ك
إصحاح
G4220
G4221. potḗrion
G4222
المعنى المختصر للكلمة
potḗrion: a drinking-vessel
اللفظ الأصلي ποτήριον
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق potḗrion (pot-ay-ree-on)
تكرار الورود في الكتاب 31 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل
1 a drinking-vessel
2 by extension, the contents thereof, i.e. a cupful (draught)
3 figuratively, a lot or fate
الإنجليزية — KJV Translation Tags
cup

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

τὸ ; ποτήριον (16×) ποτήριον (6×) τοῦ ; ποτηρίου (4×) τῷ ; ποτηρίῳ (2×) τὸ ; ποτήριον, (1×) ποτηρίων (1×) καὶ ; ποτηρίων (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (31 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
متى 10: 42 Mat.10.42
وَمَنْ سَقَى أَحَدَ هؤُلاَءِ الصِّغَارِ كَأْسَ مَاءٍ بَارِدٍ فَقَطْ بِاسْمِ تِلْمِيذٍ، فَالْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ إِنَّهُ لاَ يُضِيعُ أَجْرَهُ.
καὶ ; ὃς ; ἐὰν ποτίσῃ ἕνα τούτων τῶν ; μικρῶν ποτήριον ψυχροῦ μόνον εἰς ; ὄνομα μαθητοῦ, ἀμὴν λέγω ὑμῖν· οὐ ; μὴ ἀπολέσῃ τὸν ; μισθὸν ; αὐτοῦ.¶
متى 20: 22 Mat.20.22
فَأَجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ: لَسْتُمَا تَعْلَمَانِ مَا تَطْلُبَانِ. أَتَسْتَطِيعَانِ أَنْ تَشْرَبَا الْكَأْسَ الَّتِي سَوْفَ أَشْرَبُهَا أَنَا، وَأَنْ تَصْطَبِغَا بِالصِّبْغَةِ الَّتِي أَصْطَبغُ بِهَا أَنَا. قَالاَ لَهُ: نَسْتَطِيعُ.
Ἀποκριθεὶς ; δὲ ὁ ; Ἰησοῦς εἶπεν· οὐκ οἴδατε τί αἰτεῖσθε. δύνασθε πιεῖν τὸ ; ποτήριον ὃ μέλλω πίνειν ἐγὼ καὶ βαπτισθῆναι; τὸ ; βάπτισμα ὃ βαπτίζομαι ἐγὼ λέγουσιν αὐτῷ· δυνάμεθα.¶
متى 23: 25 Mat.23.25
وَيْلٌ لَكُمْ أَيُّهَا الْكَتَبَةُ وَالْفَرِّيسِيُّونَ الْمُرَاؤُونَ. لأَنَّكُمْ تُنَقُّونَ خَارِجَ الْكَأْسِ وَالصَّحْفَةِ، وَهُمَا مِنْ دَاخِل مَمْلُوآنِ اخْتِطَافًا وَدَعَارَةً.
Οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ ; Φαρισαῖοι ὑποκριταί, ὅτι καθαρίζετε τὸ ; ἔξωθεν τοῦ ; ποτηρίου καὶ ; τῆς ; παροψίδος, δὲ ἔσωθεν γέμουσιν ἐξ ; ἁρπαγῆς καὶ ; ἀκρασίας.
متى 23: 26 Mat.23.26
أَيُّهَا الْفَرِّيسِيُّ الأَعْمَى. نَقِّ أَوَّلاً دَاخِلَ الْكَأْسِ وَالصَّحْفَةِ لِكَيْ يَكُونَ خَارِجُهُمَا أَيْضًا نَقِيًّا.
Φαρισαῖε τυφλέ, καθάρισον πρῶτον τὸ ; ἐντὸς τοῦ ; ποτηρίου καὶ ; τῆς ; παροψίδος ἵνα γένηται τὸ ; ἐκτὸς ; αὐτῶν καὶ καθαρόν.¶
متى 26: 39 Mat.26.39
ثُمَّ تَقَدَّمَ قَلِيلاً وَخَرَّ عَلَى وَجْهِهِ، يُصَلِّي قَائِلاً: يَا أَبَتَاهُ، إِنْ أَمْكَنَ فَلْتَعْبُرْ عَنِّي هذِهِ الْكَأْسُ، وَلكِنْ لَيْسَ كَمَا أُرِيدُ أَنَا بَلْ كَمَا تُرِيدُ أَنْتَ.
Καὶ προελθὼν μικρὸν ἔπεσεν ἐπὶ πρόσωπον ; αὐτοῦ προσευχόμενος καὶ ; λέγων· πάτερ ; μου, εἰ δυνατόν ; ἐστιν, παρελθάτω ἀπ᾽ ; ἐμοῦ τοῦτο· τὸ ; ποτήριον πλὴν οὐχ ὡς θέλω ἐγὼ ἀλλ᾽ ὡς σύ.
متى 26: 42 Mat.26.42
فَمَضَى أَيْضًا ثَانِيَةً وَصَلَّى قَائِلاً: يَا أَبَتَاهُ، إِنْ لَمْ يُمْكِنْ أَنْ تَعْبُرَ عَنِّي هذِهِ الْكَأْسُ إِلاَّ أَنْ أَشْرَبَهَا، فَلْتَكُنْ مَشِيئَتُكَ.
ἀπελθὼν ; ἐκ Πάλιν δευτέρου προσηύξατο λέγων· πάτερ ; μου, εἰ οὐ δύναται παρελθεῖν ἀπ᾽ ; ἐμοῦ τοῦτο τὸ ; ποτήριον ἐὰν ; μὴ αὐτὸ ; πίω, γενηθήτω τὸ ; θέλημά ; σου.
وَمِنَ السُّوقِ إِنْ لَمْ يَغْتَسِلُوا لاَ يَأْكُلُونَ. وَأَشْيَاءُ أُخْرَى كَثِيرَةٌ تَسَلَّمُوهَا لِلتَّمَسُّكِ بِهَا، مِنْ غَسْلِ كُؤُوسٍ وَأَبَارِيقَ وَآنِيَةِ نُحَاسٍ وَأَسِرَّةٍ.
καὶ ; ἀπ᾽ ἀγορᾶς ἐὰν μὴ βαπτίσωνται, οὐκ ἐσθίουσιν· καὶ ; ἄλλα πολλά ; ἐστιν ἃ ; παρέλαβον κρατεῖν, βαπτισμοὺς ποτηρίων καὶ ; ξεστῶν καὶ ; χαλκίων καὶ ; κλινῶν.¶
لأَنَّكُمْ تَرَكْتُمْ وَصِيَّةَ اللهِ وَتَتَمَسَّكُونَ بِتَقْلِيدِ النَّاسِ: غَسْلَ الأَبَارِيقِ وَالْكُؤُوسِ، وَأُمُورًا أُخَرَ كَثِيرَةً مِثْلَ هذِهِ تَفْعَلُونَ.
γὰρ Ἀφέντες τὴν ; ἐντολὴν τοῦ ; θεοῦ κρατεῖτε τὴν ; παράδοσιν τῶν ; ἀνθρώπων βαπτισμοὺς ξεστῶν καὶ ; ποτηρίων καὶ ; ἄλλα πολλὰ παρόμοια τοιαῦτα ποιεῖτε.
لأَنَّ مَنْ سَقَاكُمْ كَأْسَ مَاءٍ بِاسْمِي لأَنَّكُمْ لِلْمَسِيحِ، فَالْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّهُ لاَ يُضِيعُ أَجْرَهُ.
γὰρ ὃς ; ἂν ποτίσῃ ; ὑμᾶς ποτήριον ὕδατος ἐν ; τῷ ; ὀνόματι ; μου ὅτι ; ἐστε, Χριστοῦ ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι οὐ ; μὴ ἀπολέσῃ μισθὸν ; αὐτοῦ. ; τὸν
فَقَالَ لَهُمَا يَسُوعُ: لَسْتُمَا تَعْلَمَانِ مَا تَطْلُبَانِ. أَتَسْتَطِيعَانِ أَنْ تَشْرَبَا الْكَأْسَ الَّتِي أَشْرَبُهَا أَنَا، وَأَنْ تَصْطَبِغَا بِالصِّبْغَةِ الَّتِي أَصْطَبغُ بِهَا أَنَا.
δὲ ; εἶπεν αὐτοῖς· Ὁ ; Ἰησοῦς οὐκ οἴδατε τί αἰτεῖσθε. δύνασθε πιεῖν τὸ ; ποτήριον ὃ πίνω ἐγὼ καὶ βαπτισθῆναι; τὸ ; βάπτισμα ὃ βαπτίζομαι ἐγὼ
فَقَالاَ لَهُ: نَسْتَطِيعُ. فَقَالَ لَهُمَا يَسُوعُ: أَمَّا الْكَأْسُ الَّتِي أَشْرَبُهَا أَنَا فَتَشْرَبَانِهَا، وَبَالصِّبْغَةِ الَّتِي أَصْطَبغُ بِهَا أَنَا تَصْطَبِغَانِ.
οἱ ; δὲ ; εἶπαν αὐτῷ· δυνάμεθα. δὲ ; εἶπεν αὐτοῖς· ὁ ; Ἰησοῦς μὲν τὸ ; ποτήριον ὃ πίνω ἐγὼ πίεσθε, καὶ ; τὸ ; βάπτισμα ὃ βαπτίζομαι ἐγὼ βαπτισθήσεσθε·
ثُمَّ أَخَذَ الْكَأْسَ وَشَكَرَ وَأَعْطَاهُمْ، فَشَرِبُوا مِنْهَا كُلُّهُمْ.
καὶ ; λαβὼν τὸ ; ποτήριον, εὐχαριστήσας ἔδωκεν ; αὐτοῖς, καὶ ; ἔπιον ἐξ ; αὐτοῦ πάντες.
وَقَالَ: يَا أَبَا الآبُ، كُلُّ شَيْءٍ مُسْتَطَاعٌ لَكَ، فَأَجِزْ عَنِّي هذِهِ الْكَأْسَ. وَلكِنْ لِيَكُنْ لاَ مَا أُرِيدُ أَنَا، بَلْ مَا تُرِيدُ أَنْتَ.
καὶ ; ἔλεγεν· αββα, ὁ ; πατήρ, πάντα δυνατά σοι· παρένεγκε ἀπ᾽ ; ἐμοῦ, τοῦτο τὸ ; ποτήριον ἀλλ᾽ οὐ τί θέλω ἐγὼ ἀλλὰ τί σύ.
فَقَالَ لَهُ الرَّبُّ: أَنْتُمُ الآنَ أَيُّهَا الْفَرِّيسِيُّونَ تُنَقُّونَ خَارِجَ الْكَأْسِ وَالْقَصْعَةِ، وَأَمَّا بَاطِنُكُمْ فَمَمْلُوءٌ اخْتِطَافًا وَخُبْثًا.
Εἶπεν ; δὲ πρὸς ; αὐτόν· ὁ ; κύριος ὑμεῖς νῦν οἱ ; Φαρισαῖοι καθαρίζετε, τὸ ; ἔξωθεν τοῦ ; ποτηρίου καὶ ; τοῦ ; πίνακος δὲ τὸ ; ἔσωθεν ; ὑμῶν γέμει ἁρπαγῆς καὶ ; πονηρίας.
ثُمَّ تَنَاوَلَ كَأْسًا وَشَكَرَ وَقَالَ: خُذُوا هذِهِ وَاقْتَسِمُوهَا بَيْنَكُمْ،
καὶ δεξάμενος ποτήριον εὐχαριστήσας εἶπεν· λάβετε τοῦτο καὶ ; διαμερίσατε εἰς ; ἑαυτοῖς
وَكَذلِكَ الْكَأْسَ أَيْضًا بَعْدَ الْعَشَاءِ قَائِلاً: هذِهِ الْكَأْسُ هِيَ الْعَهْدُ الْجَدِيدُ بِدَمِي الَّذِي يُسْفَكُ عَنْكُمْ.
ὡσαύτως τὸ ; ποτήριον καὶ μετὰ τὸ ; δειπνῆσαι λέγων· τοῦτο τὸ ; ποτήριον ἡ ; διαθήκη καινὴ ἐν ; τῷ ; αἵματί ; μου τὸ ἐκχυννόμενον. ὑπὲρ ; ὑμῶν
وَكَذلِكَ الْكَأْسَ أَيْضًا بَعْدَ الْعَشَاءِ قَائِلاً: هذِهِ الْكَأْسُ هِيَ الْعَهْدُ الْجَدِيدُ بِدَمِي الَّذِي يُسْفَكُ عَنْكُمْ.
ὡσαύτως τὸ ; ποτήριον καὶ μετὰ τὸ ; δειπνῆσαι λέγων· τοῦτο τὸ ; ποτήριον ἡ ; διαθήκη καινὴ ἐν ; τῷ ; αἵματί ; μου τὸ ἐκχυννόμενον. ὑπὲρ ; ὑμῶν
قَائِلاً: يَا أَبَتَاهُ، إِنْ شِئْتَ أَنْ تُجِيزَ عَنِّي هذِهِ الْكَأْسَ. وَلكِنْ لِتَكُنْ لاَ إِرَادَتِي بَلْ إِرَادَتُكَ.
λέγων· πάτερ, εἰ βούλει παρενεγκεῖν ἀπ᾽ ; ἐμοῦ· τοῦτο τὸ ; ποτήριον πλὴν μὴ τὸ ; θέλημά ; μου ἀλλὰ τὸ ; σὸν ; γενέσθω
فَقَالَ يَسُوعُ لِبُطْرُسَ: اجْعَلْ سَيْفَكَ فِي الْغِمْدِ. الْكَأْسُ الَّتِي أَعْطَانِي الآبُ أَلاَ أَشْرَبُهَا..
οὖν ; Εἶπεν ὁ ; Ἰησοῦς τῷ ; Πέτρῳ· βάλε τὴν ; μάχαιραν ; σου εἰς τὴν ; θήκην. τὸ ; ποτήριον ὃ δέδωκέν ; μοι ὁ ; πατὴρ οὐ ; μὴ πίω ; αὐτό;¶
كَأْسُ الْبَرَكَةِ الَّتِي نُبَارِكُهَا، أَلَيْسَتْ هِيَ شَرِكَةَ دَمِ الْمَسِيحِ. الْخُبْزُ الَّذِي نَكْسِرُهُ، أَلَيْسَ هُوَ شَرِكَةَ جَسَدِ الْمَسِيحِ.
τὸ ; ποτήριον τῆς ; εὐλογίας ὃ εὐλογοῦμεν, οὐχὶ ἐστὶν κοινωνία τοῦ ; αἵματος τοῦ ; Χριστοῦ; τὸν ; ἄρτον ὃν κλῶμεν, οὐχὶ ἐστιν; κοινωνία τοῦ ; σώματος τοῦ ; Χριστοῦ
لاَ تَقْدِرُونَ أَنْ تَشْرَبُوا كَأْسَ الرَّبِّ وَكَأْسَ شَيَاطِينَ. لاَ تَقْدِرُونَ أَنْ تَشْتَرِكُوا فِي مَائِدَةِ الرَّبِّ وَفِي مَائِدَةِ شَيَاطِينَ.
οὐ δύνασθε πίνειν ποτήριον κυρίου ποτήριον δαιμονίων· οὐ δύνασθε μετέχειν τραπέζης κυρίου καὶ τραπέζης δαιμονίων.
لاَ تَقْدِرُونَ أَنْ تَشْرَبُوا كَأْسَ الرَّبِّ وَكَأْسَ شَيَاطِينَ. لاَ تَقْدِرُونَ أَنْ تَشْتَرِكُوا فِي مَائِدَةِ الرَّبِّ وَفِي مَائِدَةِ شَيَاطِينَ.
οὐ δύνασθε πίνειν ποτήριον κυρίου ποτήριον δαιμονίων· οὐ δύνασθε μετέχειν τραπέζης κυρίου καὶ τραπέζης δαιμονίων.
كَذلِكَ الْكَأْسَ أَيْضًا بَعْدَمَا تَعَشَّوْا، قَائِلاً: هذِهِ الْكَأْسُ هِيَ الْعَهْدُ الْجَدِيدُ بِدَمِي. اصْنَعُوا هذَا كُلَّمَا شَرِبْتُمْ لِذِكْرِي.
ὡσαύτως τὸ ; ποτήριον καὶ μετὰ δειπνῆσαι λέγων· τοῦτο τὸ ; ποτήριον ἐστὶν διαθήκη ἡ ; καινὴ ἐν ; τῷ ; ἐμῷ ; αἵματι· ποιεῖτε, τοῦτο ὁσάκις ; ἂν πίνητε, εἰς ; τὴν ; ἐμὴν ; ἀνάμνησιν.
كَذلِكَ الْكَأْسَ أَيْضًا بَعْدَمَا تَعَشَّوْا، قَائِلاً: هذِهِ الْكَأْسُ هِيَ الْعَهْدُ الْجَدِيدُ بِدَمِي. اصْنَعُوا هذَا كُلَّمَا شَرِبْتُمْ لِذِكْرِي.
ὡσαύτως τὸ ; ποτήριον καὶ μετὰ δειπνῆσαι λέγων· τοῦτο τὸ ; ποτήριον ἐστὶν διαθήκη ἡ ; καινὴ ἐν ; τῷ ; ἐμῷ ; αἵματι· ποιεῖτε, τοῦτο ὁσάκις ; ἂν πίνητε, εἰς ; τὴν ; ἐμὴν ; ἀνάμνησιν.
فَإِنَّكُمْ كُلَّمَا أَكَلْتُمْ هذَا الْخُبْزَ وَشَرِبْتُمْ هذِهِ الْكَأْسَ، تُخْبِرُونَ بِمَوْتِ الرَّبِّ إِلَى أَنْ يَجِيءَ.
γὰρ ὁσάκις ; ἂν ἐσθίητε τοῦτον ἄρτον καὶ ; πίνητε, τοῦτο τὸ ; ποτήριον καταγγέλλετε τὸν ; θάνατον τοῦ ; κυρίου ἄχρι οὗ ; ἂν ἔλθῃ.¶
إِذًا أَيُّ مَنْ أَكَلَ هذَا الْخُبْزَ، أَوْ شَرِبَ كَأْسَ الرَّبِّ، بِدُونِ اسْتِحْقَاق، يَكُونُ مُجْرِمًا فِي جَسَدِ الرَّبِّ وَدَمِهِ.
Ὥστε ὃς ἂν ἐσθίῃ τοῦτον τὸν ; ἄρτον ἢ πίνῃ τὸ ; ποτήριον τοῦ ; κυρίου ἀναξίως ἔσται ἔνοχος τοῦ σώματος τοῦ ; κυρίου. καὶ ; τοῦ ; αἵματος
وَلكِنْ لِيَمْتَحِنِ الإِنْسَانُ نَفْسَهُ، وَهكَذَا يَأْكُلُ مِنَ الْخُبْزِ وَيَشْرَبُ مِنَ الْكَأْسِ.
δὲ δοκιμαζέτω ἄνθρωπος ἑαυτόν, καὶ ; οὕτως ἐσθιέτω ἐκ τοῦ ; ἄρτου καὶ ; πινέτω· ἐκ τοῦ ; ποτηρίου
فَهُوَ أَيْضًا سَيَشْرَبُ مِنْ خَمْرِ غَضَبِ اللهِ، الْمَصْبُوبِ صِرْفًا فِي كَأْسِ غَضَبِهِ، وَيُعَذَّبُ بِنَارٍ وَكِبْرِيتٍ أَمَامَ الْمَلاَئِكَةِ الْقِدِّيسِينَ وَأَمَامَ الْخَرُوفِ.
αὐτὸς καὶ πίεται ἐκ τοῦ ; οἴνου τοῦ ; θυμοῦ τοῦ ; θεοῦ τοῦ ; κεκερασμένου ἀκράτου ἐν τῷ ; ποτηρίῳ τῆς ; ὀργῆς ; αὐτοῦ καὶ ; βασανισθήσεται ἐν ; πυρὶ καὶ ; θείῳ ἐνώπιον τῶν ; ἀγγέλων ἁγίων καὶ ; ἐνώπιον τοῦ ; ἀρνίου.
وَصَارَتِ الْمَدِينَةُ الْعَظِيمَةُ ثَلاَثَةَ أَقْسَامٍ، وَمُدُنُ الأُمَمِ سَقَطَتْ، وَبَابِلُ الْعَظِيمَةُ ذُكِرَتْ أَمَامَ اللهِ لِيُعْطِيَهَا كَأْسَ خَمْرِ سَخَطِ غَضَبِهِ.
καὶ ; ἐγένετο ἡ ; πόλις ἡ ; μεγάλη εἰς ; τρία μέρη, καὶ ; αἱ ; πόλεις τῶν ; ἐθνῶν ἔπεσαν. καὶ ; Βαβυλὼν ἡ ; μεγάλη ἐμνήσθη ἐνώπιον τοῦ ; θεοῦ δοῦναι ; αὐτῇ τὸ ; ποτήριον τοῦ ; οἴνου τοῦ ; θυμοῦ τῆς ; ὀργῆς ; αὐτοῦ.
وَالْمَرْأَةُ كَانَتْ مُتَسَرْبِلَةً بِأُرْجُوانٍ وَقِرْمِزٍ، وَمُتَحَلِّيَةً بِذَهَبٍ وَحِجَارَةٍ كَرِيمَةٍ وَلُؤْلُؤٍ، وَمَعَهَا كَأْسٌ مِنْ ذَهَبٍ فِي يَدِهَا مَمْلُوَّةٌ رَجَاسَاتٍ وَنَجَاسَاتِ زِنَاهَا،
καὶ ; ἡ ; γυνὴ ἦν περιβεβλημένη πορφύρᾳ καὶ ; κόκκινῳ καὶ ; κεχρυσωμένη χρυσῷ καὶ ; λίθῳ τιμίῳ καὶ ; μαργαρίταις, ἔχουσα ποτήριον χρυσοῦν ἐν χειρὶ ; αὐτῆς γέμον βδελυγμάτων καὶ ; τὰ ; ἀκάθαρτητος τῆς ; πορνείας ; αὐτῆς.