ك
إصحاح
G2991
G2992. laós
G2993
المعنى المختصر للكلمة
laós: a people (in general
اللفظ الأصلي λαός
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق laós (lah-os)
تكرار الورود في الكتاب 126 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل
1 a people (in general
2 thus differing from , which denotes one's own populace)
الإنجليزية — KJV Translation Tags
people

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

τοῦ ; λαοῦ (18×) ὁ ; λαὸς (16×) τῷ ; λαῷ (14×) τὸν ; λαὸν (11×) τοῦ ; λαοῦ, (6×) λαὸν (6×) τῷ ; λαῷ.¶ (4×) τὸν ; λαόν. (4×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (126 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَبَعْدَمَا هَدَّدُوهُمَا أَيْضًا أَطْلَقُوهُمَا، إِذْ لَمْ يَجِدُوا الْبَتَّةَ كَيْفَ يُعَاقِبُونَهُمَا بِسَبَبِ الشَّعْبِ، لأَنَّ الْجَمِيعَ كَانُوا يُمَجِّدُونَ اللهَ عَلَى مَا جَرَى،
δὲ ; προσαπειλησάμενοι οἱ ; ἀπέλυσαν ; αὐτοὺς εὑρίσκοντες ; μηδὲν τὸ ; πῶς κολάσωνται ; αὐτούς, διὰ τὸν ; λαόν, ὅτι πάντες ἐδόξαζον τὸν ; θεὸν ἐπὶ τῷ γεγονότι.
الْقَائِلُ بِفَمِ دَاوُدَ فَتَاكَ: لِمَاذَا ارْتَجَّتِ الأُمَمُ وَتَفَكَّرَ الشُّعُوبُ بِالْبَاطِلِ.
ὁ ; εἰπών· στόματος ; διὰ Δαυὶδ τοῦ ; παιδός ; σου ἱνατί ἐφρύαξαν ἔθνη ἐμελέτησαν ; καὶ λαοὶ κενά;
لأَنَّهُ بِالْحَقِيقَةِ اجْتَمَعَ عَلَى فَتَاكَ الْقُدُّوسِ يَسُوعَ، الَّذِي مَسَحْتَهُ، هِيرُودُسُ وَبِيلاَطُسُ الْبُنْطِيُّ مَعَ أُمَمٍ وَشُعُوبِ إِسْرَائِيلَ،
γὰρ ἐπ᾽ ; ἀληθείας συνήχθησαν ἐπὶ τὸν ; παῖδά ; σου, ἅγιον Ἰησοῦν ὃν ἔχρισας, Ἡρῴδης καὶ ; Πιλᾶτος Πόντιος σὺν ἔθνεσιν καὶ ; λαοῖς Ἰσραήλ
وَجَرَتْ عَلَى أَيْدِي الرُّسُلِ آيَاتٌ وَعَجَائِبُ كَثِيرَةٌ فِي الشَّعْبِ. وَكَانَ الْجَمِيعُ بِنَفْسٍ وَاحِدَةٍ فِي رِوَاقِ سُلَيْمَانَ.
δὲ ; ἐγένετο Διὰ τῶν ; χειρῶν τῶν ; ἀποστόλων σημεῖα καὶ ; τέρατα πολλὰ ἐν τῷ ; λαῷ· καὶ ; ἦσαν ἅπαντες ὁμοθυμαδὸν ἐν τῇ ; στοᾷ Σολομῶντος·
وَأَمَّا الآخَرُونَ فَلَمْ يَكُنْ أَحَدٌ مِنْهُمْ يَجْسُرُ أَنْ يَلْتَصِقَ بِهِمْ، لكِنْ كَانَ الشَّعْبُ يُعَظِّمُهُمْ.
τῶν ; δὲ ; λοιπῶν οὐδεὶς ἐτόλμα κολλᾶσθαι αὐτοῖς, ἀλλ᾽ ὁ ; λαός. ἐμεγάλυνεν ; αὐτοὺς
اذْهَبُوا قِفُوا وَكَلِّمُوا الشَّعْبَ فِي الْهَيْكَلِ بِجَمِيعِ كَلاَمِ هذِهِ الْحَيَاةِ.
πορεύεσθε σταθέντες λαλεῖτε τῷ ; λαῷ ἐν τῷ ; ἱερῷ πάντα τὰ ; ῥήματα ταύτης. τῆς ; ζωῆς
ثُمَّ جَاءَ وَاحِدٌ وَأَخْبَرَهُمْ قَائِلاً: هُوَذَا الرِّجَالُ الَّذِينَ وَضَعْتُمُوهُمْ فِي السِّجْنِ هُمْ فِي الْهَيْكَلِ وَاقِفِينَ يُعَلِّمُونَ الشَّعْبَ..
παραγενόμενος ; δέ τις ἀπήγγειλεν ; αὐτοῖς λέγων ὅτι ; ἰδοὺ οἱ ; ἄνδρες οὓς ἔθεσθε ἐν τῇ ; φυλακῇ, εἰσὶν ἐν τῷ ; ἱερῷ ἑστῶτες καὶ ; διδάσκοντες λαόν.¶
حِينَئِذٍ مَضَى قَائِدُ الْجُنْدِ مَعَ الْخُدَّامِ، فَأَحْضَرَهُمْ لاَ بِعُنْفٍ، لأَنَّهُمْ كَانُوا يَخَافُونَ الشَّعْبَ لِئَلاَّ يُرْجَمُوا.
Τότε ἀπελθὼν ὁ ; στρατηγὸς σὺν τοῖς ; ὑπηρέταις ἤγαγεν; αὐτοὺς οὐ μετὰ ; βίας, γὰρ ἐφοβοῦντο τὸν ; λαὸν ἵνα ; μὴ λιθασθῶσιν.¶
فَقَامَ فِي الْمَجْمَعِ رَجُلٌ فَرِّيسِيٌّ اسْمُهُ غَمَالاَئِيلُ، مُعَلِّمٌ لِلنَّامُوسِ، مُكَرَّمٌ عِنْدَ جَمِيعِ الشَّعْبِ، وَأَمَرَ أَنْ يُخْرَجَ الرُّسُلُ قَلِيلاً.
Ἀναστὰς ; δέ ἐν τῷ ; συνεδρίῳ τις Φαρισαῖος ὀνόματι Γαμαλιήλ, νομοδιδάσκαλος τίμιος παντὶ τῷ ; λαῷ, ἐκέλευσεν ποιῆσαι, ; ἔξω τοὺς ; ἀποστόλους βραχὺ
بَعْدَ هذَا قَامَ يَهُوذَا الْجَلِيلِيُّ فِي أَيَّامِ الاكْتِتَابِ، وَأَزَاغَ وَرَاءَهُ شَعْبًا غَفِيرًا. فَذَاكَ أَيْضًا هَلَكَ، وَجَمِيعُ الَّذِينَ انْقَادُوا إِلَيْهِ تَشَتَّتُوا.
μετὰ τοῦτον ἀνέστη Ἰούδας ὁ ; Γαλιλαῖος ἐν ταῖς ; ἡμέραις τῆς ; ἀπογραφῆς καὶ ; ἀπέστησεν ὀπίσω ; αὐτοῦ· λαὸν ἱκανὸν κἀκεῖνος ἀπώλετο, καὶ ; πάντες ὅσοι ἐπείθοντο αὐτῷ διεσκορπίσθησαν.
وَأَمَّا اسْتِفَانُوسُ فَإِذْ كَانَ مَمْلُوًّا إِيمَانًا وَقُوَّةً، كَانَ يَصْنَعُ عَجَائِبَ وَآيَاتٍ عَظِيمَةً فِي الشَّعْبِ.
δὲ Στέφανος πλήρης πίστεως καὶ ; δυνάμεως ἐποίει τέρατα καὶ ; σημεῖα μεγάλα ἐν τῷ ; λαῷ.¶
وَهَيَّجُوا الشَّعْبَ وَالشُّيُوخَ وَالْكَتَبَةَ، فَقَامُوا وَخَطَفُوهُ وَأَتَوْا بِهِ إِلَى الْمَجْمَعِ،
συνεκίνησάν ; τε τὸν ; λαὸν καὶ ; τοὺς ; πρεσβυτέρους καὶ ; τοὺς ; γραμματεῖς, καὶ ; ἐπιστάντες συνήρπασαν ; αὐτὸν καὶ ; ἤγαγον εἰς τὸ ; συνέδριον,
وَكَمَا كَانَ يَقْرُبُ وَقْتُ الْمَوْعِدِ الَّذِي أَقْسَمَ اللهُ لإِبْرَاهِيمَ، كَانَ يَنْمُو الشَّعْبُ وَيَكْثُرُ فِي مِصْرَ،
καθὼς ; δὲ ἤγγιζεν ὁ ; χρόνος τῆς ; ἐπαγγελίας ἧς ὤμοσεν ὁ ; θεὸς τῷ ; Ἀβραάμ, ηὔξησεν ὁ ; λαὸς καὶ ; ἐπληθύνθη ἐν Αἰγύπτῳ
وَهُوَ تَقِيٌّ وَخَائِفُ اللهِ مَعَ جَمِيعِ بَيْتِهِ، يَصْنَعُ حَسَنَاتٍ كَثِيرَةً لِلشَّعْبِ، وَيُصَلِّي إِلَى اللهِ فِي كُلِّ حِينٍ.
εὐσεβὴς ; καὶ φοβούμενος τὸν ; θεὸν σὺν παντὶ τῷ ; οἴκῳ ; αὐτοῦ, ποιῶν ἐλεημοσύνας πολλὰς τῷ ; λαῷ καὶ ; δεόμενος τοῦ ; θεοῦ διὰ διαπαντός
لَيْسَ لِجَمِيعِ الشَّعْبِ، بَلْ لِشُهُودٍ اللهُ فَانْتَخَبَهُمْ. لَنَا نَحْنُ الَّذِينَ أَكَلْنَا وَشَرِبْنَا مَعَهُ بَعْدَ قِيَامَتِهِ مِنَ الأَمْوَاتِ.
οὐ παντὶ τῷ ; λαῷ, ἀλλὰ μάρτυσιν τοῦ ; θεοῦ τοῖς ; προκεχειροτονημένοις ἡμῖν, οἵτινες συνεφάγομεν καὶ ; συνεπίομεν αὐτῷ μετὰ τὸ ; ἀναστῆναι ; αὐτὸν ἐκ νεκρῶν·
وَأَوْصَانَا أَنْ نَكْرِزَ لِلشَّعْبِ، وَنَشْهَدَ بِأَنَّ هذَا هُوَ الْمُعَيَّنُ مِنَ اللهِ دَيَّانًا لِلأَحْيَاءِ وَالأَمْوَاتِ.
καὶ ; παρήγγειλεν ; ἡμῖν κηρύξαι τῷ ; λαῷ καὶ ; διαμαρτύρασθαι ὅτι αὐτός ἐστιν ὁ ; ὡρισμένος ὑπὸ τοῦ ; θεοῦ κριτὴς ζώντων καὶ ; νεκρῶν.
وَلَمَّا أَمْسَكَهُ وَضَعَهُ فِي السِّجْنِ، مُسَلِّمًا إِيَّاهُ إِلَى أَرْبَعَةِ أَرَابعَ مِنَ الْعَسْكَرِ لِيَحْرُسُوهُ، نَاوِيًا أَنْ يُقَدِّمَهُ بَعْدَ الْفِصْحِ إِلَى الشَّعْبِ.
ὃν ; καὶ ; πιάσας ἔθετο εἰς φυλακὴν παραδοὺς τέσσαρσιν τετραδίοις στρατιωτῶν φυλάσσειν ; αὐτόν, βουλόμενος ἀναγαγεῖν ; αὐτὸν μετὰ τὸ ; πάσχα τῷ ; λαῷ.¶
فَقَالَ بُطْرُسُ، وَهُوَ قَدْ رَجَعَ إِلَى نَفْسِهِ: الآنَ عَلِمْتُ يَقِينًا أَنَّ الرَّبَّ أَرْسَلَ مَلاَكَهُ وَأَنْقَذَنِي مِنْ يَدِ هِيرُودُسَ، وَمِنْ كُلِّ انْتِظَارِ شَعْبِ الْيَهُودِ.
καὶ ; εἶπεν· ὁ ; Πέτρος γενόμενος ἐν ἑαυτῷ νῦν οἶδα ἀληθῶς ὅτι ὁ ; κύριος ἐξαπέστειλεν τὸν ; ἄγγελον ; αὐτοῦ με ; ἐξείλατό ; καὶ ἐκ χειρὸς Ἡρῴδου καὶ πάσης τῆς ; προσδοκίας τοῦ ; λαοῦ τῶν ; Ἰουδαίων.
وَبَعْدَ قِرَاءَةِ النَّامُوسِ وَالأَنْبِيَاءِ، أَرْسَلَ إِلَيْهِمْ رُؤَسَاءُ الْمَجْمَعِ قَائِلِينَ: أَيُّهَا الرِّجَالُ الإِخْوَةُ، إِنْ كَانَتْ عِنْدَكُمْ كَلِمَةُ وَعْظٍ لِلشَّعْبِ فَقُولُوا.
μετὰ ; δὲ τὴν ; ἀνάγνωσιν τοῦ ; νόμου καὶ ; τῶν ; προφητῶν ἀπέστειλαν πρὸς ; αὐτοὺς οἱ ; ἀρχισυνάγωγοι λέγοντες· ἄνδρες ἀδελφοί, εἴ ; τίς ἐστιν ἐν ; ὑμῖν λόγος παρακλήσεως πρὸς ; τὸν ; λαόν, λέγετε.¶
إِلهُ شَعْبِ إِسْرَائِيلَ هذَا اخْتَارَ آبَاءَنَا، وَرَفَعَ الشَّعْبَ فِي الْغُرْبَةِ فِي أَرْضِ مِصْرَ، وَبِذِرَاعٍ مُرْتَفِعَةٍ أَخْرَجَهُمْ مِنْهَا.
ὁ ; θεὸς τοῦ ; λαοῦ Ἰσραὴλ τούτου ἐξελέξατο τοὺς ; πατέρας ; ἡμῶν καὶ ; ὕψωσεν τὸν ; λαὸν ἐν τῇ ; παροικίᾳ ἐν γῇ Αἰγύπτῳ καὶ ; μετὰ ; βραχίονος ὑψηλοῦ ἐξήγαγεν ; αὐτοὺς ἐξ ; αὐτῆς·
إِلهُ شَعْبِ إِسْرَائِيلَ هذَا اخْتَارَ آبَاءَنَا، وَرَفَعَ الشَّعْبَ فِي الْغُرْبَةِ فِي أَرْضِ مِصْرَ، وَبِذِرَاعٍ مُرْتَفِعَةٍ أَخْرَجَهُمْ مِنْهَا.
ὁ ; θεὸς τοῦ ; λαοῦ Ἰσραὴλ τούτου ἐξελέξατο τοὺς ; πατέρας ; ἡμῶν καὶ ; ὕψωσεν τὸν ; λαὸν ἐν τῇ ; παροικίᾳ ἐν γῇ Αἰγύπτῳ καὶ ; μετὰ ; βραχίονος ὑψηλοῦ ἐξήγαγεν ; αὐτοὺς ἐξ ; αὐτῆς·
إِذْ سَبَقَ يُوحَنَّا فَكَرَزَ قَبْلَ مَجِيئِهِ بِمَعْمُودِيَّةِ التَّوْبَةِ لِجَمِيعِ شَعْبِ إِسْرَائِيلَ.
προκηρύξαντος ; Ἰωάννου πρὸ ; προσώπου τῆς ; εἰσόδου ; αὐτοῦ βάπτισμα μετανοίας παντὶ τῷ ; λαῷ Ἰσραήλ.
وَظَهَرَ أَيَّامًا كَثِيرَةً لِلَّذِينَ صَعِدُوا مَعَهُ مِنَ الْجَلِيلِ إِلَى أُورُشَلِيمَ، الَّذِينَ هُمْ شُهُودُهُ عِنْدَ الشَّعْبِ.
ὃς ; ὤφθη ; ἐπὶ ἡμέρας πλείους τοῖς συναναβᾶσιν αὐτῷ ἀπὸ τῆς ; Γαλιλαίας εἰς Ἰερουσαλήμ, οἵτινες εἰσιν μάρτυρες ; αὐτοῦ πρὸς τὸν ; λαόν.
سِمْعَانُ قَدْ أَخْبَرَ كَيْفَ افْتَقَدَ اللهُ أَوَّلاً الأُمَمَ لِيَأْخُذَ مِنْهُمْ شَعْبًا عَلَى اسْمِهِ.
Συμεὼν ἐξηγήσατο καθὼς ἐπεσκέψατο ὁ ; θεὸς πρῶτον ἐθνῶν λαβεῖν ἐξ λαὸν ἐπὶ τῷ ; ὀνόματι ; αὐτοῦ·
لأَنِّي أَنَا مَعَكَ، وَلاَ يَقَعُ بِكَ أَحَدٌ لِيُؤْذِيَكَ، لأَنَّ لِي شَعْبًا كَثِيرًا فِي هذِهِ الْمَدِينَةِ.
διότι ἐγώ ; εἰμι μετὰ ; σοῦ, καὶ ἐπιθήσεταί σοι οὐδεὶς τοῦ ; κακῶσαί ; σε· διότι ἐστίν ; μοι λαός πολὺς ἐν ταύτῃ· τῇ ; πόλει
فَقَالَ بُولُسُ: إِنَّ يُوحَنَّا عَمَّدَ بِمَعْمُودِيَّةِ التَّوْبَةِ، قَائِلاً لِلشَّعْبِ أَنْ يُؤْمِنُوا بِالَّذِي يَأْتِي بَعْدَهُ، أَيْ بِالْمَسِيحِ يَسُوعَ.
Εἶπεν ; δὲ Παῦλος· μὲν Ἰωάννης ἐβάπτισεν βάπτισμα μετανοίας λέγων τῷ ; λαῷ ἵνα πιστεύσωσιν, εἰς ; τὸν ἐρχόμενον μετ᾽ ; αὐτὸν τοῦτ᾽ ; ἔστιν εἰς ; τὸν ; Χριστὸν Ἰησοῦν.
صَارِخِينَ: يَا أَيُّهَا الرِّجَالُ الإِسْرَائِيلِيُّونَ، أَعِينُوا. هذَا هُوَ الرَّجُلُ الَّذِي يُعَلِّمُ الْجَمِيعَ فِي كُلِّ مَكَانٍ ضِدًّا لِلشَّعْبِ وَالنَّامُوسِ وَهذَا الْمَوْضِعِ، حَتَّى أَدْخَلَ يُونَانِيِّينَ أَيْضًا إِلَى الْهَيْكَلِ وَدَنَّسَ هذَا الْمَوْضِعَ الْمُقَدَّسَ.
κράζοντες· ἄνδρες Ἰσραηλῖται, βοηθεῖτε. οὗτός ἐστιν ὁ ; ἄνθρωπος ὁ διδάσκων, πάντας πανταχοῦ κατὰ τοῦ ; λαοῦ καὶ ; τοῦ ; νόμου καὶ ; τούτου τοῦ ; τόπου ἔτι εἰσήγαγεν Ἕλληνας καὶ εἰς τὸ ; ἱερὸν καὶ ; κεκοίνωκεν τοῦτον. τὸν ; τόπον ἅγιον
فَهَاجَتِ الْمَدِينَةُ كُلُّهَا، وَتَرَاكَضَ الشَّعْبُ وَأَمْسَكُوا بُولُسَ وَجَرُّوهُ خَارِجَ الْهَيْكَلِ. وَلِلْوَقْتِ أُغْلِقَتِ الأَبْوَابُ.
ἐκινήθη ; τε ἡ ; πόλις ὅλη καὶ ; ἐγένετο ; συνδρομὴ τοῦ ; λαοῦ, καὶ ; ἐπιλαβόμενοι τοῦ ; Παύλου εἷλκον ; αὐτὸν ἔξω τοῦ ; ἱεροῦ· καὶ ; εὐθέως ἐκλείσθησαν αἱ ; θύραι.
لأَنَّ جُمْهُورَ الشَّعْبِ كَانُوا يَتْبَعُونَهُ صَارِخِينَ: خُذْهُ..
γὰρ τὸ ; πλῆθος τοῦ ; λαοῦ ἠκολούθει κρᾶζον αἶρε ; αὐτόν.
فَقَالَ بُولُسُ: أَنَا رَجُلٌ يَهُودِيٌّ طَرْسُوسِيٌّ، مِنْ أَهْلِ مَدِينَةٍ غَيْرِ دَنِيَّةٍ مِنْ كِيلِيكِيَّةَ. وَأَلْتَمِسُ مِنْكَ أَنْ تَأْذَنَ لِي أَنْ أُكَلِّمَ الشَّعْبَ.
Εἶπεν ; δὲ ὁ ; Παῦλος· ἐγὼ ; εἰμι ἄνθρωπος Ἰουδαῖος Ταρσεὺς πολίτης, ; πόλεως οὐκ ἀσήμου τῆς ; Κιλικίας δέομαι ; δέ σου· ἐπίτρεψόν μοι πρὸς λαλῆσαι τὸν ; λαόν.