المعنى المختصر للكلمة
mé:
me
اللفظ الأصلي
μέ
نوع الكلمة
اسم
طريقة النطق
mé
(meh)
تكرار الورود في الكتاب
1727
مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
مشتق من:
G1691
ἐμέ
•
em-eh
•
«بِي»
•
(me)
المعنى والشرح المفصل
me
الإنجليزية — KJV Translation Tags
I
me
my
أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك
أشكال الكلمة في النص الأصلي:
ἡμεῖς (86×)
μοι (84×)
ἡμῖν (54×)
τοῦ ; κυρίου ; ἡμῶν (44×)
μοι· (25×)
ἡμῶν (23×)
με (18×)
ἡμᾶς (14×)
شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (1727 آية)
شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
لوقا 1: 44
Luk.1.44
فَهُوَذَا حِينَ صَارَ صَوْتُ سَلاَمِكِ فِي أُذُنَيَّ ارْتَكَضَ الْجَنِينُ بِابْتِهَاجٍ فِي بَطْنِي.
ἰδοὺ ; γὰρ ὡς ; ἐγένετο ἡ ; φωνὴ τοῦ ; ἀσπασμοῦ ; σου εἰς τὰ ; ὦτά ; μου, ἐσκίρτησεν τὸ ; βρέφος ἐν ; ἀγαλλιάσει ἐν τῇ ; κοιλίᾳ ; μου.
لوقا 1: 44
Luk.1.44
فَهُوَذَا حِينَ صَارَ صَوْتُ سَلاَمِكِ فِي أُذُنَيَّ ارْتَكَضَ الْجَنِينُ بِابْتِهَاجٍ فِي بَطْنِي.
ἰδοὺ ; γὰρ ὡς ; ἐγένετο ἡ ; φωνὴ τοῦ ; ἀσπασμοῦ ; σου εἰς τὰ ; ὦτά ; μου, ἐσκίρτησεν τὸ ; βρέφος ἐν ; ἀγαλλιάσει ἐν τῇ ; κοιλίᾳ ; μου.
لوقا 1: 46
Luk.1.46
فَقَالَتْ مَرْيَمُ: تُعَظِّمُ نَفْسِي الرَّبَّ،
Καὶ ; εἶπεν Μαριάμ· μεγαλύνει ἡ ; ψυχή ; μου τὸν ; κύριον,
لوقا 1: 47
Luk.1.47
وَتَبْتَهِجُ رُوحِي بِاللهِ مُخَلِّصِي،
καὶ ; ἠγαλλίασεν τὸ ; πνεῦμά ; μου ἐπὶ ; τῷ ; θεῷ τῷ ; σωτῆρί ; μου,
لوقا 1: 47
Luk.1.47
وَتَبْتَهِجُ رُوحِي بِاللهِ مُخَلِّصِي،
καὶ ; ἠγαλλίασεν τὸ ; πνεῦμά ; μου ἐπὶ ; τῷ ; θεῷ τῷ ; σωτῆρί ; μου,
لوقا 1: 48
Luk.1.48
لأَنَّهُ نَظَرَ إِلَى اتِّضَاعِ أَمَتِهِ. فَهُوَذَا مُنْذُ الآنَ جَمِيعُ الأَجْيَالِ تُطَوِّبُنِي،
ὅτι ἐπέβλεψεν ἐπὶ τὴν ; ταπείνωσιν τῆς ; δούλης ; αὐτοῦ. ἰδοὺ γὰρ ; ἀπὸ τοῦ ; νῦν πᾶσαι αἱ ; γενεαὶ μακαριοῦσίν ; με
لوقا 1: 49
Luk.1.49
لأَنَّ الْقَدِيرَ صَنَعَ بِي عَظَائِمَ، وَاسْمُهُ قُدُّوسٌ،
ὅτι ὁ ; δυνατός· ἐποίησέν μοι μεγαλεῖα καὶ ; τὸ ; ὄνομα ; αὐτοῦ· ἅγιον
لوقا 1: 55
Luk.1.55
كَمَا كَلَّمَ آبَاءَنَا. لإِبْراهِيمَ وَنَسْلِهِ إِلَى الأَبَدِ.
καθὼς ἐλάλησεν πρὸς ; τοὺς ; πατέρας ; ἡμῶν, τῷ ; Ἀβραὰμ καὶ ; τῷ ; σπέρματι ; αὐτοῦ εἰς τὸν ; αἰῶνα.¶
لوقا 1: 69
Luk.1.69
وَأَقَامَ لَنَا قَرْنَ خَلاَصٍ فِي بَيْتِ دَاوُدَ فَتَاهُ.
καὶ ; ἤγειρεν ἡμῖν κέρας σωτηρίας ἐν τῷ ; οἴκῳ Δαυὶδ τοῦ ; παιδὸς ; αὐτοῦ,
لوقا 1: 71
Luk.1.71
خَلاَصٍ مِنْ أَعْدَائِنَا وَمِنْ أَيْدِي جَمِيعِ مُبْغِضِينَا.
σωτηρίαν ἐξ ἐχθρῶν ; ἡμῶν καὶ ; ἐκ χειρὸς πάντων τῶν ; μισούντων ; ἡμᾶς,
لوقا 1: 71
Luk.1.71
خَلاَصٍ مِنْ أَعْدَائِنَا وَمِنْ أَيْدِي جَمِيعِ مُبْغِضِينَا.
σωτηρίαν ἐξ ἐχθρῶν ; ἡμῶν καὶ ; ἐκ χειρὸς πάντων τῶν ; μισούντων ; ἡμᾶς,
لوقا 1: 72
Luk.1.72
لِيَصْنَعَ رَحْمَةً مَعَ آبَائِنَا وَيَذْكُرَ عَهْدَهُ الْمُقَدَّسَ،
ποιῆσαι ἔλεος μετὰ τῶν ; πατέρων ; ἡμῶν, καὶ ; μνησθῆναι διαθήκης ; αὐτοῦ, ἁγίας
لوقا 1: 73
Luk.1.73
الْقَسَمَ الَّذِي حَلَفَ لإِبْرَاهِيمَ أَبِينَا:
ὅρκον ὃν ὤμοσεν πρὸς ; Ἀβραὰμ τὸν ; πατέρα ; ἡμῶν,
لوقا 1: 74
Luk.1.74
أَنْ يُعْطِيَنَا إِنَّنَا بِلاَ خَوْفٍ، مُنْقَذِينَ مِنْ أَيْدِي أَعْدَائِنَا، نَعْبُدُهُ
τοῦ ; δοῦναι ; ἡμῖν ἀφόβως ῥυσθέντας ἐκ χειρὸς τῶν ; ἐχθρῶν ; ἡμῶν λατρεύειν ; αὐτῷ
لوقا 1: 74
Luk.1.74
أَنْ يُعْطِيَنَا إِنَّنَا بِلاَ خَوْفٍ، مُنْقَذِينَ مِنْ أَيْدِي أَعْدَائِنَا، نَعْبُدُهُ
τοῦ ; δοῦναι ; ἡμῖν ἀφόβως ῥυσθέντας ἐκ χειρὸς τῶν ; ἐχθρῶν ; ἡμῶν λατρεύειν ; αὐτῷ
لوقا 1: 75
Luk.1.75
بِقَدَاسَةٍ وَبِرّ قُدَّامَهُ جَمِيعَ أَيَّامِ حَيَاتِنَا.
ἐν ; ὁσιότητι καὶ ; δικαιοσύνῃ ἐνώπιον ; αὐτοῦ πάσας τὰς; ἡμέρας τὴς ; ζωῆς ; ἡμῶν.¶
لوقا 1: 78
Luk.1.78
بِأَحْشَاءِ رَحْمَةِ إِلهِنَا الَّتِي بِهَا افْتَقَدَنَا الْمُشْرَقُ مِنَ الْعَلاَءِ.
διὰ ; σπλάγχνα ἐλέους θεοῦ ; ἡμῶν ἐν ; οἷς ἐπεσκέψατο; ἡμᾶς ἀνατολὴ ἐξ ὕψους,
لوقا 1: 78
Luk.1.78
بِأَحْشَاءِ رَحْمَةِ إِلهِنَا الَّتِي بِهَا افْتَقَدَنَا الْمُشْرَقُ مِنَ الْعَلاَءِ.
διὰ ; σπλάγχνα ἐλέους θεοῦ ; ἡμῶν ἐν ; οἷς ἐπεσκέψατο; ἡμᾶς ἀνατολὴ ἐξ ὕψους,
لوقا 1: 79
Luk.1.79
لِيُضِيءَ عَلَى الْجَالِسِينَ فِي الظُّلْمَةِ وَظِلاَلِ الْمَوْتِ، لِكَيْ يَهْدِيَ أَقْدَامَنَا فِي طَرِيقِ السَّلاَمِ.
ἐπιφᾶναι τοῖς ; καθημένοις, ἐν σκότει καὶ ; σκιᾷ θανάτου κατευθῦναι τοὺς ; πόδας ; ἡμῶν εἰς ὁδὸν εἰρήνης.¶
لوقا 2: 15
Luk.2.15
وَلَمَّا مَضَتْ عَنْهُمُ الْمَلاَئِكَةُ إِلَى السَّمَاءِ، قَالَ الرجال الرُّعَاةُ بَعْضُهُمْ لِبَعْضٍ: لِنَذْهَبِ الآنَ إِلَى بَيْتِ لَحْمٍ وَنَنْظُرْ هذَا الأَمْرَ الْوَاقِعَ الَّذِي أَعْلَمَنَا بِهِ الرَّبُّ.
Καὶ ; ἐγένετο ὡς ; ἀπῆλθον ἀπ᾽ ; αὐτῶν οἱ ; ἄγγελοι, εἰς τὸν ; οὐρανὸν καὶ ; εἶπον οἱ ; ἄνθρωποι οἱ ; ποιμένες ἀλλήλους· ; πρὸς διέλθωμεν δὴ ἕως Βηθλέεμ καὶ ; ἴδωμεν τοῦτο τὸ ; ῥῆμα τὸ ; γεγονὸς ὃ ἐγνώρισεν ; ἡμῖν. ὁ ; κύριος
لوقا 2: 30
Luk.2.30
لأَنَّ عَيْنَيَّ قَدْ أَبْصَرَتَا خَلاَصَكَ،
ὅτι οἱ ; ὀφθαλμοί ; μου εἶδον τὸ ; σωτήριόν ; σου
لوقا 2: 48
Luk.2.48
فَلَمَّا أَبْصَرَاهُ انْدَهَشَا. وَقَالَتْ لَهُ أُمُّهُ: يَا بُنَيَّ، لِمَاذَا فَعَلْتَ بِنَا هكَذَا. هُوَذَا أَبُوكَ وَأَنَا كُنَّا نَطْلُبُكَ مُعَذَّبَيْنِ.
καὶ ; ἰδόντες ; αὐτὸν ἐξεπλάγησαν, καὶ ; εἶπεν πρὸς ; αὐτὸν ἡ ; μήτηρ ; αὐτοῦ· τέκνον, τί ἐποίησας ἡμῖν οὕτως; ἰδοὺ ὁ ; πατήρ ; σου κἀγὼ ἐζητοῦμέν ; σε.¶ ὀδυνώμενοι
لوقا 2: 49
Luk.2.49
فَقَالَ لَهُمَا: لِمَاذَا كُنْتُمَا تَطْلُبَانِنِي. أَلَمْ تَعْلَمَا أَنَّهُ يَنْبَغِي أَنْ أَكُونَ فِي مَا لأَبِي..
Καὶ ; εἶπεν πρὸς ; αὐτούς· τί ; ὅτι ἐζητεῖτέ ; με; οὐκ ᾔδειτε ὅτι δεῖ εἶναί ; με; ἐν τοῖς τοῦ ; πατρός ; μου
لوقا 2: 49
Luk.2.49
فَقَالَ لَهُمَا: لِمَاذَا كُنْتُمَا تَطْلُبَانِنِي. أَلَمْ تَعْلَمَا أَنَّهُ يَنْبَغِي أَنْ أَكُونَ فِي مَا لأَبِي..
Καὶ ; εἶπεν πρὸς ; αὐτούς· τί ; ὅτι ἐζητεῖτέ ; με; οὐκ ᾔδειτε ὅτι δεῖ εἶναί ; με; ἐν τοῖς τοῦ ; πατρός ; μου
لوقا 2: 49
Luk.2.49
فَقَالَ لَهُمَا: لِمَاذَا كُنْتُمَا تَطْلُبَانِنِي. أَلَمْ تَعْلَمَا أَنَّهُ يَنْبَغِي أَنْ أَكُونَ فِي مَا لأَبِي..
Καὶ ; εἶπεν πρὸς ; αὐτούς· τί ; ὅτι ἐζητεῖτέ ; με; οὐκ ᾔδειτε ὅτι δεῖ εἶναί ; με; ἐν τοῖς τοῦ ; πατρός ; μου
لوقا 3: 14
Luk.3.14
وَسَأَلَهُ جُنْدِيُّونَ أَيْضًا قَائِلِينَ: وَمَاذَا نَفْعَلُ نَحْنُ. فَقَالَ لَهُمْ: لاَ تَظْلِمُوا أَحَدًا، وَلاَ تَشُوا وَاكْتَفُوا بِعَلاَئِفِكُمْ.
ἐπηρώτων ; δὲ ; αὐτὸν στρατευόμενοι καὶ λέγοντες· τί ; καὶ ποιήσομεν ἡμεῖς; καὶ ; εἶπεν πρὸς ; αὐτούς μηδένα ; διασείσητε μηδὲ συκοφαντήσητε καὶ ; ἀρκεῖσθε τοῖς ; ὀψωνίοις ; ὑμῶν.¶
لوقا 3: 16
Luk.3.16
أَجَابَ يُوحَنَّا الْجَمِيعَ قِائِلاً: أَنَا أُعَمِّدُكُمْ بِمَاءٍ، وَلكِنْ يَأْتِي مَنْ هُوَ أَقْوَى مِنِّي، الَّذِي لَسْتُ أَهْلاً أَنْ أَحُلَّ سُيُورَ حِذَائِهِ. هُوَ سَيُعَمِّدُكُمْ بِالرُّوحِ الْقُدُسِ وَنَارٍ.
ἀπεκρίνατο ὁ ; Ἰωάννης· ἅπασιν λέγων ἐγὼ μὲν ; βαπτίζω ; ὑμᾶς· ὕδατι δὲ ἔρχεται ὁ ἰσχυρότερός μου, οὗ οὐκ ; εἰμὶ ἱκανὸς λῦσαι τὸν ; ἱμάντα τῶν ; ὑποδημάτων ; αὐτοῦ. αὐτὸς ὑμᾶς ; βαπτίσει ἐν ; πνεύματι ἁγίῳ καὶ ; πυρί,
لوقا 3: 22
Luk.3.22
وَنَزَلَ عَلَيْهِ الرُّوحُ الْقُدُسُ بِهَيْئَةٍ جِسْمِيَّةٍ مِثْلِ حَمَامَةٍ. وَكَانَ صَوْتٌ مِنَ السَّمَاءِ قَائِلاً: أَنْتَ ابْنِي الْحَبِيبُ، بِكَ سُرِرْتُ.
καταβῆναι ; καὶ ἐπ᾽ ; αὐτὸν τὸ ; πνεῦμα τὸ ; ἅγιον εἴδει σωματικῷ ὡσεὶ περιστερὰν καὶ φωνὴν ἐξ ; γενέσθαι οὐρανοῦ λέγουσαν· σὺ ; εἶ ὁ ; υἱός ; μου ὁ ; ἀγαπητός, ἐν ; σοὶ εὐδόκησα.¶
لوقا 4: 18
Luk.4.18
رُوحُ الرَّبِّ عَلَيَّ، لأَنَّهُ مَسَحَنِي لأُبَشِّرَ الْمَسَاكِينَ، أَرْسَلَنِي لأَشْفِيَ الْمُنْكَسِرِي الْقُلُوبِ، لأُنَادِيَ لِلْمَأْسُورِينَ بِالإِطْلاَقِ ولِلْعُمْيِ بِالْبَصَرِ، وَأُرْسِلَ الْمُنْسَحِقِينَ فِي الْحُرِّيَّةِ،
πνεῦμα κυρίου ἐπ᾽ ; ἐμέ, οὗ ; εἵνεκεν ἔχρισέν ; με εὐαγγελίζεσθαι πτωχοῖς, ἀπέσταλκέν ; με ἰὰσασθαι τοὺς ; συντετριμμένους τὴν ; καρδίαν κηρύξαι αἰχμαλώτοις ἄφεσιν καὶ ; τυφλοῖς ἀνάβλεψιν, ἀποστεῖλαι τεθραυσμένους ἐν ἀφέσει,
لوقا 4: 18
Luk.4.18
رُوحُ الرَّبِّ عَلَيَّ، لأَنَّهُ مَسَحَنِي لأُبَشِّرَ الْمَسَاكِينَ، أَرْسَلَنِي لأَشْفِيَ الْمُنْكَسِرِي الْقُلُوبِ، لأُنَادِيَ لِلْمَأْسُورِينَ بِالإِطْلاَقِ ولِلْعُمْيِ بِالْبَصَرِ، وَأُرْسِلَ الْمُنْسَحِقِينَ فِي الْحُرِّيَّةِ،
πνεῦμα κυρίου ἐπ᾽ ; ἐμέ, οὗ ; εἵνεκεν ἔχρισέν ; με εὐαγγελίζεσθαι πτωχοῖς, ἀπέσταλκέν ; με ἰὰσασθαι τοὺς ; συντετριμμένους τὴν ; καρδίαν κηρύξαι αἰχμαλώτοις ἄφεσιν καὶ ; τυφλοῖς ἀνάβλεψιν, ἀποστεῖλαι τεθραυσμένους ἐν ἀφέσει,