ك
إصحاح
G3570
G3571. nýx
G3572
المعنى المختصر للكلمة
nýx: "night" (literally or figuratively)
اللفظ الأصلي νύξ
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق nýx (noox)
تكرار الورود في الكتاب 64 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها

a primary word;

المعنى والشرح المفصل

"night" (literally or figuratively)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
(mid-)night

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

νυκτὸς (18×) τῇ ; νυκτὶ (9×) νύκτα (5×) τῆς ; νυκτὸς (4×) καὶ ; νυκτὸς (4×) νὺξ (3×) νυκτὶ (3×) διὰ ; τῆς ; νυκτὸς (2×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (64 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَقَامَ وَأَخَذَ الصَّبِيَّ وَأُمَّهُ لَيْلاً وَانْصَرَفَ إِلَى مِصْرَ.
δὲ ; ἐγερθεὶς παρέλαβεν τὸ ; παιδίον καὶ ; τὴν ; μητέρα ; αὐτοῦ νυκτὸς καὶ ; ἀνεχώρησεν εἰς Αἴγυπτον,
فَبَعْدَ مَا صَامَ أَرْبَعِينَ نَهَارًا وَأَرْبَعِينَ لَيْلَةً، جَاعَ أَخِيرًا.
καὶ ; νηστεύσας τεσσεράκοντα ἡμέρας καὶ ; τεσσεράκοντα νύκτας ἐπείνασεν. ὕστερον
متى 12: 40 Mat.12.40
لأَنَّهُ كَمَا كَانَ يُونَانُ فِي بَطْنِ الْحُوتِ ثَلاَثَةَ أَيَّامٍ وَثَلاَثَ لَيَال، هكَذَا يَكُونُ ابْنُ الإِنْسَانِ فِي قَلْب الأَرْضِ ثَلاَثَةَ أَيَّامٍ وَثَلاَثَ لَيَال.
γὰρ ὥσπερ ἦν Ἰωνᾶς ἐν τῇ ; κοιλίᾳ τοῦ ; κήτους τρεῖς ἡμέρας καὶ ; τρεῖς νύκτας, οὕτως ἔσται ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου ἐν τῇ ; καρδίᾳ τῆς ; γῆς τρεῖς ἡμέρας καὶ ; τρεῖς νύκτας.¶
متى 12: 40 Mat.12.40
لأَنَّهُ كَمَا كَانَ يُونَانُ فِي بَطْنِ الْحُوتِ ثَلاَثَةَ أَيَّامٍ وَثَلاَثَ لَيَال، هكَذَا يَكُونُ ابْنُ الإِنْسَانِ فِي قَلْب الأَرْضِ ثَلاَثَةَ أَيَّامٍ وَثَلاَثَ لَيَال.
γὰρ ὥσπερ ἦν Ἰωνᾶς ἐν τῇ ; κοιλίᾳ τοῦ ; κήτους τρεῖς ἡμέρας καὶ ; τρεῖς νύκτας, οὕτως ἔσται ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου ἐν τῇ ; καρδίᾳ τῆς ; γῆς τρεῖς ἡμέρας καὶ ; τρεῖς νύκτας.¶
فَفِي نِصْفِ اللَّيْلِ صَارَ صُرَاخٌ: هُوَذَا الْعَرِيسُ مُقْبِلٌ، فَاخْرُجْنَ لِلِقَائِهِ.
Μέσης ; δὲ νυκτὸς γέγονεν· κραυγὴ ἰδοὺ ὁ ; νυμφίος ἔρχεται, ἐξέρχεσθε εἰς ; ἀπάντησιν ; αὐτοῦ.
متى 26: 31 Mat.26.31
حِينَئِذٍ قَالَ لَهُمْ يَسُوعُ: كُلُّكُمْ تَشُكُّونَ فِيَّ فِي هذِهِ اللَّيْلَةِ، لأَنَّهُ مَكْتُوبٌ: أَنِّي أَضْرِبُ الرَّاعِيَ فَتَتَبَدَّدُ خِرَافُ الرَّعِيَّةِ.
Τότε λέγει αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς· πάντες ; ὑμεῖς σκανδαλισθήσεσθε ἐν ; ἐμοὶ ἐν ταύτῃ· τῇ ; νυκτὶ γάρ· γέγραπται πατάξω τὸν ; ποιμένα, καὶ ; διασκορπισθήσεται τὰ ; πρόβατα τῆς ; ποίμνης.
متى 26: 34 Mat.26.34
قَالَ لَهُ يَسُوعُ: الْحَقَّ أَقُولُ لَكَ: إِنَّكَ فِي هذِهِ اللَّيْلَةِ قَبْلَ أَنْ يَصِيحَ دِيكٌ تُنْكِرُني ثَلاَثَ مَرَّاتٍ.
Ἔφη αὐτῷ Ἰησοῦς· ; ὁ ἀμὴν λέγω σοι ὅτι ἐν ταύτῃ τῇ ; νυκτὶ πρὶν φωνῆσαι ἀλέκτορα ἀπαρνήσῃ ; με.¶ τρὶς
متى 27: 64 Mat.27.64
فَمُرْ بِضَبْطِ الْقَبْرِ إِلَى الْيَوْمِ الثَّالِثِ، لِئَلاَّ يَأْتِيَ تَلاَمِيذُهُ لَيْلاً وَيَسْرِقُوهُ، وَيَقُولُوا لِلشَّعْبِ: إِنَّهُ قَامَ مِنَ الأَمْوَاتِ، فَتَكُونَ الضَّلاَلَةُ الأَخِيرَةُ أَشَرَّ مِنَ الأُولَى.
κέλευσον ; οὖν ἀσφαλισθῆναι τὸν ; τάφον ἕως τῆς ; ἡμέρας, τρίτης μήποτε ἐλθόντες οἱ ; μαθηταὶ ; αὐτοῦ νυκτὸς κλέψωσιν ; αὐτὸν εἴπωσιν ; καὶ τῷ ; λαῷ· ἠγέρθη ἀπὸ τῶν ; νεκρῶν. καὶ ; ἔσται πλάνη ; ἡ ἐσχάτη χείρων τῆς πρώτης.¶
متى 28: 13 Mat.28.13
قَائِلِينَ: قُولُوا إِنَّ تَلاَمِيذَهُ أَتَوْا لَيْلاً وَسَرَقُوهُ وَنَحْنُ نِيَامٌ.
λέγοντες· εἴπατε ὅτι οἱ ; μαθηταὶ ; αὐτοῦ ἐλθόντες νυκτὸς ἔκλεψαν ; αὐτὸν ἡμῶν ; κοιμωμένων.
وَيَنَامُ وَيَقُومُ لَيْلاً وَنَهَارًا، وَالْبِذَارُ يَطْلُعُ وَيَنْمُو، وَهُوَ لاَ يَعْلَمُ كَيْفَ،
καὶ ; καθεύδῃ καὶ ; ἐγείρηται νύκτα καὶ ; ἡμέραν, καὶ ; ὁ ; σπόρος βλαστᾷ καὶ ; μηκύνηται αὐτός. οὐκ οἶδεν ὡς
وَكَانَ دَائِمًا لَيْلاً وَنَهَارًا فِي الْجِبَالِ وَفِي الْقُبُورِ، يَصِيحُ وَيُجَرِّحُ نَفْسَهُ بِالْحِجَارَةِ.
διὰ ; καὶ διαπαντός νυκτὸς καὶ ; ἡμέρας ἐν τοῖς ; ὄρεσιν ἐν τοῖς ; μνήμασιν ἦν ; κράζων καὶ ; κατακόπτων ἑαυτὸν λίθοις.¶
وَرَآهُمْ مُعَذَّبِينَ فِي الْجَذْفِ، لأَنَّ الرِّيحَ كَانَتْ ضِدَّهُمْ. وَنَحْوَ الْهَزِيعِ الرَّابِعِ مِنَ اللَّيْلِ أَتَاهُمْ مَاشِيًا عَلَى الْبَحْرِ، وَأَرَادَ أَنْ يَتَجَاوَزَهُمْ.
καὶ ; εἶδεν; αὐτοὺς βασανιζομένους ἐν τῷ ; ἐλαύνειν, γὰρ ὁ ; ἄνεμος ἦν ἐναντίος ; αὐτοῖς, περὶ ; καὶ φυλακὴν τετάρτην τῆς νυκτὸς ἔρχεται ; πρὸς ; αὐτοὺς περιπατῶν ἐπὶ τῆς ; θαλάσσης καὶ ; ἤθελεν παρελθεῖν ; αὐτούς.¶
وَقَالَ لَهُمْ يَسُوعُ: إِنَّ كُلَّكُمْ تَشُكُّونَ فِيَّ فِي اللَّيْلَةِ، لأَنَّهُ مَكْتُوبٌ: أَنِّي أَضْرِبُ الرَّاعِيَ فَتَتَبَدَّدُ الْخِرَافُ.
Καὶ ; λέγει αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς ὅτι πάντες σκανδαλισθήσεσθε ἐν ; ἐμοὶ ἐν τῇ ; νυκτὶ ταύτῃ, ; ὅτι γέγραπται· πατάξω τὸν ; ποιμένα, καὶ ; διασκορπισθήσεται τὰ ; πρόβατα
فَقَالَ لَهُ يَسُوعُ: الْحَقَّ أَقُولُ لَكَ: إِنَّكَ الْيَوْمَ فِي هذِهِ اللَّيْلَةِ، قَبْلَ أَنْ يَصِيحَ الدِّيكُ مَرَّتَيْنِ، تُنْكِرُنِي ثَلاَثَ مَرَّاتٍ.
Καὶ ; λέγει αὐτῷ ὁ ; Ἰησοῦς· ἀμὴν λέγω σοι ὅτι σήμερον ἐν ταύτῃ τῇ ; νυκτὶ πρὶν ; ἢ φωνῆσαι ἀλέκτορα δὶς με ; ἀπαρνήσῃ. τρίς
وَكَانَ فِي تِلْكَ الْكُورَةِ رُعَاةٌ مُتَبَدِّينَ يَحْرُسُونَ حِرَاسَاتِ اللَّيْلِ عَلَى رَعِيَّتِهِمْ،
Καὶ ; ἦσαν ἐν τῇ ; αὐτῇ τῇ ; χώρᾳ ποιμένες ἀγραυλοῦντες καὶ ; φυλάσσοντες φυλακὰς τῆς ; νυκτὸς ἐπὶ τὴν ; ποίμνην ; αὐτῶν.
وَهِيَ أَرْمَلَةٌ نَحْوَ أَرْبَعٍ وَثَمَانِينَ سَنَةً، لاَ تُفَارِقُ الْهَيْكَلَ، عَابِدَةً بِأَصْوَامٍ وَطَلِبَاتٍ لَيْلاً وَنَهَارًا.
καὶ ; αὐτὴ χήρα ὡς τεσσάρων ὀγδοήκοντα ἐτῶν ἣ ; οὐκ ἀφίστατο ἀπὸ ; τοῦ ; ἱεροῦ λατρεύουσα νηστείαις καὶ ; δεήσεσιν νύκτα καὶ ; ἡμέραν·
فَأَجَابَ سِمْعَانُ وَقَالَ لَهُ: يَا مُعَلِّمُ، قَدْ تَعِبْنَا اللَّيْلَ كُلَّهُ وَلَمْ نَأْخُذْ شَيْئًا. وَلكِنْ عَلَى كَلِمَتِكَ أُلْقِي الشَّبَكَةَ.
καὶ ; ἀποκριθεὶς ὁ ; Σίμων εἶπεν αὐτῷ· ἐπιστάτα, κοπιάσαντες δι᾽ ; τῆς ; νυκτὸς ὅλης οὐδὲν ; ἐλάβομεν, δὲ ἐπὶ τῷ ; ῥήματί ; σου χαλάσω τὸ; δίκτυον
فَقَالَ لَهُ اللهُ: يَا غَبِيُّ. هذِهِ اللَّيْلَةَ تُطْلَبُ نَفْسُكَ مِنْكَ، فَهذِهِ الَّتِي أَعْدَدْتَهَا لِمَنْ تَكُونُ.
εἶπεν ; δὲ αὐτῷ ὁ ; θεός· ἄφρων, ταύτῃ τῇ ; νυκτὶ ἀπαιτοῦσιν τὴν ; ψυχήν ; σου ἀπὸ ; σοῦ. ἃ ; δὲ ἡτοίμασας, τίνι ἔσται;
أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّهُ فِي تِلْكَ اللَّيْلَةِ يَكُونُ اثْنَانِ عَلَى فِرَاشٍ وَاحِدٍ، فَيُؤْخَذُ الْوَاحِدُ وَيُتْرَكُ الآخَرُ.
Λέγω ὑμῖν· ταύτῃ τῇ ; νυκτὶ ἔσονται δύο ἐπὶ κλίνης μιᾶς· παραλημφθήσεται, ὁ ; εἷς καὶ ; ἀφεθήσεται. ὁ ; ἕτερος
أَفَلاَ يُنْصِفُ اللهُ مُخْتَارِيهِ، الصَّارِخِينَ إِلَيْهِ نَهَارًا وَلَيْلاً، وَهُوَ مُتَمَهِّلٌ عَلَيْهِمْ.
δὲ ; οὐ ; μὴ ποιήσει; τὴν ; ἐκδίκησιν ὁ ; θεὸς τῶν ; ἐκλεκτῶν ; αὐτοῦ τῶν ; βοώντων πρὸς ; αὐτὸν ἡμέρας καὶ ; νυκτός, καὶ μακροθυμῶν ἐπ᾽ ; αὐτοῖς;
وَكَانَ فِي النَّهَارِ يُعَلِّمُ فِي الْهَيْكَلِ، وَفِي اللَّيْلِ يَخْرُجُ وَيَبِيتُ فِي الْجَبَلِ الَّذِي يُدْعَى جَبَلَ الزَّيْتُونِ.
Ἦν ; δὲ τὰς ; ἡμέρας διδάσκων. ἐν τῷ ; ἱερῷ δὲ τὰς ; νύκτας ἐξερχόμενος ηὐλίζετο εἰς τὸ ; ὄρος τὸ καλούμενον Ἐλαιῶν.
هذَا جَاءَ إِلَى يَسُوعَ لَيْلاً وَقَالَ لَهُ: يَا مُعَلِّمُ، نَعْلَمُ أَنَّكَ قَدْ أَتَيْتَ مِنَ اللهِ مُعَلِّمًا، لأَنْ لَيْسَ أَحَدٌ يَقْدِرُ أَنْ يَعْمَلَ هذِهِ الآيَاتِ الَّتِي أَنْتَ تَعْمَلُ إِنْ لَمْ يَكُنِ اللهُ مَعَهُ.
οὗτος ἦλθεν πρὸς τὸν ; Ἰησοῦν νυκτὸς καὶ ; εἶπεν αὐτῷ· ῥαββί, οἴδαμεν ὅτι ἐλήλυθας ἀπὸ θεοῦ διδάσκαλος· γὰρ οὐδεὶς δύναται ποιεῖν ταῦτα τὰ ; σημεῖα ἃ σὺ ποιεῖς, ἐὰν μὴ ᾖ ὁ ; θεὸς μετ᾽ ; αὐτοῦ.¶
قَالَ لَهُمْ نِيقُودِيمُوسُ، الَّذِي جَاءَ إِلَيْهِ لَيْلاً، وَهُوَ وَاحِدٌ مِنْهُمْ:
λέγει πρὸς ; αὐτούς, Νικόδημος ὁ ἐλθὼν πρὸς ; αὐτὸν νυκτὸς ὢν εἷς ἐξ ; αὐτῶν·
يَنْبَغِي أَنْ أَعْمَلَ أَعْمَالَ الَّذِي أَرْسَلَنِي مَا دَامَ نَهَارٌ. يَأْتِي لَيْلٌ حِينَ يَسْتَطِيعُ أَحَدٌ أَنْ يَعْمَلَ.
δεῖ Ἐμὲ; ἐργάζεσθαι τὰ ; ἔργα τοῦ πέμψαντός ; με ἕως ; ἐστίν· ἡμέρα ἔρχεται νύξ, ὅτε δύναται οὐδεὶς ἐργάζεσθαι.
وَلكِنْ إِنْ كَانَ أَحَدٌ يَمْشِي فِي اللَّيْلِ يَعْثُرُ، لأَنَّ النُّورَ لَيْسَ فِيهِ.
δέ ἐὰν τις περιπατῇ ἐν τῇ ; νυκτί, προσκόπτει, ὅτι τὸ ; φῶς οὐκ ; ἔστιν ἐν ; αὐτῷ.
فَذَاكَ لَمَّا أَخَذَ اللُّقْمَةَ خَرَجَ لِلْوَقْتِ. وَكَانَ لَيْلاً.
οὖν ; ἐκεῖνος λαβὼν τὸ ; ψωμίον ἐξῆλθεν εὐθύς· ἦν ; δὲ νύξ.¶
وَجَاءَ أَيْضًا نِيقُودِيمُوسُ، الَّذِي أَتَى أَوَّلاً إِلَى يَسُوعَ لَيْلاً، وَهُوَ حَامِلٌ مَزِيجَ مُرّ وَعُودٍ نَحْوَ مِئَةِ مَنًا.
ἦλθεν ; δὲ καὶ Νικόδημος ὁ ἐλθὼν τὸ ; πρῶτον πρὸς τὸν ; Ἰησοῦν νυκτὸς φέρων μίγμα σμύρνης καὶ ; ἀλόης ὡσεὶ ἑκατόν.¶ λίτρας
قَالَ لَهُمْ سِمْعَانُ بُطْرُسُ: أَنَا أَذْهَبُ لأَتَصَيَّدَ. قَالُوا لَهُ: نَذْهَبُ نَحْنُ أَيْضًا مَعَكَ. فَخَرَجُوا وَدَخَلُوا السَّفِينَةَ لِلْوَقْتِ. وَفِي تِلْكَ اللَّيْلَةِ لَمْ يُمْسِكُوا شَيْئًا.
λέγει αὐτοῖς Σίμων Πέτρος· ὑπάγω ἁλιεύειν. λέγουσιν αὐτῷ· ἐρχόμεθα ἡμεῖς καὶ σὺν ; σοί. ἐξῆλθον ; καὶ ἀνέβησαν εἰς ; τὸ ; πλοῖον εὐθύς, ; καὶ ἐν ἐκείνῃ τῇ ; νυκτὶ ἐπίασαν ; οὐδέν.
وَلكِنَّ مَلاَكَ الرَّبِّ فِي اللَّيْلِ فَتَحَ أَبْوَابَ السِّجْنِ وَأَخْرَجَهُمْ وَقَالَ:
δὲ Ἄγγελος κυρίου διὰ τῆς ; νυκτὸς ἤνοιξε τὰς ; θύρας τῆς ; φυλακῆς, ἐξαγαγών ; τε ; αὐτοὺς εἶπεν·
فَعَلِمَ شَاوُلُ بِمَكِيدَتِهِمْ. وَكَانُوا يُرَاقِبُونَ الأَبْوَابَ أَيْضًا نَهَارًا وَلَيْلاً لِيَقْتُلُوهُ.
ἐγνώσθη ; δὲ τῷ ; Σαύλῳ ἡ ; ἐπιβουλὴ ; αὐτῶν. Παρετήρουν; τε τὰς ; πύλας καὶ ἡμέρας τε ; καὶ ; νυκτός, ὅπως ; αὐτὸν ; ἀνέλωσιν·