ك
إصحاح
G3859
G3860. paradídōmi
G3861
المعنى المختصر للكلمة
paradídōmi: to surrender, i.e yield up, intrust, transmit
اللفظ الأصلي παραδίδωμι
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق paradídōmi (par-ad-id-o-mee)
تكرار الورود في الكتاب 74 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

to surrender, i.e yield up, intrust, transmit

الإنجليزية — KJV Translation Tags
betray bring forth cast commit deliver (up) give (over, up) hazard put in prison recommend

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

παρέδωκεν (5×) παρέδωκα (4×) παρεδόθη (4×) παραδίδοται (4×) παραδοθήσεται (3×) καὶ ; παρέδωκεν (3×) παρεδίδου (2×) παραδίδοται· (2×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (74 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
ضَعُوا أَنْتُمْ هذَا الْكَلاَمَ فِي آذَانِكُمْ: إِنَّ ابْنَ الإِنْسَانِ سَوْفَ يُسَلَّمُ إِلَى أَيْدِي النَّاسِ.
θέσθε ὑμεῖς τούτους· τοὺς ; λόγους εἰς τὰ ; ὦτα ; ὑμῶν γὰρ ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου μέλλει παραδίδοσθαι εἰς χεῖρας ἀνθρώπων.
وَالْتَفَتَ إِلَى تَلاَمِيذِهِ وَقَالَ: كُلُّ شَيْءٍ قَدْ دُفِعَ إِلَيَّ مِنْ أَبِي. وَلَيْسَ أَحَدٌ يَعْرِفُ مَنْ هُوَ الابْنُ إِلاَّ وَلاَ مَنْ هُوَ الآبُ إِلاَّ الابْنُ، وَمَنْ أَرَادَ الابْنُ أَنْ يُعْلِنَ لَهُ.
καὶ ; στραφείς πρός τούς ; μαθητάς εἶπεν πάντα παρεδόθη μοι ὑπὸ τοῦ ; πατρός ; μου, καὶ ; οὐδεὶς γινώσκει τίς ἐστιν ὁ ; υἱὸς εἰ ; μὴ καὶ τίς ἐστιν ὁ ; πατὴρ εἰ ; μὴ ὁ ; υἱὸς καὶ ; ᾧ ; ἐὰν βούληται ὁ ; υἱὸς ἀποκαλύψαι.¶
لأَنَّهُ يُسَلَّمُ إِلَى الأُمَمِ، وَيُسْتَهْزَأُ بِهِ، وَيُشْتَمُ وَيُتْفَلُ عَلَيْهِ،
γὰρ παραδοθήσεται τοῖς ἔθνεσιν καὶ ; ἐμπαιχθήσεται καὶ ; ὑβρισθήσεται καὶ ; ἐμπτυσθήσεται,
وَقَبْلَ هذَا كُلِّهِ يُلْقُونَ أَيْدِيَهُمْ عَلَيْكُمْ وَيَطْرُدُونَكُمْ، وَيُسَلِّمُونَكُمْ إِلَى مَجَامِعٍ وَسُجُونٍ، وَتُسَاقُونَ أَمَامَ مُلُوكٍ وَوُلاَةٍ لأَجْلِ اسْمِي.
Πρὸ ; δὲ τούτων ἅπαντων ἐπιβαλοῦσιν τὰς ; χεῖρας ; αὐτῶν ἐφ᾽ ; ὑμᾶς καὶ ; διώξουσιν παραδιδόντες εἰς συναγωγὰς καὶ ; φυλακάς, ἀγομένους ἐπὶ βασιλεῖς καὶ ; ἡγεμόνας ἕνεκεν τοῦ ; ὀνόματός ; μου.
وَابْنُ الإِنْسَانِ مَاضٍ كَمَا هُوَ مَحْتُومٌ، وَلكِنْ وَيْلٌ لِذلِكَ الإِنْسَانِ الَّذِي يُسَلِّمُهُ..
καὶ; ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου πορεύεται· κατὰ τὸ ὡρισμένον πλὴν οὐαὶ ἐκείνῳ τῷ ; ἀνθρώπῳ δι᾽ ; οὗ παραδίδοται.
فَقَالَ لَهُ يَسُوعُ: يَا يَهُوذَا، أَبِقُبْلَةٍ تُسَلِّمُ ابْنَ الإِنْسَانِ.
δὲ ; εἶπεν αὐτῷ· ὁ ; Ἰησοῦς Ἰούδα, φιλήματι παραδίδως; τὸν ; υἱὸν τοῦ ; ἀνθρώπου
فَأَطْلَقَ لَهُمُ الَّذِي طُرِحَ فِي السِّجْنِ لأَجْلِ فِتْنَةٍ وَقَتْل، الَّذِي طَلَبُوهُ، وَأَسْلَمَ يَسُوعَ لِمَشِيئَتِهِمْ.
ἀπέλυσεν ; δὲ αὐτοῖς τὸν βεβλημένον εἰς τὴν ; φυλακὴν διὰ στάσιν καὶ ; φόνον ὃν ᾐτοῦντο· δὲ ; παρέδωκεν τὸν ; Ἰησοῦν τῷ ; θελήματι ; αὐτῶν.¶
قَائِلاً: إِنَّهُ يَنْبَغِي أَنْ يُسَلَّمَ ابْنُ الإِنْسَانِ فِي أَيْدِي أُنَاسٍ خُطَاةٍ، وَيُصْلَبَ، وَفِي الْيَوْمِ الثَّالِثِ يَقُومُ.
λέγων ὅτι δεῖ παραδοθῆναι τὸν ; υἱὸν τοῦ ; ἀνθρώπου εἰς χεῖρας ἀνθρώπων ἁμαρτωλῶν καὶ ; σταυρωθῆναι καὶ ; τῇ ἡμέρᾳ τρίτῃ ἀναστῆναι.
فَقَالَ وَاحِدٌ مِنْ تَلاَمِيذِهِ، وَهُوَ يَهُوذَا سِمْعَانُ الإِسْخَرْيُوطِيُّ، الْمُزْمِعُ أَنْ يُسَلِّمَهُ:
λέγει ; οὖν εἷς ἐκ τῶν ; μαθητῶν ; αὐτοῦ, Ἰούδας Σίμωνος ὁ ; Ἰσκαριώτης ὁ ; μέλλων αὐτὸν ; παραδιδόναι·
أَجَابُوهُ: يَسُوعَ النَّاصِرِيَّ. قَالَ لهُمْ يَسوعُ: أَنَا هُوَ. وَكَانَ يَهُوذَا مُسَلِّمُهُ أَيْضًا وَاقِفًا مَعَهُمْ.
ἀπεκρίθησαν ; αὐτῷ· Ἰησοῦν τὸν ; Ναζωραῖον. λέγει αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς· ἐγώ εἰμι. δὲ ; Ἰούδας ὁ ; αὐτὸν ; παραδιδοὺς καὶ εἱστήκει μετ᾽ ; αὐτῶν.
أَجَابَ يَسُوعُ: مَمْلَكَتِي لَيْسَتْ مِنْ هذَا الْعَالَمِ. لَوْ كَانَتْ مَمْلَكَتِي مِنْ هذَا الْعَالَمِ، لَكَانَ خُدَّامِي يُجَاهِدُونَ لِكَيْ لاَ أُسَلَّمَ إِلَى الْيَهُودِ. وَلكِنِ الآنَ لَيْسَتْ مَمْلَكَتِي مِنْ هُنَا.
Ἀπεκρίθη ὁ ; Ἰησοῦς· ἡ ; βασιλεία ; ἡ ; ἐμὴ οὐκ ; ἔστιν ἐκ τούτου· τοῦ ; κόσμου εἰ ἦν βασιλεία ; ἡ ; ἐμή, ἐκ τούτου τοῦ ; κόσμου ἂν οἱ ; ὑπηρέται ; οἱ ; ἐμοὶ ἠγωνίζοντο ἵνα μὴ παραδοθῶ τοῖς Ἰουδαίοις· δὲ νῦν οὐκ ἡ ; βασιλεία ; ἡ ; ἐμὴ ἔστιν ; ἐντεῦθεν.¶
فَلَمَّا أَخَذَ يَسُوعُ الْخَلَّ قَالَ: قَدْ أُكْمِلَ. وَنَكَّسَ رَأْسَهُ وَأَسْلَمَ الرُّوحَ.
ὅτε ; οὖν ἔλαβεν ὁ ; Ἰησοῦς τὸ ; ὄξος εἶπεν· τετέλεσται. καὶ ; κλίνας τὴν ; κεφαλὴν παρέδωκεν τὸ ; πνεῦμα.¶
فَالْتَفَتَ بُطْرُسُ وَنَظَرَ التِّلْمِيذَ الَّذِي كَانَ يَسُوعُ يُحِبُّهُ يَتْبَعُهُ، وَهُوَ أَيْضًا الَّذِي اتَّكَأَ عَلَى صَدْرِهِ وَقْتَ الْعَشَاءِ، وَقَالَ: يَا سَيِّدُ، مَنْ هُوَ الَّذِي يُسَلِّمُكَ.
Ἐπιστραφεὶς ὁ ; Πέτρος δὲ ; βλέπει τὸν ; μαθητὴν ὃν ὁ ; Ἰησοῦς ἠγάπα ἀκολουθοῦντα ὃς καὶ ἀνέπεσεν ἐπὶ τὸ ; στῆθος ; αὐτοῦ ἐν ; τῷ ; δείπνῳ καὶ ; εἶπεν· κύριε, τίς ἐστιν ὁ σε; ; παραδιδούς
إِنَّ إِلهَ إِبْرَاهِيمَ وَإِسْحَاقَ وَيَعْقُوبَ، إِلهَ آبَائِنَا، مَجَّدَ فَتَاهُ يَسُوعَ، الَّذِي أَسْلَمْتُمُوهُ أَنْتُمْ وَأَنْكَرْتُمُوهُ أَمَامَ وَجْهِ بِيلاَطُسَ، وَهُوَ حَاكِمٌ بِإِطْلاَقِهِ.
ὁ ; θεὸς Ἀβραὰμ καὶ ; Ἰσαὰκ καὶ ; Ἰακώβ, ὁ ; θεὸς τῶν ; πατέρων ; ἡμῶν, ἐδόξασεν τὸν ; παῖδα ; αὐτοῦ Ἰησοῦν ὃν παρεδώκατε ὑμεῖς καὶ ; ἠρνήσασθε ; αὐτὸν κατὰ ; πρόσωπον Πιλάτου κρίναντος ἐκείνου ; ἀπολύειν·
وَأَمَّا شَاوُلُ فَكَانَ يَسْطُو عَلَى الْكَنِيسَةِ، وَهُوَ يَدْخُلُ الْبُيُوتَ وَيَجُرُّ رِجَالاً وَنِسَاءً وَيُسَلِّمُهُمْ إِلَى السِّجْنِ.
δὲ Σαῦλος ἐλυμαίνετο ἐκκλησίαν ; τὴν εἰσπορευόμενος, κατὰ ; τοὺς ; οἴκους σύρων ἄνδρας καὶ ; γυναῖκας παρεδίδου εἰς φυλακήν.¶
وَلَمَّا أَمْسَكَهُ وَضَعَهُ فِي السِّجْنِ، مُسَلِّمًا إِيَّاهُ إِلَى أَرْبَعَةِ أَرَابعَ مِنَ الْعَسْكَرِ لِيَحْرُسُوهُ، نَاوِيًا أَنْ يُقَدِّمَهُ بَعْدَ الْفِصْحِ إِلَى الشَّعْبِ.
ὃν ; καὶ ; πιάσας ἔθετο εἰς φυλακὴν παραδοὺς τέσσαρσιν τετραδίοις στρατιωτῶν φυλάσσειν ; αὐτόν, βουλόμενος ἀναγαγεῖν ; αὐτὸν μετὰ τὸ ; πάσχα τῷ ; λαῷ.¶
وَمِنْ هُنَاكَ سَافَرَا فِي الْبَحْرِ إِلَى أَنْطَاكِيَةَ، حَيْثُ كَانَا قَدْ أُسْلِمَا إِلَى نِعْمَةِ اللهِ لِلْعَمَلِ الَّذِي أَكْمَلاَهُ.
κἀκεῖθεν ἀπέπλευσαν εἰς Ἀντιόχειαν, ὅθεν ἦσαν ; παραδεδομένοι τῇ ; χάριτι τοῦ ; θεοῦ εἰς ; τὸ ; ἔργον ὃ ἐπλήρωσαν.
رَجُلَيْنِ قَدْ بَذَلاَ نَفْسَيْهِمَا لأَجْلِ اسْمِ رَبِّنَا يَسُوعَ الْمَسِيحِ.
ἀνθρώποις παραδεδωκόσιν τὰς ; ψυχὰς ; αὐτῶν ὑπὲρ τοῦ ; ὀνόματος τοῦ ; κυρίου ; ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.
وَأَمَّا بُولُسُ فَاخْتَارَ سِيلاَ وَخَرَجَ مُسْتَوْدَعًا مِنَ الإِخْوَةِ إِلَى نِعْمَةِ اللهِ.
δὲ Παῦλος ἐπιλεξάμενος Σιλᾶν ἐξῆλθεν παραδοθεὶς ὑπὸ τῶν ; ἀδελφῶν. τῇ χάριτι τοῦ ; θεοῦ
فَجَاءَ إِلَيْنَا، وَأَخَذَ مِنْطَقَةَ بُولُسَ، وَرَبَطَ يَدَيْ نَفْسِهِ وَرِجْلَيْهِ وَقَالَ: هذَا يَقُولُهُ الرُّوحُ الْقُدُسُ: الرَّجُلُ الَّذِي لَهُ هذِهِ الْمِنْطَقَةُ، هكَذَا سَيَرْبُطُهُ الْيَهُودُ فِي أُورُشَلِيمَ وَيُسَلِّمُونَهُ إِلَى أَيْدِي الأُمَمِ.
καὶ ; ἐλθὼν πρὸς ; ἡμᾶς καὶ ; ἄρας τὴν ; ζώνην τοῦ ; Παύλου, δήσας τὰς ; χεῖρας αὐτοῦ τοὺς ; πόδας εἶπεν· τάδε λέγει πνεῦμα ; τὸ τὸ ; ἅγιον· τὸν ; ἄνδρα οὗ ; ἐστιν αὕτη, ἡ ; ζώνη οὕτως δήσουσιν οἱ ; Ἰουδαῖοι ἐν Ἰερουσαλὴμ καὶ ; παραδώσουσιν εἰς χεῖρας ἐθνῶν.
وَاضْطَهَدْتُ هذَا الطَّرِيقَ حَتَّى الْمَوْتِ، مُقَيِّدًا وَمُسَلِّمًا إِلَى السُّجُونِ رِجَالاً وَنِسَاءً،
ὃς ; ἐδίωξα ταύτην τὴν ; ὁδὸν ἄχρι θανάτου δεσμεύων καὶ ; παραδιδοὺς εἰς φυλακὰς ἄνδρας ; τε καὶ ; γυναῖκας,
فَلَمَّا اسْتَقَرَّ الرَّأْيُ أَنْ نُسَافِرَ فِي الْبَحْرِ إِلَى إِيطَالِيَا، سَلَّمُوا بُولُسَ وَأَسْرَى آخَرِينَ إِلَى قَائِدِ مِئَةٍ مِنْ كَتِيبَةِ أُوغُسْطُسَ اسْمُهُ يُولِيُوسُ.
Ὡς ; δὲ ἐκρίθη τοῦ ; ἀποπλεῖν ; ἡμᾶς εἰς τὴν ; Ἰταλίαν, παρεδίδουν τόν ; Παῦλον καί ; τινας ; δεσμώτας ἑτέρους ἑκατοντάρχῃ σπείρης Σεβαστῆς. ὀνόματι Ἰουλίῳ
وَلَمَّا أَتَيْنَا إِلَى رُومِيَةَ سَلَّمَ قَائِدُ الْمِئَةِ الأَسْرَى إِلَى رَئِيسِ الْمُعَسْكَرِ، وَأَمَّا بُولُسُ فَأُذِنَ لَهُ أَنْ يُقِيمَ وَحْدَهُ مَعَ الْعَسْكَرِيِّ الَّذِي كَانَ يَحْرُسُهُ.
Ὅτε ; δὲ ἤλθομεν εἰς Ῥώμην, παρέδωκεν ὁ ; ἑκατόνταρχος τοὺς ; δεσμίους τῷ στρατοπεδάρχῃ δὲ τῷ ; Παύλῳ ἐπετράπη μένειν καθ᾽ ; ἑαυτὸν σὺν στρατιώτῃ.¶ τῷ φυλάσσοντι ; αὐτὸν
وَبَعْدَ ثَلاَثَةِ أَيَّامٍ اسْتَدْعَى بُولُسُ الَّذِينَ كَانُوا وُجُوهَ الْيَهُودِ. فَلَمَّا اجْتَمَعُوا قَالَ لَهُمْ: أَيُّهَا الرِّجَالُ الإِخْوَةُ، مَعَ أَنِّي لَمْ أَفْعَلْ شَيْئًا ضِدَّ الشَّعْبِ أَوْ عَوَائِدِ الآبَاءِ، أُسْلِمْتُ مُقَيَّدًا مِنْ أُورُشَلِيمَ إِلَى أَيْدِي الرُّومَانِيِّينَ،
Ἐγένετο ; δὲ ; μετὰ τρεῖς ἡμέρας συγκαλέσασθαι τὸν ; Παῦλον τοὺς ὄντας πρώτους· τῶν ; Ἰουδαίων δὲ συνελθόντων ἔλεγεν πρὸς ; αὐτούς· ἄνδρες ἀδελφοί, ἐγώ, οὐδὲν ; ποιήσας ἐναντίον τῷ ; λαῷ ἢ τοῖς ; ἔθεσιν τοῖς ; πατρῴοις, παρεδόθην δέσμιος ἐξ Ἱεροσολύμων εἰς τὰς ; χεῖρας τῶν ; Ῥωμαίων,
لِذلِكَ أَسْلَمَهُمُ اللهُ إِلَى أَهْوَاءِ الْهَوَانِ، لأَنَّ إِنَاثَهُمُ اسْتَبْدَلْنَ الاسْتِعْمَالَ الطَّبِيعِيَّ بِالَّذِي عَلَى خِلاَفِ الطَّبِيعَةِ،
Διὰ ; τοῦτο παρέδωκεν ὁ ; θεὸς εἰς πάθη ἀτιμίας· γὰρ θήλειαι ; αὐτῶν μετήλλαξαν τὴν ; χρῆσιν φυσικὴν εἰς ; τὴν παρὰ φύσιν,
الَّذِي أُسْلِمَ مِنْ أَجْلِ خَطَايَانَا وَأُقِيمَ لأَجْلِ تَبْرِيرِنَا.
ὃς παρεδόθη διὰ τὰ ; παραπτώματα ; ἡμῶν καὶ ; ἠγέρθη διὰ τὴν ; δικαίωσιν ; ἡμῶν.¶
فَشُكْراً ِللهِ، أَنَّكُمْ كُنْتُمْ عَبِيدًا لِلْخَطِيَّةِ، وَلكِنَّكُمْ أَطَعْتُمْ مِنَ الْقَلْبِ صُورَةَ التَّعْلِيمِ الَّتِي تَسَلَّمْتُمُوهَا.
χάρις ; δὲ τῷ ; θεῷ ὅτι ἦτε δοῦλοι τῆς ; ἁμαρτίας, δὲ ὑπηκούσατε ἐκ καρδίας τύπον διδαχῆς.¶ εἰς ; ὃν παρεδόθητε
أَنْ يُسَلَّمَ مِثْلُ هذَا لِلشَّيْطَانِ لِهَلاَكِ الْجَسَدِ، لِكَيْ تَخْلُصَ الرُّوحُ فِي يَوْمِ الرَّبِّ يَسُوعَ.
παραδοῦναι τὸν ; τοιοῦτον τῷ ; σατανᾷ εἰς ; ὄλεθρον τῆς ; σαρκός, ἵνα σωθῇ τὸ ; πνεῦμα ἐν τῇ ; ἡμέρᾳ τοῦ ; κυρίου Ἰησοῦ.¶
فَأَمْدَحُكُمْ أَيُّهَا الإِخْوَةُ عَلَى أَنَّكُمْ تَذْكُرُونَنِي فِي كُلِّ شَيْءٍ، وَتَحْفَظُونَ التَّعَالِيمَ كَمَا سَلَّمْتُهَا إِلَيْكُمْ.
Ἐπαινῶ ; δὲ ; ὑμᾶς ἀδελφοί ὅτι μέμνησθε, ; μου πάντα καὶ ; κατέχετε.¶ τὰς ; παραδόσεις καθὼς παρέδωκα ὑμῖν
لأَنَّنِي تَسَلَّمْتُ مِنَ الرَّبِّ مَا سَلَّمْتُكُمْ أَيْضًا: إِنَّ الرَّبَّ يَسُوعَ فِي اللَّيْلَةِ الَّتِي أُسْلِمَ فِيهَا، أَخَذَ خُبْزًا
ἐγὼ ; γὰρ παρέλαβον ἀπὸ τοῦ ; κυρίου ὃ παρέδωκα καὶ ὅτι ὁ ; κύριος Ἰησοῦς ἐν τῇ ; νυκτὶ ᾗ ; παρεδίδετο ἔλαβεν ἄρτον,