المعنى المختصر للكلمة
mé:
me
اللفظ الأصلي
μέ
نوع الكلمة
اسم
طريقة النطق
mé
(meh)
تكرار الورود في الكتاب
1727
مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
مشتق من:
G1691
ἐμέ
•
em-eh
•
«بِي»
•
(me)
المعنى والشرح المفصل
me
الإنجليزية — KJV Translation Tags
I
me
my
أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك
أشكال الكلمة في النص الأصلي:
ἡμεῖς (86×)
μοι (84×)
ἡμῖν (54×)
τοῦ ; κυρίου ; ἡμῶν (44×)
μοι· (25×)
ἡμῶν (23×)
με (18×)
ἡμᾶς (14×)
شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (1727 آية)
شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
لوقا 11: 45
Luk.11.45
فَأجَابَ وَاحِدٌ مِنَ النَّامُوسِيِّينَ وَقالَ لَهُ: يَا مُعَلِّمُ، حِينَ تَقُولُ هذَا تَشْتُمُنَا نَحْنُ أَيْضًا..
Ἀποκριθεὶς ; δέ τις τῶν νομικῶν λέγει αὐτῷ· διδάσκαλε, λέγων ταῦτα ὑβρίζεις.¶ ἡμᾶς καὶ
لوقا 12: 4
Luk.12.4
وَلكِنْ أَقُولُ لَكُمْ يَا أَحِبَّائِي: لاَ تَخَافُوا مِنَ الَّذِينَ يَقْتُلُونَ الْجَسَدَ، وَبَعْدَ ذلِكَ لَيْسَ لَهُمْ مَا يَفْعَلُونَ أَكْثَرَ.
δὲ Λέγω ὑμῖν τοῖς ; φίλοις ; μου· μὴ φοβηθῆτε ἀπὸ ; τῶν ἀποκτεινόντων τὸ ; σῶμα καὶ ; μετὰ ταῦτα μὴ ἐχόντων τι ποιῆσαι. περισσότερόν
لوقا 12: 9
Luk.12.9
وَمَنْ أَنْكَرَنِي قُدَّامَ النَّاسِ، يُنْكَرُ قُدَّامَ مَلاَئِكَةِ اللهِ.
ὁ ; δὲ ἀρνησάμενός ; με ἐνώπιον τῶν ; ἀνθρώπων ἀπαρνηθήσεται ἐνώπιον τῶν ; ἀγγέλων τοῦ ; θεοῦ.
لوقا 12: 13
Luk.12.13
وَقَالَ لَهُ وَاحِدٌ مِنَ الْجَمْعِ: يَا مُعَلِّمُ، قُلْ لأَخِي أَنْ يُقَاسِمَنِي الْمِيرَاثَ.
Εἶπεν ; δέ αὐτῷ· τις ἐκ τοῦ ; ὄχλου διδάσκαλε, εἰπὲ τῷ ; ἀδελφῷ ; μου μερίσασθαι ; μετ᾽ ; ἐμοῦ τὴν ; κληρονομίαν.
لوقا 12: 17
Luk.12.17
فَفَكَّرَ فِي نَفْسِهِ قَائِلاً: مَاذَا أَعْمَلُ، لأَنْ لَيْسَ لِي مَوْضِعٌ أَجْمَعُ فِيهِ أَثْمَارِي.
καὶ ; διελογίζετο ἐν ἑαυτῷ λέγων· τί ποιήσω ὅτι οὐκ ἔχω ποῦ συνάξω τοὺς ; καρπούς ; μου;
لوقا 12: 18
Luk.12.18
وَقَالَ: أَعْمَلُ هذَا: أَهْدِمُ مَخَازِنِي وَأَبْنِي أَعْظَمَ، وَأَجْمَعُ هُنَاكَ جَمِيعَ غَّلاَتِي وَخَيْرَاتِي،
καὶ ; εἶπεν· ποιήσω· τοῦτο καθελῶ μου ; τὰς ; ἀποθήκας καὶ ; οἰκοδομήσω μείζονας καὶ ; συνάξω ἐκεῖ πάντα τὰ; γενήματά; μου καὶ ; τὰ ; ἀγαθά ; μου
لوقا 12: 18
Luk.12.18
وَقَالَ: أَعْمَلُ هذَا: أَهْدِمُ مَخَازِنِي وَأَبْنِي أَعْظَمَ، وَأَجْمَعُ هُنَاكَ جَمِيعَ غَّلاَتِي وَخَيْرَاتِي،
καὶ ; εἶπεν· ποιήσω· τοῦτο καθελῶ μου ; τὰς ; ἀποθήκας καὶ ; οἰκοδομήσω μείζονας καὶ ; συνάξω ἐκεῖ πάντα τὰ; γενήματά; μου καὶ ; τὰ ; ἀγαθά ; μου
لوقا 12: 19
Luk.12.19
وَأَقُولُ لِنَفْسِي: يَا نَفْسُ لَكِ خَيْرَاتٌ كَثِيرَةٌ، مَوْضُوعَةٌ لِسِنِينَ كَثِيرَةٍ. اِسْتَرِيحِي وَكُلِي وَاشْرَبِي وَافْرَحِي.
καὶ ; ἐρῶ τῇ ; ψυχῇ ; μου· ψυχή, ἔχεις ἀγαθὰ πολλὰ κείμενα εἰς ; ἔτη πολλά. ἀναπαύου, φάγε, πίε, εὐφραίνου.
لوقا 12: 41
Luk.12.41
فَقَالَ لَهُ بُطْرُسُ: يَا رَبُّ، أَلَنَا تَقُولُ هذَا الْمَثَلَ أَمْ لِلْجَمِيعِ أَيْضًا.
Εἶπεν ; δὲ αὐτῷ ὁ ; Πέτρος· κύριε, πρὸς ; ἡμᾶς λέγεις ταύτην τὴν ; παραβολὴν ἢ πρὸς ; πάντας; καὶ
لوقا 12: 45
Luk.12.45
وَلكِنْ إِنْ قَالَ ذلِكَ الْعَبْدُ فِي قَلْبِهِ: سَيِّدِي يُبْطِئُ قُدُومَهُ، فَيَبْتَدِئُ يَضْرِبُ الْغِلْمَانَ وَالْجَوَارِيَ، وَيَأْكُلُ وَيَشْرَبُ وَيَسْكَرُ.
δὲ Ἐὰν εἴπῃ ἐκεῖνος ὁ ; δοῦλος ἐν τῇ ; καρδίᾳ ; αὐτοῦ· ὁ ; κύριός ; μου χρονίζει ἔρχεσθαι, καὶ ; ἄρξηται τύπτειν τοὺς ; παῖδας καὶ ; τὰς ; παιδίσκας ἐσθίειν ; τε καὶ ; πίνειν καὶ ; μεθύσκεσθαι,
لوقا 13: 25
Luk.13.25
مِنْ بَعْدِ مَا يَكُونُ رَبُّ الْبَيْتِ قَدْ قَامَ وَأَغْلَقَ الْبَابَ، وَابْتَدَأْتُمْ تَقِفُونَ خَارِجًا وَتَقْرَعُونَ الْبَابَ قَائِلِينَ: يَا رَبُّ، يَا رَبُّ. افْتَحْ لَنَا. يُجِيبُ، وَيَقُولُ لَكُمْ: لاَ أَعْرِفُكُمْ مِنْ أَيْنَ أَنْتُمْ.
ἀφ᾽ οὗ ἂν ὁ ; οἰκοδεσπότης ἐγερθῇ καὶ ; ἀποκλείσῃ τὴν ; θύραν καὶ ; ἄρξησθε ἑστάναι ἔξω καὶ ; κρούειν τὴν ; θύραν λέγοντες· κύριε κύριε, ἄνοιξον ἡμῖν· καὶ ; ἀποκριθεὶς ἐρεῖ ὑμῖν· οὐκ οἶδα ; ὑμᾶς πόθεν ἐστέ·
لوقا 13: 26
Luk.13.26
حِينَئِذٍ تَبْتَدِئُونَ تَقُولُونَ: أَكَلْنَا قُدَّامَكَ وَشَرِبْنَا، وَعَلَّمْتَ فِي شَوَارِعِنَا.
τότε ἄρξεσθε λέγειν· ἐφάγομεν ἐνώπιόν ; σου καὶ ; ἐπίομεν, καὶ ; ἐδίδαξας· ἐν ταῖς ; πλατείαις ; ἡμῶν
لوقا 13: 33
Luk.13.33
بَلْ يَنْبَغِي أَنْ أَسِيرَ الْيَوْمَ وَغَدًا وَمَا يَلِيهِ، لأَنَّهُ لاَ يُمْكِنُ أَنْ يَهْلِكَ نَبِيٌّ خَارِجًا عَنْ أُورُشَلِيمَ.
πλὴν δεῖ ; με πορεύεσθαι, σήμερον καὶ ; αὔριον καὶ ; τῇ ἐχομένῃ ὅτι οὐκ ἐνδέχεται ἀπολέσθαι προφήτην ἔξω Ἰερουσαλήμ.¶
لوقا 13: 35
Luk.13.35
هُوَذَا بَيْتُكُمْ يُتْرَكُ لَكُمْ خَرَابًا. وَالْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّكُمْ لاَ تَرَوْنَنِي حَتَّى يَأْتِيَ وَقْتٌ تَقُولُونَ فِيهِ: مُبَارَكٌ الآتِي بِاسْمِ الرَّبِّ..
ἰδοὺ ὁ ; οἶκος ; ὑμῶν ἀφίεται ὑμῖν ἔρημος. ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι· οὐ ; μὴ ἴδητέ ; με ἕως ; ἄν ἥξῃ ὅτε ; εἴπητε· εὐλογημένος ὁ ; ἐρχόμενος ἐν ; ὀνόματι κυρίου.¶
لوقا 14: 26
Luk.14.26
إِنْ كَانَ أَحَدٌ يَأْتِي إِلَيَّ وَلاَ يُبْغِضُ أَبَاهُ وَأُمَّهُ وَامْرَأَتَهُ وَأَوْلاَدَهُ وَإِخْوَتَهُ حَتَّى نَفْسَهُ أَيْضًا، فَلاَ يَقْدِرُ أَنْ يَكُونَ لِي تِلْمِيذًا.
εἴ τις ἔρχεται πρός ; με καὶ ; οὐ μισεῖ τὸν ; πατέρα ; ἑαυτοῦ καὶ ; τὴν ; μητέρα καὶ ; τὴν ; γυναῖκα καὶ ; τὰ ; τέκνα καὶ ; τοὺς ; ἀδελφοὺς καὶ τὴν ; ψυχὴν ; ἑαυτοῦ, καὶ οὐ δύναται εἶναί μου μαθητής.
لوقا 14: 26
Luk.14.26
إِنْ كَانَ أَحَدٌ يَأْتِي إِلَيَّ وَلاَ يُبْغِضُ أَبَاهُ وَأُمَّهُ وَامْرَأَتَهُ وَأَوْلاَدَهُ وَإِخْوَتَهُ حَتَّى نَفْسَهُ أَيْضًا، فَلاَ يَقْدِرُ أَنْ يَكُونَ لِي تِلْمِيذًا.
εἴ τις ἔρχεται πρός ; με καὶ ; οὐ μισεῖ τὸν ; πατέρα ; ἑαυτοῦ καὶ ; τὴν ; μητέρα καὶ ; τὴν ; γυναῖκα καὶ ; τὰ ; τέκνα καὶ ; τοὺς ; ἀδελφοὺς καὶ τὴν ; ψυχὴν ; ἑαυτοῦ, καὶ οὐ δύναται εἶναί μου μαθητής.
لوقا 14: 27
Luk.14.27
وَمَنْ لاَ يَحْمِلُ صَلِيبَهُ وَيَأْتِي وَرَائِي فَلاَ يَقْدِرُ أَنْ يَكُونَ لِي تِلْمِيذًا.
καὶ ; ὅστις οὐ βαστάζει τὸν ; σταυρὸν ; ἑαυτοῦ καὶ ; ἔρχεται ὀπίσω ; μου, οὐ δύναται εἶναί μου μαθητής.¶
لوقا 14: 27
Luk.14.27
وَمَنْ لاَ يَحْمِلُ صَلِيبَهُ وَيَأْتِي وَرَائِي فَلاَ يَقْدِرُ أَنْ يَكُونَ لِي تِلْمِيذًا.
καὶ ; ὅστις οὐ βαστάζει τὸν ; σταυρὸν ; ἑαυτοῦ καὶ ; ἔρχεται ὀπίσω ; μου, οὐ δύναται εἶναί μου μαθητής.¶
لوقا 14: 33
Luk.14.33
فَكَذلِكَ كُلُّ وَاحِدٍ مِنْكُمْ لاَ يَتْرُكُ جَمِيعَ أَمْوَالِهِ، لاَ يَقْدِرُ أَنْ يَكُونَ لِي تِلْمِيذًا.
Οὕτως ; οὖν πᾶς ἐξ ; ὑμῶν ὃς ; οὐκ ἀποτάσσεται πᾶσιν τοῖς ; ἑαυτοῦ ; ὑπάρχουσιν, οὐ δύναται εἶναί μου μαθητής.¶
لوقا 15: 6
Luk.15.6
وَيَأْتِي إِلَى بَيْتِهِ وَيَدْعُو الأَصْدِقَاءَ وَالْجِيرَانَ قَائِلاً لَهُمُ: افْرَحُوا مَعِي، لأَنِّي وَجَدْتُ خَرُوفِي الضَّالَّ..
καὶ ; ἐλθὼν εἰς τὸν ; οἶκον συγκαλεῖ τοὺς ; φίλους καὶ ; τοὺς ; γείτονας λέγων αὐτοῖς· συγχάρητέ μοι, ὅτι εὗρον τὸ ; πρόβατόν ; μου τὸ ; ἀπολωλός.¶
لوقا 15: 6
Luk.15.6
وَيَأْتِي إِلَى بَيْتِهِ وَيَدْعُو الأَصْدِقَاءَ وَالْجِيرَانَ قَائِلاً لَهُمُ: افْرَحُوا مَعِي، لأَنِّي وَجَدْتُ خَرُوفِي الضَّالَّ..
καὶ ; ἐλθὼν εἰς τὸν ; οἶκον συγκαλεῖ τοὺς ; φίλους καὶ ; τοὺς ; γείτονας λέγων αὐτοῖς· συγχάρητέ μοι, ὅτι εὗρον τὸ ; πρόβατόν ; μου τὸ ; ἀπολωλός.¶
لوقا 15: 9
Luk.15.9
وَإِذَا وَجَدَتْهُ تَدْعُو الصَّدِيقَاتِ وَالْجَارَاتِ قَائِلَةً: افْرَحْنَ مَعِي لأَنِّي وَجَدْتُ الدِّرْهَمَ الَّذِي أَضَعْتُهُ.
καὶ εὑροῦσα συγκαλεῖται τὰς ; φίλας καὶ ; τὰς ; γείτονας λέγουσα· συγχάρητέ μοι, ὅτι εὗρον τὴν ; δραχμὴν ἣν ἀπώλεσα.¶
لوقا 15: 12
Luk.15.12
فَقَالَ أَصْغَرُهُمَا لأَبِيهِ: يَا أَبِي أَعْطِنِي الْقِسْمَ يُصِيبُنِي مِنَ الْمَالِ. فَقَسَمَ لَهُمَا مَعِيشَتَهُ.
καὶ ; εἶπεν ὁ ; νεώτερος ; αὐτῶν τῷ ; πατρί· πάτερ, δός ; μοι μέρος ἐπιβάλλον τῆς οὐσίας. Καὶ; διεῖλεν αὐτοῖς τὸν ; βίον.
لوقا 15: 17
Luk.15.17
فَرَجَعَ إِلَى نَفْسِهِ وَقَالَ: كَمْ مِنْ أَجِيرٍ لأَبِي يَفْضُلُ عَنْهُ الْخُبْزُ وَأَنَا أَهْلِكُ جُوعًا.
δὲ ; ἐλθὼν εἰς ἑαυτὸν εἶπεν πόσοι μίσθιοι τοῦ ; πατρός ; μου περισσεύουσιν ἄρτων, ἐγὼ ; δὲ ἀπόλλυμαι. λιμῷ
لوقا 15: 18
Luk.15.18
أَقُومُ وَأَذْهَبُ إِلَى أَبِي وَأَقُولُ لَهُ: يَا أَبِي، أَخْطَأْتُ إِلَى السَّمَاءِ وَقُدَّامَكَ،
ἀναστὰς πορεύσομαι πρὸς τὸν ; πατέρα ; μου καὶ ; ἐρῶ αὐτῷ· πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν ; οὐρανὸν καὶ ; ἐνώπιόν ; σου·
لوقا 15: 19
Luk.15.19
وَلَسْتُ مُسْتَحِقًّا أَنْ أُدْعَى لَكَ ابْنًا. اِجْعَلْنِي كَأَحَدِ أَجْرَاكَ.
καὶ ; οὐκέτι εἰμὶ ; ἄξιος κληθῆναι σου. υἱός ποίησόν ; με ὡς ; ἕνα τῶν ; μισθίων ; σου.
لوقا 15: 24
Luk.15.24
لأَنَّ ابْنِي هذَا كَانَ مَيِّتًا فَعَاشَ، وَكَانَ ضَالاًّ فَوُجِدَ. فَابْتَدَأُوا يَفْرَحُونَ.
ὅτι ὁ ; υἱός ; μου οὗτος ἦν νεκρὸς καὶ ; ἀνέζησεν, καὶ ; ἦν ἀπολωλὼς καὶ ; εὑρέθη. καὶ ; ἤρξαντο εὐφραίνεσθαι.¶
لوقا 15: 29
Luk.15.29
فَأَجَابَ وَقَالَ لأَبِيهِ: هَا أَنَا أَخْدِمُكَ سِنِينَ هذَا عَدَدُهَا، وَقَطُّ لَمْ أَتَجَاوَزْ وَصِيَّتَكَ، وَجَدْيًا لَمْ تُعْطِنِي قَطُّ لأَفْرَحَ مَعَ أَصْدِقَائِي.
Ὁ ; δὲ ; ἀποκριθεὶς εἶπεν τῷ ; πατρὶ ; αὐτοῦ· ἰδοὺ δουλεύω ; σοι ἔτη τοσαῦτα καὶ ; οὐδέποτε παρῆλθον, ἐντολήν ; σου καὶ ; ἔριφον ἐμοὶ ; οὐδέποτε ; ἔδωκας ἵνα ; εὐφρανθῶ. μετὰ τῶν ; φίλων ; μου
لوقا 16: 3
Luk.16.3
فَقَالَ الْوَكِيلُ فِي نَفْسِهِ: مَاذَا أَفْعَلُ. لأَنَّ سَيِّدِي يَأْخُذُ مِنِّي الْوَكَالَةَ. لَسْتُ أَسْتَطِيعُ أَنْ أَنْقُبَ، وَأَسْتَحِي أَنْ أَسْتَعْطِيَ.
εἶπεν ; δὲ ὁ ; οἰκονόμος· ἐν ἑαυτῷ τί ποιήσω, ὅτι ὁ ; κύριός ; μου ἀφαιρεῖται ἀπ᾽ ; ἐμοῦ; τὴν ; οἰκονομίαν οὐκ ἰσχύω, σκάπτειν αἰσχύνομαι. ἐπαιτεῖν
لوقا 16: 4
Luk.16.4
قَدْ عَلِمْتُ مَاذَا أَفْعَلُ، حَتَّى إِذَا عُزِلْتُ عَنِ الْوَكَالَةِ يَقْبَلُونِي فِي بُيُوتِهِمْ.
ἔγνων τί ποιήσω, ἵνα ὅταν μετασταθῶ ἐκ τῆς ; οἰκονομίας δέξωνταί ; με εἰς τοὺς ; οἴκους ; αὐτῶν.