ك
إصحاح
G3164
G3165.
G3166
المعنى المختصر للكلمة
mé: me
اللفظ الأصلي μέ
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق (meh)
تكرار الورود في الكتاب 1727 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

me

الإنجليزية — KJV Translation Tags
I me my

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἡμεῖς (86×) μοι (84×) ἡμῖν (54×) τοῦ ; κυρίου ; ἡμῶν (44×) μοι· (25×) ἡμῶν (23×) με (18×) ἡμᾶς (14×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (1727 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَقَالُوا لَهُ: أَيْنَ هُوَ أَبُوكَ. أَجَابَ يَسُوعُ: لَسْتُمْ تَعْرِفُونَنِي أَنَا وَلاَ أَبِي. لَوْ عَرَفْتُمُونِي لَعَرَفْتُمْ أَبِي أَيْضًا.
ἔλεγον ; οὖν αὐτῷ· ποῦ ἐστιν ὁ ; πατήρ ; σου;¶ Ἀπεκρίθη ὁ ; Ἰησοῦς· οὔτε οἴδατε ἐμὲ οὔτε τὸν ; πατέρα ; μου. εἰ ἐμὲ ; ᾔδειτε ἂν ; ᾔδειτε. τὸν ; πατέρα ; μου καὶ
فَقَالُوا لَهُ: أَيْنَ هُوَ أَبُوكَ. أَجَابَ يَسُوعُ: لَسْتُمْ تَعْرِفُونَنِي أَنَا وَلاَ أَبِي. لَوْ عَرَفْتُمُونِي لَعَرَفْتُمْ أَبِي أَيْضًا.
ἔλεγον ; οὖν αὐτῷ· ποῦ ἐστιν ὁ ; πατήρ ; σου;¶ Ἀπεκρίθη ὁ ; Ἰησοῦς· οὔτε οἴδατε ἐμὲ οὔτε τὸν ; πατέρα ; μου. εἰ ἐμὲ ; ᾔδειτε ἂν ; ᾔδειτε. τὸν ; πατέρα ; μου καὶ
قَالَ لَهُمْ يَسُوعُ أَيْضًا: أَنَا أَمْضِي وَسَتَطْلُبُونَنِي، وَتَمُوتُونَ فِي خَطِيَّتِكُمْ. حَيْثُ أَمْضِي أَنَا لاَ تَقْدِرُونَ أَنْتُمْ أَنْ تَأْتُوا
Εἶπεν ; οὖν αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς· πάλιν ἐγὼ ὑπάγω, καὶ ; ζητήσετέ ; με καὶ ; ἀποθανεῖσθε· ἐν τῇ ; ἁμαρτίᾳ ; ὑμῶν ὅπου ὑπάγω ἐγὼ οὐ δύνασθε ὑμεῖς ἐλθεῖν.
إِنَّ لِي أَشْيَاءَ كَثِيرَةً أَتَكَلَّمُ وَأَحْكُمُ بِهَا مِنْ نَحْوِكُمْ، لكِنَّ الَّذِي أَرْسَلَنِي هُوَ حَقٌّ. وَأَنَا مَا سَمِعْتُهُ مِنْهُ، فَهذَا أَقُولُهُ لِلْعَالَمِ.
ἔχω πολλὰ λαλεῖν καὶ ; κρίνειν· περὶ ; ὑμῶν ἀλλ᾽ ὁ πέμψας ; με ἐστιν, ἀληθής κἀγὼ ἃ ἤκουσα παρ᾽ ; αὐτοῦ, ταῦτα λέγω εἰς ; τὸν ; κόσμον.
فَقَالَ لَهُمْ يَسُوعُ: مَتَى رَفَعْتُمُ ابْنَ الإِنْسَانِ، فَحِينَئِذٍ تَفْهَمُونَ أَنِّي أَنَا هُوَ، وَلَسْتُ أَفْعَلُ شَيْئًا مِنْ نَفْسِي، بَلْ أَتَكَلَّمُ بِهذَا كَمَا عَلَّمَنِي أَبِي.
εἶπεν ; οὖν αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς· ὅταν ὑψώσητε τὸν ; υἱὸν τοῦ ; ἀνθρώπου, τότε γνώσεσθε ὅτι ; ἐγώ εἰμι, καὶ ; ποιῶ ; οὐδέν, ἀπ᾽ ἐμαυτοῦ ἀλλὰ λαλῶ. ταῦτα καθὼς ἐδίδαξέν ; με ὁ ; πατὴρ ; μου,
فَقَالَ لَهُمْ يَسُوعُ: مَتَى رَفَعْتُمُ ابْنَ الإِنْسَانِ، فَحِينَئِذٍ تَفْهَمُونَ أَنِّي أَنَا هُوَ، وَلَسْتُ أَفْعَلُ شَيْئًا مِنْ نَفْسِي، بَلْ أَتَكَلَّمُ بِهذَا كَمَا عَلَّمَنِي أَبِي.
εἶπεν ; οὖν αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς· ὅταν ὑψώσητε τὸν ; υἱὸν τοῦ ; ἀνθρώπου, τότε γνώσεσθε ὅτι ; ἐγώ εἰμι, καὶ ; ποιῶ ; οὐδέν, ἀπ᾽ ἐμαυτοῦ ἀλλὰ λαλῶ. ταῦτα καθὼς ἐδίδαξέν ; με ὁ ; πατὴρ ; μου,
وَالَّذِي أَرْسَلَنِي هُوَ مَعِي، وَلَمْ يَتْرُكْنِي الآبُ وَحْدِي، لأَنِّي فِي كُلِّ حِينٍ أَفْعَلُ مَا يُرْضِيهِ.
καὶ ; ὁ πέμψας ; με ἐστιν· μετ᾽ ; ἐμοῦ οὐκ ἀφῆκέν ; με ὁ ; πατήρ, μόνον ὅτι ; ἐγὼ πάντοτε. ποιῶ τὰ ; αὐτῷ ; ἀρεστὰ
وَالَّذِي أَرْسَلَنِي هُوَ مَعِي، وَلَمْ يَتْرُكْنِي الآبُ وَحْدِي، لأَنِّي فِي كُلِّ حِينٍ أَفْعَلُ مَا يُرْضِيهِ.
καὶ ; ὁ πέμψας ; με ἐστιν· μετ᾽ ; ἐμοῦ οὐκ ἀφῆκέν ; με ὁ ; πατήρ, μόνον ὅτι ; ἐγὼ πάντοτε. ποιῶ τὰ ; αὐτῷ ; ἀρεστὰ
فَقَالَ يَسُوعُ لِلْيَهُودِ الَّذِينَ آمَنُوا بِهِ: إِنَّكُمْ إِنْ ثَبَتُّمْ فِي كَلاَمِي فَبِالْحَقِيقَةِ تَكُونُونَ تَلاَمِيذِي،
Ἔλεγεν ; οὖν ὁ ; Ἰησοῦς Ἰουδαίους· ; πρὸς τοὺς ; πεπιστευκότας αὐτῷ ὑμεῖς ἐὰν μείνητε ἐν τῷ ; λόγῳ ; τῷ ; ἐμῷ, ἀληθῶς ἐστε, μαθηταί ; μού
أَنَا أَتَكَلَّمُ بِمَا رَأَيْتُ عِنْدَ أَبِي، وَأَنْتُمْ تَعْمَلُونَ مَا رَأَيْتُمْ عِنْدَ أَبِيكُمْ.
ἐγὼ λαλῶ· ὃ ἑώρακα παρὰ τῷ ; πατρὶ ; μου καὶ ; ὑμεῖς ποιεῖτε.¶ ὃ ἑωράκατε παρὰ τῷ; πατρὶ; ὑμῶν
أَجَابُوا وَقَالُوا لَهُ: أَبُونَا هُوَ إِبْرَاهِيمُ. قَالَ لَهُمْ يَسُوعُ: لَوْ كُنْتُمْ أَوْلاَدَ إِبْرَاهِيمَ، لَكُنْتُمْ تَعْمَلُونَ أَعْمَالَ إِبْرَاهِيمَ.
Ἀπεκρίθησαν καὶ ; εἶπαν αὐτῷ· ὁ ; πατὴρ ; ἡμῶν ἐστιν. Ἀβραάμ λέγει αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς· εἰ ἦτε τέκνα τοῦ ; Ἀβραάμ ἄν. ἐποιεῖτε τὰ ; ἔργα τοῦ ; Ἀβραὰμ
أَنْتُمْ تَعْمَلُونَ أَعْمَالَ أَبِيكُمْ. فَقَالُوا لَهُ: إِنَّنَا لَمْ نُولَدْ مِنْ زِنًا. لَنَا أَبٌ وَاحِدٌ وَهُوَ اللهُ.
ὑμεῖς ποιεῖτε τὰ ; ἔργα τοῦ ; πατρὸς ; ὑμῶν. εἶπαν ; οὖν αὐτῷ· ἡμεῖς οὐ γεγεννήμεθα· ἐκ πορνείας ἔχομεν πατέρα ἕνα τὸν θεόν.¶
وَأَمَّا أَنَا فَلأَنِّي أَقُولُ الْحَقَّ لَسْتُمْ تُؤْمِنُونَ بِي.
δὲ ἐγὼ ὅτι λέγω, τὴν ; ἀλήθειαν οὐ πιστεύετέ μοι.
مَنْ مِنْكُمْ يُبَكِّتُنِي عَلَى خَطِيَّةٍ. فَإِنْ كُنْتُ أَقُولُ الْحَقَّ، فَلِمَاذَا لَسْتُمْ تُؤْمِنُونَ بِي.
τίς ἐξ ; ὑμῶν ἐλέγχει ; με περὶ ἁμαρτίας; εἰ ; δὲ λέγω, ἀλήθειαν διὰ ; τί οὐ ὑμεῖς ; πιστεύετέ μοι;
مَنْ مِنْكُمْ يُبَكِّتُنِي عَلَى خَطِيَّةٍ. فَإِنْ كُنْتُ أَقُولُ الْحَقَّ، فَلِمَاذَا لَسْتُمْ تُؤْمِنُونَ بِي.
τίς ἐξ ; ὑμῶν ἐλέγχει ; με περὶ ἁμαρτίας; εἰ ; δὲ λέγω, ἀλήθειαν διὰ ; τί οὐ ὑμεῖς ; πιστεύετέ μοι;
فَأَجَاب الْيَهُودُ وَقَالُوا لَهُ: أَلَسْنَا نَقُولُ حَسَنًا: إِنَّكَ سَامِرِيٌّ وَبِكَ شَيْطَانٌ.
Ἀπεκρίθησαν ; οὖν οἱ ; Ἰουδαῖοι καὶ ; εἶπαν αὐτῷ· οὐ λέγομεν ; ἡμεῖς καλῶς εἶ ; σὺ Σαμαρίτης καὶ ; ἔχεις;¶ δαιμόνιον
أَجَابَ يَسُوعُ: أَنَا لَيْسَ بِي شَيْطَانٌ، لكِنِّي أُكْرِمُ أَبِي وَأَنْتُمْ تُهِينُونَنِي.
Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς· ἐγὼ οὐκ ἔχω, δαιμόνιον ἀλλὰ τιμῶ τὸν ; πατέρα ; μου, καὶ ; ὑμεῖς ἀτιμάζετέ ; με.
أَجَابَ يَسُوعُ: أَنَا لَيْسَ بِي شَيْطَانٌ، لكِنِّي أُكْرِمُ أَبِي وَأَنْتُمْ تُهِينُونَنِي.
Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς· ἐγὼ οὐκ ἔχω, δαιμόνιον ἀλλὰ τιμῶ τὸν ; πατέρα ; μου, καὶ ; ὑμεῖς ἀτιμάζετέ ; με.
أَنَا لَسْتُ أَطْلُبُ مَجْدِي. يُوجَدُ مَنْ يَطْلُبُ وَيَدِينُ.
ἐγὼ ; δὲ οὐ ζητῶ τὴν ; δόξαν ; μου· ἔστιν ὁ ζητῶν καὶ ; κρίνων.¶
فَقَالَ لَهُ الْيَهُودُ: الآنَ عَلِمْنَا أَنَّ بِكَ شَيْطَانًا. قَدْ مَاتَ إِبْرَاهِيمُ وَالأَنْبِيَاءُ، وَأَنْتَ تَقُولُ: إِنْ كَانَ أَحَدٌ يَحْفَظُ كَلاَمِي فَلَنْ يَذُوقَ الْمَوْتَ إِلَى الأَبَدِ.
Εἶπον ; οὖν αὐτῷ οἱ ; Ἰουδαῖοι· νῦν ἐγνώκαμεν ὅτι ἔχεις. δαιμόνιον ἀπέθανεν Ἀβραὰμ καὶ ; οἱ ; προφῆται, καὶ ; σὺ λέγεις· ἐάν τις τηρήσῃ, τὸν ; λόγον ; μου οὐ ; μὴ γεύσεται θανάτου εἰς τὸν ; αἰῶνα.
أَلَعَلَّكَ أَعْظَمُ مِنْ أَبِينَا إِبْرَاهِيمَ الَّذِي مَاتَ. وَالأَنْبِيَاءُ مَاتُوا. مَنْ تَجْعَلُ نَفْسَكَ.
μὴ ; σὺ μείζων ; εἶ τοῦ πατρὸς ; ἡμῶν Ἀβραάμ, ὅστις ἀπέθανεν; καὶ ; οἱ ; προφῆται ἀπέθανον. τίνα σὺ ; ποιεῖς;¶ σεαυτὸν
أَجَابَ يَسُوعُ: إِنْ كُنْتُ أُمَجِّدُ نَفْسِي فَلَيْسَ مَجْدِي شَيْئًا. أَبِي هُوَ الَّذِي يُمَجِّدُنِي، الَّذِي تَقُولُونَ أَنْتُمْ إِنَّهُ إِلهُكُمْ،
Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς· ἐὰν ἐγὼ ; δοξάζω ἐμαυτόν, οὐδέν ἡ ; δόξα ; μου ἐστιν· ὁ ; πατήρ ; μου ἔστιν ὁ δοξάζων ; με ὃν λέγετε ὑμεῖς ὅτι ; ἐστιν, θεὸς ; ὑμῶν
أَجَابَ يَسُوعُ: إِنْ كُنْتُ أُمَجِّدُ نَفْسِي فَلَيْسَ مَجْدِي شَيْئًا. أَبِي هُوَ الَّذِي يُمَجِّدُنِي، الَّذِي تَقُولُونَ أَنْتُمْ إِنَّهُ إِلهُكُمْ،
Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς· ἐὰν ἐγὼ ; δοξάζω ἐμαυτόν, οὐδέν ἡ ; δόξα ; μου ἐστιν· ὁ ; πατήρ ; μου ἔστιν ὁ δοξάζων ; με ὃν λέγετε ὑμεῖς ὅτι ; ἐστιν, θεὸς ; ὑμῶν
أَجَابَ يَسُوعُ: إِنْ كُنْتُ أُمَجِّدُ نَفْسِي فَلَيْسَ مَجْدِي شَيْئًا. أَبِي هُوَ الَّذِي يُمَجِّدُنِي، الَّذِي تَقُولُونَ أَنْتُمْ إِنَّهُ إِلهُكُمْ،
Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς· ἐὰν ἐγὼ ; δοξάζω ἐμαυτόν, οὐδέν ἡ ; δόξα ; μου ἐστιν· ὁ ; πατήρ ; μου ἔστιν ὁ δοξάζων ; με ὃν λέγετε ὑμεῖς ὅτι ; ἐστιν, θεὸς ; ὑμῶν
يَنْبَغِي أَنْ أَعْمَلَ أَعْمَالَ الَّذِي أَرْسَلَنِي مَا دَامَ نَهَارٌ. يَأْتِي لَيْلٌ حِينَ يَسْتَطِيعُ أَحَدٌ أَنْ يَعْمَلَ.
δεῖ Ἐμὲ; ἐργάζεσθαι τὰ ; ἔργα τοῦ πέμψαντός ; με ἕως ; ἐστίν· ἡμέρα ἔρχεται νύξ, ὅτε δύναται οὐδεὶς ἐργάζεσθαι.
أَجَابَ ذَاكَ وقَالَ: إِنْسَانٌ يُقَالُ لَهُ يَسُوعُ صَنَعَ طِينًا وَطَلَى عَيْنَيَّ، وَقَالَ لِي: اذْهَبْ إِلَى بِرْكَةِ سِلْوَامَ وَاغْتَسِلْ. فَمَضَيْتُ وَاغْتَسَلْتُ فَأَبْصَرْتُ.
ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ ; εἶπεν· ἄνθρωπος ὁ ; λεγόμενος Ἰησοῦς ἐποίησεν πηλὸν καὶ ; ἐπέχρισέν μου ; τοὺς ; ὀφθαλμοὺς καὶ ; εἶπέν μοι ὕπαγε εἰς κολυμβήθραν ; τοῦ ὁ ; Σιλωὰμ καὶ ; νίψαι. ἀπελθὼν ; δὲ καὶ ; νιψάμενος ἀνέβλεψα.
أَجَابَهُمْ أَبَوَاهُ وَقَالاَ: نَعْلَمُ أَنَّ هذَا ابْنُنَا، وَأَنَّهُ وُلِدَ أَعْمَى.
ἀπεκρίθησαν ; οὖν ; αὐτοῖς οἱ ; γονεῖς ; αὐτοῦ καὶ ; εἶπαν· οἴδαμεν ὅτι οὗτός ἐστιν ; ὁ ; υἱὸς ; ἡμῶν καὶ ; ὅτι ἐγεννήθη· τυφλὸς
فَدَعَوْا ثَانِيَةً الإِنْسَانَ الَّذِي كَانَ أَعْمَى، وَقَالُوا لَهُ: أَعْطِ مَجْدًا ِللهِ. نَحْنُ نَعْلَمُ أَنَّ هذَا الإِنْسَانَ خَاطِئٌ.
Ἐφώνησαν ; οὖν ; ἐκ δευτέρου, τὸν ; ἄνθρωπον ὃς ἦν τυφλὸς καὶ ; εἶπαν αὐτῷ· δὸς δόξαν τῷ ; θεῷ· ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι οὗτος ὁ ; ἄνθρωπος ἁμαρτωλός ; ἐστιν.¶
فَشَتَمُوهُ وَقَالُوا: أَنْتَ تِلْمِيذُ ذَاكَ، وَأَمَّا نَحْنُ فَإِنَّنَا تَلاَمِيذُ مُوسَى.
ἐλοιδόρησαν ; οὖν ; αὐτὸν καὶ ; εἶπον· σὺ ; εἶ μαθητὴς ἐκείνου, δὲ ἡμεῖς ἐσμὲν μαθηταί. τοῦ ; Μωϋσέως
نَحْنُ نَعْلَمُ أَنَّ مُوسَى كَلَّمَهُ اللهُ، وَأَمَّا هذَا فَمَا نَعْلَمُ مِنْ أَيْنَ هُوَ.
ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι Μωϋσεῖ λελάληκεν ὁ ; θεός, δὲ τοῦτον οὐκ οἴδαμεν πόθεν ἐστίν.