّي رَجُلٌ خَاطِئٌ..
δὲ Ἰδὼν Σίμων Πέτρος προσέπεσεν τοῖς ; γόνασιν τοῦ ; Ἰησοῦ λέγων· ἔξελθε ἀπ᾽ ; ἐμοῦ, κύριε. ὅτι ; εἰμι, ἀνὴρ ἁμαρτωλός
وَكَذلِكَ أَيْضًا يَعْقُوبُ وَيُوحَنَّا ابْنَا زَبَدِي اللَّذَانِ كَانَا شَرِيكَيْ سِمْعَانَ. فَقَالَ يَسُوعُ لِسِمْعَانَ: لاَ تَخَفْ. مِنَ الآنَ تَكُونُ تَصْطَادُ النَّاسَ.
ὁμοίως ; δὲ καὶ Ἰάκωβον καὶ ; Ἰωάννην υἱοὺς Ζεβεδαίου, οἳ ἦσαν κοινωνοὶ τῷ ; Σίμωνι. καὶ ; εἶπεν ὁ ; Ἰησοῦς· πρὸς ; τὸν ; Σίμωνα μὴ φοβοῦ· ἀπὸ τοῦ ; νῦν ἔσῃ ζωγρῶν. ἀνθρώπους
وَكَذلِكَ أَيْضًا يَعْقُوبُ وَيُوحَنَّا ابْنَا زَبَدِي اللَّذَانِ كَانَا شَرِيكَيْ سِمْعَانَ. فَقَالَ يَسُوعُ لِسِمْعَانَ: لاَ تَخَفْ. مِنَ الآنَ تَكُونُ تَصْطَادُ النَّاسَ.
ὁμοίως ; δὲ καὶ Ἰάκωβον καὶ ; Ἰωάννην υἱοὺς Ζεβεδαίου, οἳ ἦσαν κοινωνοὶ τῷ ; Σίμωνι. καὶ ; εἶπεν ὁ ; Ἰησοῦς· πρὸς ; τὸν ; Σίμωνα μὴ φοβοῦ· ἀπὸ τοῦ ; νῦν ἔσῃ ζωγρῶν. ἀνθρώπους
سِمْعَانَ الَّذِي سَمَّاهُ أَيْضًا بُطْرُسَ وَأَنْدَرَاوُسَ أَخَاهُ. يَعْقُوبَ وَيُوحَنَّا. فِيلُبُّسَ وَبَرْثُولَمَاوُسَ.
Σίμωνα ὃν ὠνόμασεν καὶ Πέτρον καὶ ; Ἀνδρέαν τὸν ; ἀδελφὸν ; αὐτοῦ Ἰάκωβον καὶ ; Ἰωάννην Φίλιππον καὶ ; Βαρθολομαῖον
مَتَّى وَتُومَا. يَعْقُوبَ بْنَ حَلْفَى وَسِمْعَانَ الَّذِي يُدْعَى الْغَيُورَ.
Μαθθαῖον καὶ ; Θωμᾶν Ἰάκωβον τὸν ; τοῦ ; Ἁλφαίου καὶ ; Σίμωνα τὸν καλούμενον ζηλωτὴν
فَأَجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ لَهُ: يَا سِمْعَانُ، عِنْدِي شَيْءٌ أَقُولُهُ لَكَ. فَقَالَ: قُلْ، يَا مُعَلِّمُ.
Καὶ ; ἀποκριθεὶς ὁ ; Ἰησοῦς εἶπεν πρὸς ; αὐτόν· Σίμων, ἔχω τι εἰπεῖν. σοί δέ· ; φησίν. εἰπέ, διδάσκαλε