ك
إصحاح
G3755
G3756. ou
G3757
المعنى المختصر للكلمة
ou: the absolute negative (compare ) adverb
اللفظ الأصلي οὐ
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق ou (oo)
تكرار الورود في الكتاب 1412 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
1 the absolute negative (compare ) adverb
2 no or not
الإنجليزية — KJV Translation Tags
+ long nay neither never no (X man) none (can-)not + nothing + special un(-worthy) when + without + yet but

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

οὐκ (564×) οὐ (485×) καὶ ; οὐκ (123×) οὐχ (80×) καὶ ; οὐ (55×) καὶ ; οὐχ (16×) Οὐ (14×) Οὐκ (7×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (1412 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَأَمَّا إِلَى الثَّانِي فَرَئِيسُ الْكَهَنَةِ فَقَطْ مَرَّةً فِي السَّنَةِ، لَيْسَ بِلاَ دَمٍ يُقَدِّمُهُ عَنْ نَفْسِهِ وَعَنْ جَهَالاَتِ الشَّعْبِ،
δὲ εἰς τὴν ; δευτέραν ὁ ; ἀρχιερεὺς μόνος ἅπαξ τοῦ ; ἐνιαυτοῦ οὐ χωρὶς αἵματος ὃ ; προσφέρει ὑπὲρ ἑαυτοῦ καὶ ; τῶν ; ἀγνοημάτων· τοῦ ; λαοῦ
وَأَمَّا الْمَسِيحُ، وَهُوَ قَدْ جَاءَ رَئِيسَ كَهَنَةٍ لِلْخَيْرَاتِ الْعَتِيدَةِ، فَبِالْمَسْكَنِ الأَعْظَمِ وَالأَكْمَلِ، غَيْرِ الْمَصْنُوعِ بِيَدٍ، أَيِ الَّذِي لَيْسَ مِنْ هذِهِ الْخَلِيقَةِ،
δὲ Χριστὸς παραγενόμενος ἀρχιερεὺς τῶν ; ἀγαθῶν μελλόντων διὰ ; τῆς ; σκηνῆς μείζονος καὶ ; τελειοτέρας οὐ χειροποιήτου, τοῦτ᾽ ; ἔστιν οὐ ταύτης τῆς ; κτίσεως,
وَأَمَّا الْمَسِيحُ، وَهُوَ قَدْ جَاءَ رَئِيسَ كَهَنَةٍ لِلْخَيْرَاتِ الْعَتِيدَةِ، فَبِالْمَسْكَنِ الأَعْظَمِ وَالأَكْمَلِ، غَيْرِ الْمَصْنُوعِ بِيَدٍ، أَيِ الَّذِي لَيْسَ مِنْ هذِهِ الْخَلِيقَةِ،
δὲ Χριστὸς παραγενόμενος ἀρχιερεὺς τῶν ; ἀγαθῶν μελλόντων διὰ ; τῆς ; σκηνῆς μείζονος καὶ ; τελειοτέρας οὐ χειροποιήτου, τοῦτ᾽ ; ἔστιν οὐ ταύτης τῆς ; κτίσεως,
وَكُلُّ شَيْءٍ تَقْرِيبًا يَتَطَهَّرُ حَسَبَ النَّامُوسِ بِالدَّمِ، وَبِدُونِ سَفْكِ دَمٍ لاَ تَحْصُلُ مَغْفِرَةٌ.
καὶ ; πάντα σχεδὸν καθαρίζεται κατὰ τὸν ; νόμον ἐν ; αἵματι καὶ ; χωρὶς αἱματεκχυσίας οὐ γίνεται ἄφεσις.¶
لأَنَّ الْمَسِيحَ لَمْ يَدْخُلْ إِلَى أَقْدَاسٍ مَصْنُوعَةٍ بِيَدٍ أَشْبَاهِ الْحَقِيقِيَّةِ، بَلْ إِلَى السَّمَاءِ عَيْنِهَا، لِيَظْهَرَ الآنَ أَمَامَ وَجْهِ اللهِ لأَجْلِنَا.
γὰρ ὁ ; Χριστός, οὐ εἰσῆλθεν εἰς ἅγια χειροποίητα ἀντίτυπα τῶν ; ἀληθινῶν, ἀλλ᾽ εἰς τὸν ; οὐρανόν, αὐτὸν ἐμφανισθῆναι νῦν τῷ ; προσώπῳ τοῦ ; θεοῦ ὑπὲρ ; ἡμῶν·
لأَنَّ النَّامُوسَ، إِذْ لَهُ ظِلُّ الْخَيْرَاتِ الْعَتِيدَةِ لاَ نَفْسُ صُورَةِ الأَشْيَاءِ، لاَ يَقْدِرُ أَبَدًا بِنَفْسِ الذَّبَائِحِ كُلَّ سَنَةٍ، الَّتِي يُقَدِّمُونَهَا عَلَى الدَّوَامِ، أَنْ يُكَمِّلَ الَّذِينَ يَتَقَدَّمُونَ.
γὰρ ὁ ; νόμος ἔχων Σκιὰν τῶν ; ἀγαθῶν, μελλόντων οὐκ αὐτὴν τὴν ; εἰκόνα τῶν ; πραγμάτων, οὐδέποτε ; δύναται ταῖς ; αὐταῖς θυσίαις κατ᾽ ἐνιαυτὸν ἃς προσφέρουσιν εἰς τὸ ; διηνεκὲς τελειῶσαι· τοὺς προσερχομένους
لِذلِكَ عِنْدَ دُخُولِهِ إِلَى الْعَالَمِ يَقُولُ: ذَبِيحَةً وَقُرْبَانًا لَمْ تُرِدْ، وَلكِنْ هَيَّأْتَ لِي جَسَدًا.
Διὸ εἰσερχόμενος εἰς τὸν ; κόσμον λέγει· θυσίαν καὶ ; προσφορὰν οὐκ ἠθέλησας, δὲ κατηρτίσω μοι· σῶμα
بِمُحْرَقَاتٍ وَذَبَائِحَ لِلْخَطِيَّةِ لَمْ تُسَرَّ.
ὁλοκαυτώματα καὶ ; περὶ ; ἁμαρτίας οὐκ εὐδόκησας·
إِذْ يَقُولُ آنِفًا: إِنَّكَ ذَبِيحَةً وَقُرْبَانًا وَمُحْرَقَاتٍ وَذَبَائِحَ لِلْخَطِيَّةِ لَمْ تُرِدْ وَلاَ سُرِرْتَ بِهَا. الَّتِي تُقَدَّمُ حَسَبَ النَّامُوسِ.
λέγων ἀνώτερον ὅτι Θυσίαν καὶ ; προσφορὰν καὶ ; ὁλοκαυτώματα καὶ ; περὶ ; ἁμαρτίας οὐκ ἠθέλησας οὐδὲ εὐδόκησας, αἵτινες προσφέρονται, κατὰ τόν ; νόμον
لأَنَّهُ بَعْدَ قَلِيل جِدًّا سَيَأْتِي الآتِي وَلاَ يُبْطِئُ.
γὰρ ἔτι μικρὸν ὅσον ; ὅσον, ἥξει ὁ ; ἐρχόμενος καὶ ; οὐ χρονίσει.
أَمَّا الْبَارُّ فَبِالإِيمَانِ يَحْيَا، وَإِنِ ارْتَدَّ لاَ تُسَرُّ بِهِ نَفْسِي.
δὲ ὁ ; δίκαιός ἐκ ; πίστεως ζήσεται· καὶ ἐὰν ; ὑποστείληται, οὐκ εὐδοκεῖ ἐν ; αὐτῷ. ἡ ; ψυχή ; μου
وَأَمَّا الإِيمَانُ فَهُوَ الثِّقَةُ بِمَا يُرْجَى وَالإِيقَانُ بِأُمُورٍ لاَ تُرَى.
δὲ πίστις Ἔστιν ὑπόστασις, ἐλπιζομένων ἔλεγχος πραγμάτων οὐ βλεπομένων.
بِالإِيمَانِ نُقِلَ أَخْنُوخُ لِكَيْ لاَ يَرَى الْمَوْتَ، وَلَمْ يُوجَدْ لأَنَّ اللهَ نَقَلَهُ. إِذْ قَبْلَ نَقْلِهِ شُهِدَ لَهُ بِأَنَّهُ قَدْ أَرْضَى اللهَ.
Πίστει μετετέθη Ἑνὼχ τοῦ μὴ ἰδεῖν θάνατον καὶ ; οὐχ ηὑρίσκετο διότι ὁ ; θεός· μετέθηκεν ; αὐτὸν πρὸ τῆς ; μεταθέσεως ; αὐτοῦ μεμαρτύρηται εὐαρεστηκέναι τῷ ; θεῷ·
وَلكِنِ الآنَ يَبْتَغُونَ وَطَنًا أَفْضَلَ، أَيْ سَمَاوِيًّا. لِذلِكَ لاَ يَسْتَحِي بِهِمِ اللهُ أَنْ يُدْعَى إِلهَهُمْ، لأَنَّهُ أَعَدَّ لَهُمْ مَدِينَةً.
δὲ νυνὶ ὀρέγονται, κρείττονος τοῦτ᾽ ; ἔστιν ἐπουρανίου· διὸ οὐκ ἐπαισχύνεται αὐτοὺς ὁ ; θεὸς ἐπικαλεῖσθαι θεὸς ; αὐτῶν· γὰρ ἡτοίμασεν αὐτοῖς πόλιν.¶
بِالإِيمَانِ مُوسَى، بَعْدَمَا وُلِدَ، أَخْفَاهُ أَبَوَاهُ ثَلاَثَةَ أَشْهُرٍ، لأَنَّهُمَا رَأَيَا الصَّبِيَّ جَمِيلاً، وَلَمْ يَخْشَيَا أَمْرَ الْمَلِكِ.
Πίστει Μωϋσῆς γεννηθεὶς ἐκρύβη ὑπὸ ; τῶν ; πατέρων ; αὐτοῦ τρίμηνον διότι εἶδον τὸ ; παιδίον ἀστεῖον καὶ ; οὐκ ἐφοβήθησαν τὸ ; διάταγμα τοῦ ; βασιλέως.¶
بِالإِيمَانِ رَاحَابُ الزَّانِيَةُ لَمْ تَهْلِكْ مَعَ الْعُصَاةِ، إِذْ قَبِلَتِ الْجَاسُوسَيْنِ بِسَلاَمٍ.
Πίστει Ῥαὰβ ἡ ; πόρνη οὐ συναπώλετο τοῖς ; ἀπειθήσασιν δεξαμένη τοὺς ; κατασκόπους μετ᾽ ; εἰρήνης.¶
أَخَذَتْ نِسَاءٌ أَمْوَاتَهُنَّ بِقِيَامَةٍ. وَآخَرُونَ عُذِّبُوا وَلَمْ يَقْبَلُوا النَّجَاةَ لِكَيْ يَنَالُوا قِيَامَةً أَفْضَلَ.
ἔλαβον γυναῖκες τοὺς ; νεκροὺς ; αὐτῶν· ἐξ ; ἀναστάσεως ἄλλοι ; δὲ ἐτυμπανίσθησαν οὐ προσδεξάμενοι τὴν ; ἀπολύτρωσιν, ἵνα τύχωσιν· ἀναστάσεως κρείττονος
وَهُمْ لَمْ يَكُنِ الْعَالَمُ مُسْتَحِقًّا لَهُمْ. تَائِهِينَ فِي بَرَارِيَّ وَجِبَال وَمَغَايِرَ وَشُقُوقِ الأَرْضِ.
ὧν οὐκ ἦν ὁ ; κόσμος· ἄξιος πλανώμενοι ἐν; ἐρημίαις καὶ ; ὄρεσιν καὶ ; σπηλαίοις καὶ ; ταῖς ; ὀπαῖς γῆς.¶ ; τῆς
فَهؤُلاَءِ كُلُّهُمْ، مَشْهُودًا لَهُمْ بِالإِيمَانِ، لَمْ يَنَالُوا الْمَوْعِدَ،
Καὶ ; οὗτοι πάντες μαρτυρηθέντες διὰ ; τῆς ; πίστεως οὐκ ἐκομίσαντο τὴν ; ἐπαγγελίαν
إِنْ كُنْتُمْ تَحْتَمِلُونَ التَّأْدِيبَ يُعَامِلُكُمُ اللهُ كَالْبَنِينَ. فَأَيُّ ابْنٍ لاَ يُؤَدِّبُهُ أَبُوهُ.
εἰς ὑπομένετε, παιδείαν ὑμῖν ; προσφέρεται ὁ ; θεός· ὡς ; υἱοῖς τίς ; γὰρ ; ἐστιν υἱὸς ὃν ; οὐ παιδεύει πατήρ;
وَلكِنْ إِنْ كُنْتُمْ بِلاَ تَأْدِيبٍ، قَدْ صَارَ الْجَمِيعُ شُرَكَاءَ فِيهِ، فَأَنْتُمْ نُغُولٌ لاَ بَنُونَ.
δὲ εἰ ἐστε χωρίς παιδείας γεγόνασιν πάντες, μέτοχοι ἧς ἄρα ; ἐστε. νόθοι καὶ ; οὐχ υἱοί
ثُمَّ قَدْ كَانَ لَنَا آبَاءُ أَجْسَادِنَا مُؤَدِّبِينَ، وَكُنَّا نَهَابُهُمْ. أَفَلاَ نَخْضَعُ بِالأَوْلَى جِدًّا لأَبِي الأَرْوَاحِ، فَنَحْيَا.
εἶτα εἴχομεν πατέρας τῆς ; σαρκὸς ; ἡμῶν παιδευτὰς καὶ ; ἐνετρεπόμεθα· οὐ ὑποταγησόμεθα δὲ ; μᾶλλον πολλῷ τῷ ; πατρὶ τῶν ; πνευμάτων καὶ ; ζήσομεν;
وَلكِنَّ كُلَّ تَأْدِيبٍ فِي الْحَاضِرِ لاَ يُرَى أَنَّهُ لِلْفَرَحِ بَلْ لِلْحَزَنِ. وَأَمَّا أَخِيرًا فَيُعْطِي الَّذِينَ يَتَدَرَّبُونَ بِهِ ثَمَرَ بِرّ لِلسَّلاَمِ.
δὲ πᾶσα παιδεία παρὸν οὐ δοκεῖ χαρᾶς ; εἶναι ἀλλὰ λύπης, δὲ ὕστερον ἀποδίδωσιν γεγυμνασμένοις δι᾽ ; αὐτῆς καρπὸν δικαιοσύνης.¶ εἰρηνικὸν
فَإِنَّكُمْ تَعْلَمُونَ أَنَّهُ أَيْضًا بَعْدَ ذلِكَ، لَمَّا أَرَادَ أَنْ يَرِثَ الْبَرَكَةَ رُفِضَ، إِذْ لَمْ يَجِدْ لِلتَّوْبَةِ مَكَانًا، مَعَ أَنَّهُ طَلَبَهَا بِدُمُوعٍ.
γὰρ ἴστε ὅτι καὶ μετέπειτα θέλων κληρονομῆσαι τὴν ; εὐλογίαν ἀπεδοκιμάσθη· γὰρ οὐχ εὗρεν μετανοίας τόπον καίπερ ἐκζητήσας ; αὐτήν.¶ μετὰ ; δακρύων
لأَنَّكُمْ لَمْ تَأْتُوا إِلَى جَبَل مَلْمُوسٍ مُضْطَرِمٍ بِالنَّارِ، وَإِلَى ضَبَابٍ وَظَلاَمٍ وَزَوْبَعَةٍ،
γὰρ Οὐ προσεληλύθατε ὄρει ψηλαφωμένῳ καὶ ; κεκαυμένῳ πυρὶ καὶ ; γνόφῳ καὶ ; σκότῳ καὶ ; θυέλλῃ
لأَنَّهُمْ لَمْ يَحْتَمِلُوا مَا أُمِرَ بِهِ: وَإِنْ مَسَّتِ الْجَبَلَ بَهِيمَةٌ، تُرْجَمُ أَوْ تُرْمَى بِسَهْمٍ.
γὰρ οὐκ ἔφερον τὸ διαστελλόμενον· κἂν θίγῃ τοῦ ; ὄρους, θηρίον λιθοβοληθήσεται ἢ βολίδι κατατοξευθήσεται,
اُنْظُرُوا أَنْ لاَ تَسْتَعْفُوا مِنَ الْمُتَكَلِّمِ. لأَنَّهُ إِنْ كَانَ أُولئِكَ لَمْ يَنْجُوا إِذِ اسْتَعْفَوْا مِنَ الْمُتَكَلِّمِ عَلَى الأَرْضِ، فَبِالأَوْلَى جِدًّا نَحْنُ الْمُرْتَدِّينَ عَنِ الَّذِي مِنَ السَّمَاءِ.
Βλέπετε μὴ παραιτήσησθε τὸν ; λαλοῦντα· γὰρ εἰ ἐκεῖνοι οὐκ ἔφυγον παραιτησάμενοι τὸν ; χρηματίζοντα, ἐπὶ τῆς ; γῆς μᾶλλον πολλῷ ἡμεῖς οἱ ; ἀποστρεφόμενοι, τὸν ἀπ᾽ οὐρανῶν
الَّذِي صَوْتُهُ زَعْزَعَ الأَرْضَ حِينَئِذٍ، وَأَمَّا الآنَ فَقَدْ وَعَدَ قَائِلاً: إِنِّي مَرَّةً أَيْضًا أُزَلْزِلُ لاَ الأَرْضَ فَقَطْ بَلِ السَّمَاءَ أَيْضًا.
οὗ ἡ ; φωνὴ ἐσάλευσεν τὴν ; γῆν τότε, δὲ νῦν ἐπήγγελται λέγων· ἐγὼ ἅπαξ ἔτι σείω οὐ τὴν ; γῆν μόνον ἀλλὰ τὸν ; οὐρανόν. καὶ
حَتَّى إِنَّنَا نَقُولُ وَاثِقِينَ: الرَّبُّ مُعِينٌ لِي فَلاَ أَخَافُ. مَاذَا يَصْنَعُ بِي إِنْسَانٌ.
ὥστε ἡμᾶς λέγειν· θαρροῦντας κύριος βοηθός, ἐμοὶ καὶ ; οὐ φοβηθήσομαι· τί ποιήσει μοι ἄνθρωπος;
لاَ تُسَاقُوا بِتَعَالِيمَ مُتَنَوِّعَةٍ وَغَرِيبَةٍ، لأَنَّهُ حَسَنٌ أَنْ يُثَبَّتَ الْقَلْبُ بِالنِّعْمَةِ، لاَ بِأَطْعِمَةٍ لَمْ يَنْتَفِعْ بِهَا الَّذِينَ تَعَاطَوْهَا.
μὴ περιφέρεσθε διδαχαῖς ποικίλαις καὶ ; ξέναις γὰρ καλὸν βεβαιοῦσθαι τὴν ; καρδίαν χάριτι οὐ βρώμασιν οὐκ ὠφελήθησαν ἐν ; οἷς οἱ περιπατήσαντες