المعنى المختصر للكلمة
máchaira:
a knife, i.e.
dirk
اللفظ الأصلي
μάχαιρα
نوع الكلمة
اسم
طريقة النطق
máchaira
(makh-ahee-rah)
تكرار الورود في الكتاب
25
مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
1
a knife, i.e.
dirk
2
figuratively, war, judicial punishment
الإنجليزية — KJV Translation Tags
sword
أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك
أشكال الكلمة في النص الأصلي:
μετὰ ; μαχαιρῶν (5×)
ἐν ; μαχαίρῃ (3×)
τὴν ; μάχαιραν (3×)
μάχαιραν (3×)
μάχαιραν. (2×)
μαχαίρης (2×)
ἐν ; μαχαίρῃ; (1×)
τῆς ; μαχαίρης (1×)
شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (25 آية)
شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
متى 10: 34
Mat.10.34
لاَ تَظُنُّوا أَنِّي جِئْتُ لأُلْقِيَ سَلاَمًا عَلَى الأَرْضِ. مَا جِئْتُ لأُلْقِيَ سَلاَمًا بَلْ سَيْفًا.
Μὴ νομίσητε ὅτι ; ἦλθον βαλεῖν εἰρήνην ἐπὶ τὴν ; γῆν· οὐκ ἦλθον βαλεῖν εἰρήνην ἀλλὰ μάχαιραν.
متى 26: 47
Mat.26.47
وَفِيمَا هُوَ يَتَكَلَّمُ، إِذَا يَهُوذَا أَحَدُ الاثْنَيْ عَشَرَ قَدْ جَاءَ وَمَعَهُ جَمْعٌ كَثِيرٌ بِسُيُوفٍ وَعِصِيٍّ مِنْ عِنْدِ رُؤَسَاءِ الْكَهَنَةِ وَشُيُوخِ الشَّعْبِ.
Καὶ ; ἔτι αὐτοῦ λαλοῦντος ἰδοὺ Ἰούδας εἷς τῶν ; δώδεκα ἦλθεν, καὶ ; μετ᾽ ; αὐτοῦ ὄχλος πολὺς μετὰ ; μαχαιρῶν καὶ ; ξύλων ἀπὸ τῶν ; ἀρχιερέων καὶ ; πρεσβυτέρων τοῦ ; λαοῦ.
متى 26: 52
Mat.26.52
فَقَالَ لَهُ يَسُوعُ: رُدَّ سَيْفَكَ إِلَى مَكَانِهِ. لأَنَّ كُلَّ الَّذِينَ يَأْخُذُونَ السَّيْفَ بِالسَّيْفِ يَهْلِكُونَ.
Τότε ; λέγει αὐτῷ ὁ ; Ἰησοῦς· ἀπόστρεψον τὴν ; μάχαιράν ; σου εἰς τὸν ; τόπον ; αὐτῆς· γὰρ πάντες οἱ λαβόντες μάχαιραν ἐν ; μαχαίρῃ ἀπολοῦνται.
متى 26: 52
Mat.26.52
فَقَالَ لَهُ يَسُوعُ: رُدَّ سَيْفَكَ إِلَى مَكَانِهِ. لأَنَّ كُلَّ الَّذِينَ يَأْخُذُونَ السَّيْفَ بِالسَّيْفِ يَهْلِكُونَ.
Τότε ; λέγει αὐτῷ ὁ ; Ἰησοῦς· ἀπόστρεψον τὴν ; μάχαιράν ; σου εἰς τὸν ; τόπον ; αὐτῆς· γὰρ πάντες οἱ λαβόντες μάχαιραν ἐν ; μαχαίρῃ ἀπολοῦνται.
متى 26: 55
Mat.26.55
فِي تِلْكَ السَّاعَةِ قَالَ يَسُوعُ لِلْجُمُوعِ: كَأَنَّهُ عَلَى لِصٍّ خَرَجْتُمْ بِسُيُوفٍ وَعِصِيٍّ لِتَأْخُذُونِي. كُلَّ يَوْمٍ كُنْتُ أَجْلِسُ مَعَكُمْ أُعَلِّمُ فِي الْهَيْكَلِ وَلَمْ تُمْسِكُونِي.
Ἐν ἐκείνῃ τῇ ; ὥρᾳ εἶπεν ὁ ; Ἰησοῦς τοῖς ; ὄχλοις· ὡς ἐπὶ λῃστὴν ἐξήλθατε μετὰ ; μαχαιρῶν καὶ ; ξύλων συλλαβεῖν ; με; καθ᾽ ἡμέραν ἐκαθεζόμην πρὸς ; ὑμᾶς διδάσκων, ἐν τῷ ; ἱερῷ καὶ ; οὐκ ἐκρατήσατέ ; με.
مرقس 14: 43
Mrk.14.43
وَلِلْوَقْتِ فِيمَا هُوَ يَتَكَلَّمُ أَقْبَلَ يَهُوذَا، وَاحِدٌ مِنَ الاثْنَيْ عَشَرَ، وَمَعَهُ جَمْعٌ كَثِيرٌ بِسُيُوفٍ وَعِصِيٍّ مِنْ عِنْدِ رُؤَسَاءِ الْكَهَنَةِ وَالْكَتَبَةِ وَالشُّيُوخِ.
Καὶ ; εὐθὺς ἔτι αὐτοῦ λαλοῦντος παραγίνεται Ἰούδας, εἷς ; ὢν τῶν δώδεκα, καὶ ; μετ᾽ ; αὐτοῦ ὄχλος πολὺς μετὰ ; μαχαιρῶν καὶ ; ξύλων παρὰ τῶν ; ἀρχιερέων καὶ ; τῶν ; γραμματέων καὶ ; τῶν ; πρεσβυτέρων.
مرقس 14: 47
Mrk.14.47
فَاسْتَلَّ وَاحِدٌ مِنَ الْحَاضِرِينَ السَّيْفَ، وَضَرَبَ عَبْدَ رَئِيسِ الْكَهَنَةِ فَقَطَعَ أُذْنَهُ.
σπασάμενος ; δέ τις τῶν παρεστηκότων τὴν ; μάχαιραν ἔπαισεν τὸν ; δοῦλον τοῦ ; ἀρχιερέως καὶ ; ἀφεῖλεν αὐτοῦ ; τὸ ; ὠτίον
مرقس 14: 48
Mrk.14.48
فَأَجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ لَهُمْ: كَأَنَّهُ عَلَى لِصٍّ خَرَجْتُمْ بِسُيُوفٍ وَعِصِيٍّ لِتَأْخُذُونِي.
καὶ ; ἀποκριθεὶς ὁ ; Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· ὡς ἐπὶ λῃστὴν ἐξήλθατε μετὰ ; μαχαιρῶν καὶ ; ξύλων συλλαβεῖν ; με;
لوقا 21: 24
Luk.21.24
وَيَقَعُونَ بِفَمِ السَّيْفِ، وَيُسْبَوْنَ إِلَى جَمِيعِ الأُمَمِ، وَتَكُونُ أُورُشَلِيمُ مَدُوسَةً مِنَ الأُمَمِ، حَتَّى تُكَمَّلَ أَزْمِنَةُ الأُمَمِ.
καὶ ; πεσοῦνται στόματι μαχαίρης καὶ ; αἰχμαλωτισθήσονται εἰς πάντα, τὰ ; ἔθνη καὶ ; ἔσται Ἰερουσαλὴμ πατουμένη ὑπὸ ἐθνῶν ἄχρι πληρωθῶσιν καιροὶ ἐθνῶν.
لوقا 22: 36
Luk.22.36
فَقَالَ لَهُمْ: لكِنِ الآنَ، مَنْ لَهُ كِيسٌ فَلْيَأْخُذْهُ وَمِزْوَدٌ كَذلِكَ. وَمَنْ لَيْسَ لَهُ فَلْيَبِعْ ثَوْبَهُ وَيَشْتَرِ سَيْفًا.
εἶπεν ; οὖν αὐτοῖς· ἀλλὰ νῦν ὁ ἔχων βαλλάντιον ἀράτω, καὶ ; πήραν· ὁμοίως καὶ ; ὁ μὴ ἔχων πωλησάτω τὸ ; ἱμάτιον ; αὐτοῦ καὶ ; ἀγορασάτω μάχαιραν.
لوقا 22: 49
Luk.22.49
فَلَمَّا رَأَى الَّذِينَ حَوْلَهُ مَا يَكُونُ، قَالُوا: يَا رَبُّ، أَنَضْرِبُ بِالسَّيْفِ.
δὲ ἰδόντες οἱ περὶ ; αὐτὸν τὸ ; ἐσόμενον εἶπαν κύριε, εἰ ; πατάξομεν ἐν ; μαχαίρῃ;
لوقا 22: 52
Luk.22.52
ثُمَّ قَالَ يَسُوعُ لِرُؤَسَاءِ الْكَهَنَةِ وَقُوَّادِ جُنْدِ الْهَيْكَلِ وَالشُّيُوخِ الْمُقْبِلِينَ عَلَيْهِ: كَأَنَّهُ عَلَى لِصٍّ خَرَجْتُمْ بِسُيُوفٍ وَعِصِيٍّ.
δὲ εἶπεν ὁ ; Ἰησοῦς πρὸς ; ἀρχιερεῖς καὶ ; στρατηγοὺς τοῦ ; ἱεροῦ καὶ ; πρεσβυτέρους· τοὺς ; παραγενομένους ἐπ᾽ ; αὐτὸν ὡς ἐπὶ λῃστὴν ἐξεληλύθατε μετὰ ; μαχαιρῶν καὶ ; ξύλων;
يوحنا 18: 10
Jhn.18.10
ثُمَّ إِنَّ سِمْعَانَ بُطْرُسَ كَانَ مَعَهُ سَيْفٌ، فَاسْتَلَّهُ وَضَرَبَ عَبْدَ رَئِيسِ الْكَهَنَةِ، فَقَطَعَ أُذْنَهُ الْيُمْنَى. وَكَانَ اسْمُ الْعَبْدِ مَلْخُسَ.
οὖν Σίμων Πέτρος ἔχων μάχαιραν εἵλκυσεν ; αὐτὴν καὶ ; ἔπαισεν τὸν ; δοῦλον τοῦ ; ἀρχιερέως καὶ ; ἀπέκοψεν αὐτοῦ ; τὸ ; ὠτίον τὸ ; δεξιόν· ἦν ὄνομα τῷ ; δούλῳ Μάλχος.¶
أعمال الرسل 12: 2
Act.12.2
فَقَتَلَ يَعْقُوبَ أَخَا يُوحَنَّا بِالسَّيْفِ.
ἀνεῖλεν ; δὲ Ἰάκωβον τὸν ; ἀδελφὸν Ἰωάννου μαχαίρῃ.
أعمال الرسل 16: 27
Act.16.27
وَلَمَّا اسْتَيْقَظَ حَافِظُ السِّجْنِ، وَرَأَى أَبْوَابَ السِّجْنِ مَفْتُوحَةً، اسْتَلَّ سَيْفَهُ وَكَانَ مُزْمِعًا أَنْ يَقْتُلَ نَفْسَهُ، ظَانًّا أَنَّ الْمَسْجُونِينَ قَدْ هَرَبُوا.
δὲ ἔξυπνος ; γενόμενος ὁ ; δεσμοφύλαξ καὶ ; ἰδὼν τὰς ; θύρας τῆς ; φυλακῆς, ἀνεῳγμένας σπασάμενος τὴν ; μάχαιραν ἤμελλεν ἀναιρεῖν ἑαυτὸν νομίζων τοὺς ; δεσμίους.¶ ἐκπεφευγέναι
رومية 8: 35
Rom.8.35
مَنْ سَيَفْصِلُنَا عَنْ مَحَبَّةِ الْمَسِيحِ. أَشِدَّةٌ أَمْ ضَيْقٌ أَمِ اضْطِهَادٌ أَمْ جُوعٌ أَمْ عُرْيٌ أَمْ خَطَرٌ أَمْ سَيْفٌ.
Τίς ἡμᾶς ; χωρίσει ἀπὸ τῆς ; ἀγάπης τοῦ ; Χριστοῦ; θλῖψις ἢ στενοχωρία ἢ διωγμὸς ἢ λιμὸς ἢ γυμνότης ἢ κίνδυνος ἢ μάχαιρα;
رومية 13: 4
Rom.13.4
لأَنَّهُ خَادِمُ اللهِ لِلصَّلاَحِ. وَلكِنْ إِنْ فَعَلْتَ الشَّرَّ فَخَفْ، لأَنَّهُ لاَ يَحْمِلُ السَّيْفَ عَبَثًا، إِذْ هُوَ خَادِمُ اللهِ، مُنْتَقِمٌ لِلْغَضَبِ مِنَ الَّذِي يَفْعَلُ الشَّرَّ.
γὰρ ; ἐστιν διάκονός θεοῦ εἰς ; τὸ ; ἀγαθόν. δὲ ἐὰν ποιῇς, τὸ ; κακὸν φοβοῦ· γὰρ οὐ φορεῖ. τὴν ; μάχαιραν εἰκῇ γὰρ ἐστιν διάκονός θεοῦ ἔκδικος εἰς ; ὀργὴν τῷ πράσσοντι. τὸ ; κακὸν
أفسس 6: 17
Eph.6.17
وَخُذُوا خُوذَةَ الْخَلاَصِ، وَسَيْفَ الرُّوحِ الَّذِي هُوَ كَلِمَةُ اللهِ.
καὶ ; δέξασθε τὴν ; περικεφαλαίαν τοῦ ; σωτηρίου καὶ ; τὴν ; μάχαιραν τοῦ ; πνεύματος ὅ ἐστιν ῥῆμα θεοῦ·
العبرانيين 4: 12
Heb.4.12
لأَنَّ كَلِمَةَ اللهِ حَيَّةٌ وَفَعَّالَةٌ وَأَمْضَى مِنْ كُلِّ سَيْفٍ ذِي حَدَّيْنِ، وَخَارِقَةٌ إِلَى مَفْرَقِ النَّفْسِ وَالرُّوحِ وَالْمَفَاصِلِ وَالْمِخَاخِ، وَمُمَيِّزَةٌ أَفْكَارَ الْقَلْبِ وَنِيَّاتِهِ.
γὰρ ὁ ; λόγος τοῦ ; θεοῦ ζῶν καὶ ; ἐνεργὴς καὶ ; τομώτερος ὑπὲρ πᾶσαν μάχαιραν δίστομον καὶ ; διϊκνούμενος ἄχρι μερισμοῦ ψυχῆς τε ; καὶ ; πνεύματος, ἁρμῶν τε ; καὶ ; μυελῶν, καὶ ; κριτικὸς ἐνθυμήσεων καρδίας· καὶ ; ἐννοιῶν
العبرانيين 11: 34
Heb.11.34
أَطْفَأُوا قُوَّةَ النَّارِ، نَجَوْا مِنْ حَدِّ السَّيْفِ، تَقَوَّوْا مِنْ ضُعْفٍ، صَارُوا أَشِدَّاءَ فِي الْحَرْبِ، هَزَمُوا جُيُوشَ غُرَبَاءَ،
ἔσβεσαν δύναμιν πυρός, ἔφυγον στόματα μαχαίρης, ἐνεδυναμώθησαν ἀπὸ ἀσθενείας, ἐγενήθησαν ἰσχυροὶ ἐν πολέμῳ, ἔκλιναν παρεμβολὰς ἀλλοτρίων.
العبرانيين 11: 37
Heb.11.37
رُجِمُوا، نُشِرُوا، جُرِّبُوا، مَاتُوا قَتْلاً بِالسَّيْفِ، طَافُوا فِي جُلُودِ غَنَمٍ وَجُلُودِ مِعْزَى، مُعْتَازِينَ مَكْرُوبِينَ مُذَلِّينَ،
ἐλιθάσθησαν, ἐπρίσθησαν, ἐπειράσθησαν, ἀπέθανον· φόνῳ ; ἐν μαχαίρης περιῆλθον ἐν μηλωταῖς, ἐν ; δέρμασιν, αἰγείοις ὑστερούμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι,
الرؤيا 6: 4
Rev.6.4
فَخَرَجَ فَرَسٌ آخَرُ أَحْمَرُ، وَلِلْجَالِسِ عَلَيْهِ أُعْطِيَ أَنْ يَنْزِعَ السَّلاَمَ مِنَ الأَرْضِ، وَأَنْ يَقْتُلَ بَعْضُهُمْ بَعْضًا، وَأُعْطِيَ سَيْفًا عَظِيمًا.
καὶ ; ἐξῆλθεν ἵππος ἄλλος πυρρός. καὶ ; τῷ ; καθημένῳ ἐπ᾽ ; αὐτῷ ἐδόθη ; αὐτῷ λαβεῖν τὴν ; εἰρήνην ἀπὸ τῆς ; γῆς, καὶ ; ἵνα σφάξωσιν ἀλλήλους καὶ ; ἐδόθη ; αὐτῷ μάχαιρα μεγάλη.¶
الرؤيا 13: 10
Rev.13.10
إِنْ كَانَ أَحَدٌ يَجْمَعُ سَبْيًا، فَإِلَى السَّبْيِ يَذْهَبُ. وَإِنْ كَانَ أَحَدٌ يَقْتُلُ بِالسَّيْفِ، فَيَنْبَغِي أَنْ يُقْتَلَ بِالسَّيْفِ. هُنَا صَبْرُ الْقِدِّيسِينَ وَإِيمَانُهُمْ.
εἴ τις συνάγει αἰχμαλωσίαν εἰς αἰχμαλωσίαν ὑπάγει, εἴ τις ἀποκτενεῖ ἐν ; μαχαίρῃ δεῖ αὐτὸν ; ἀποκτανθῆναι· ἐν ; μαχαίρῃ ὧδέ ἡ ; ὑπομονὴ τῶν ; ἁγίων.¶ καὶ ; ἡ ; πίστις
الرؤيا 13: 10
Rev.13.10
إِنْ كَانَ أَحَدٌ يَجْمَعُ سَبْيًا، فَإِلَى السَّبْيِ يَذْهَبُ. وَإِنْ كَانَ أَحَدٌ يَقْتُلُ بِالسَّيْفِ، فَيَنْبَغِي أَنْ يُقْتَلَ بِالسَّيْفِ. هُنَا صَبْرُ الْقِدِّيسِينَ وَإِيمَانُهُمْ.
εἴ τις συνάγει αἰχμαλωσίαν εἰς αἰχμαλωσίαν ὑπάγει, εἴ τις ἀποκτενεῖ ἐν ; μαχαίρῃ δεῖ αὐτὸν ; ἀποκτανθῆναι· ἐν ; μαχαίρῃ ὧδέ ἡ ; ὑπομονὴ τῶν ; ἁγίων.¶ καὶ ; ἡ ; πίστις
الرؤيا 13: 14
Rev.13.14
وَيُضِلُّ السَّاكِنِينَ عَلَى الأَرْضِ بِالآيَاتِ الَّتِي أُعْطِيَ أَنْ يَصْنَعَهَا أَمَامَ الْوَحْشِ، قَائِلاً لِلسَّاكِنِينَ عَلَى الأَرْضِ أَنْ يَصْنَعُوا صُورَةً لِلْوَحْشِ الَّذِي كَانَ بِهِ جُرْحُ السَّيْفِ وَعَاشَ.
καὶ ; πλανᾷ τοὺς ; κατοικοῦντας ἐπὶ τῆς ; γῆς διὰ ; τὰ ; σημεῖα ἃ ἐδόθη ; αὐτῷ ποιῆσαι ἐνώπιον τοῦ ; θηρίου λέγων τοῖς ; κατοικοῦσιν ἐπὶ τῆς ; γῆς ποιῆσαι εἰκόνα τῷ ; θηρίῳ ὃ ἔχει τὴν ; πληγὴν τῆς ; μαχαίρης καὶ ; ἔζησεν.