ك
إصحاح
G2991
G2992. laós
G2993
المعنى المختصر للكلمة
laós: a people (in general
اللفظ الأصلي λαός
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق laós (lah-os)
تكرار الورود في الكتاب 126 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل
1 a people (in general
2 thus differing from , which denotes one's own populace)
الإنجليزية — KJV Translation Tags
people

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

τοῦ ; λαοῦ (18×) ὁ ; λαὸς (16×) τῷ ; λαῷ (14×) τὸν ; λαὸν (11×) τοῦ ; λαοῦ, (6×) λαὸν (6×) τῷ ; λαῷ.¶ (4×) τὸν ; λαόν. (4×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (126 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَلَمَّا أَذِنَ لَهُ، وَقَفَ بُولُسُ عَلَى الدَّرَجِ وَأَشَارَ بِيَدِهِ إِلَى الشَّعْبِ، فَصَارَ سُكُوتٌ عَظِيمٌ. فَنَادَى بِاللُّغَةِ الْعِبْرَانِيَّةِ قَائِلاً:
δὲ ἐπιτρέψαντος αὐτοῦ ἑστὼς ὁ ; Παῦλος ἐπὶ τῶν ; ἀναβαθμῶν κατέσεισεν τῇ ; χειρὶ τῷ λαῷ, δὲ ; γενομένης σιγῆς πολλῆς προσεφώνησεν τῇ ; διαλέκτῳ Ἑβραΐδι λέγων·¶
مُنْقِذًا إِيَّاكَ مِنَ الشَّعْبِ وَمِنَ الأُمَمِ الَّذِينَ أَنَا الآنَ أُرْسِلُكَ إِلَيْهِمْ،
ἐξαιρούμενός σε ἐκ τοῦ ; λαοῦ καὶ τῶν ; ἐθνῶν, οὓς νῦν; ἀποστέλλω ; σε εἰς
إِنْ يُؤَلَّمِ الْمَسِيحُ، يَكُنْ هُوَ أَوَّلَ قِيَامَةِ الأَمْوَاتِ، مُزْمِعًا أَنْ يُنَادِيَ بِنُورٍ لِلشَّعْبِ وَلِلأُمَمِ.
εἰ παθητὸς ὁ ; χριστός, εἰ ; πρῶτος ἐξ ; ἀναστάσεως νεκρῶν μέλλει καταγγέλλειν φῶς τῷ ; λαῷ καὶ ; τοῖς ; ἔθνεσιν.¶
وَبَعْدَ ثَلاَثَةِ أَيَّامٍ اسْتَدْعَى بُولُسُ الَّذِينَ كَانُوا وُجُوهَ الْيَهُودِ. فَلَمَّا اجْتَمَعُوا قَالَ لَهُمْ: أَيُّهَا الرِّجَالُ الإِخْوَةُ، مَعَ أَنِّي لَمْ أَفْعَلْ شَيْئًا ضِدَّ الشَّعْبِ أَوْ عَوَائِدِ الآبَاءِ، أُسْلِمْتُ مُقَيَّدًا مِنْ أُورُشَلِيمَ إِلَى أَيْدِي الرُّومَانِيِّينَ،
Ἐγένετο ; δὲ ; μετὰ τρεῖς ἡμέρας συγκαλέσασθαι τὸν ; Παῦλον τοὺς ὄντας πρώτους· τῶν ; Ἰουδαίων δὲ συνελθόντων ἔλεγεν πρὸς ; αὐτούς· ἄνδρες ἀδελφοί, ἐγώ, οὐδὲν ; ποιήσας ἐναντίον τῷ ; λαῷ ἢ τοῖς ; ἔθεσιν τοῖς ; πατρῴοις, παρεδόθην δέσμιος ἐξ Ἱεροσολύμων εἰς τὰς ; χεῖρας τῶν ; Ῥωμαίων,
قَائِلاً: اذْهَبْ إِلَى هذَا الشَّعْبِ وَقُلْ: سَتَسْمَعُونَ سَمْعًا وَلاَ تَفْهَمُونَ، وَسَتَنْظُرُونَ نَظَرًا وَلاَ تُبْصِرُونَ.
λέγον πορεύθητι πρὸς τοῦτον τὸν ; λαὸν καὶ ; εἰπόν· ἀκούσετε ἀκοῇ καὶ ; οὐ ; μὴ συνῆτε, καὶ ; βλέψετε βλέποντες καὶ ; οὐ ; μὴ ἴδητε·
لأَنَّ قَلْبَ هذَا الشَّعْبِ قَدْ غَلُظَ، وَبِآذَانِهِمْ سَمِعُوا ثَقِيلاً، وَأَعْيُنُهُمْ أَغْمَضُوهَا. لِئَلاَّ يُبْصِرُوا بِأَعْيُنِهِمْ وَيَسْمَعُوا بِآذَانِهِمْ وَيَفْهَمُوا بِقُلُوبِهِمْ وَيَرْجِعُوا، فَأَشْفِيَهُمْ.
γὰρ ἡ ; καρδία τούτου, τοῦ ; λαοῦ ἐπαχύνθη καὶ ; τοῖς ; ὠσὶν ἤκουσαν βαρέως καὶ ; τοὺς ; ὀφθαλμοὺς ; αὐτῶν ἐκάμμυσαν· μήποτε ἴδωσιν τοῖς ; ὀφθαλμοῖς καὶ ; ἀκούσωσιν τοῖς ; ὠσὶν καὶ ; συνῶσιν τῇ ; καρδίᾳ καὶ ; ἐπιστρέψωσιν καὶ ; ἰάσωμαι; αὐτούς.¶
أَمَّا مِنْ جِهَةِ إِسْرَائِيلَ فَيَقُولُ: طُولَ النَّهَارِ بَسَطْتُ يَدَيَّ إِلَى شَعْبٍ مُعَانِدٍ وَمُقَاوِمٍ.
δὲ πρὸς τὸν ; Ἰσραὴλ λέγει· ὅλην τὴν ; ἡμέραν ἐξεπέτασα τὰς ; χεῖράς ; μου πρὸς λαὸν ἀπειθοῦντα καὶ ; ἀντιλέγοντα.¶
وَأَيْضًا: سَبِّحُوا الرَّبَّ يَا جَمِيعَ الأُمَمِ، وَامْدَحُوهُ يَا جَمِيعَ الشُّعُوبِ
καὶ ; πάλιν· αἰνεῖτε τὸν ; κύριον, πάντα τὰ ; ἔθνη καὶ ; ἐπαινέσατε; αὐτὸν πάντες οἱ ; λαοί.
فَلاَ تَكُونُوا عَبَدَةَ أَوْثَانٍ كَمَا كَانَ أُنَاسٌ مِنْهُمْ، كَمَا هُوَ مَكْتُوبٌ: جَلَسَ الشَّعْبُ لِلأَكْلِ وَالشُّرْبِ، ثُمَّ قَامُوا لِلَّعِبِ.
μηδὲ γίνεσθε εἰδωλολάτραι καθώς τινες αὐτῶν ὥς γέγραπται· ἐκάθισεν ὁ ; λαὸς φαγεῖν καὶ ; πεῖν καὶ ἀνέστησαν παίζειν.
مَكْتُوبٌ فِي النَّامُوسِ: إِنِّي بِذَوِي أَلْسِنَةٍ أُخْرَى وَبِشِفَاهٍ أُخْرَى سَأُكَلِّمُ هذَا الشَّعْبَ، وَلاَ هكَذَا يَسْمَعُونَ لِي، يَقُولُ الرَّبُّ.
γέγραπται ἐν τῷ ; νόμῳ ὅτι ἐν ; ἑτερογλώσσοις καὶ ; ἐν ; χείλεσιν ἑτέροις λαλήσω τούτῳ, τῷ ; λαῷ καὶ ; οὐδ᾽ οὕτως εἰσακούσονταί μου, λέγει κύριος.
وَأَيَّةُ مُوَافَقَةٍ لِهَيْكَلِ اللهِ مَعَ الأَوْثَانِ. فَإِنَّكُمْ أَنْتُمْ هَيْكَلُ اللهِ الْحَيِّ، كَمَا قَالَ اللهُ: إِنِّي سَأَسْكُنُ فِيهِمْ وَأَسِيرُ بَيْنَهُمْ، وَأَكُونُ لَهُمْ إِلهًا، وَهُمْ يَكُونُونَ لِي شَعْبًا.
τίς ; δὲ συγκατάθεσις ναῷ θεοῦ μετὰ εἰδώλων; Ὑμεῖς; γὰρ ἐστε ναὸς θεοῦ ζῶντος, καθὼς εἶπεν ὁ ; θεὸς ὅτι ; ἐνοικήσω ἐν ; αὐτοῖς καὶ ; ἐμπεριπατήσω, καὶ ; ἔσομαι αὐτῶν θεὸς καὶ ; αὐτοὶ ἔσονταί μοι λαός.
الَّذِي بَذَلَ نَفْسَهُ لأَجْلِنَا، لِكَيْ يَفْدِيَنَا مِنْ كُلِّ إِثْمٍ، وَيُطَهِّرَ لِنَفْسِهِ شَعْبًا خَاصًّا غَيُورًا فِي أَعْمَال حَسَنَةٍ.
ὃς ἔδωκεν ἑαυτὸν ὑπὲρ ἵνα ἡμᾶς ; λυτρώσηται ἀπὸ πάσης ἀνομίας καὶ ; καθαρίσῃ ἑαυτῷ λαὸν περιούσιον, ζηλωτὴν ἔργων.¶ καλῶν
مِنْ ثَمَّ كَانَ يَنْبَغِي أَنْ يُشْبِهَ إِخْوَتَهُ فِي كُلِّ شَيْءٍ، لِكَيْ يَكُونَ رَحِيمًا، وَرَئِيسَ كَهَنَةٍ أَمِينًا فِي مَا ِللهِ حَتَّى يُكَفِّرَ خَطَايَا الشَّعْبِ.
ὅθεν ὤφειλεν ὁμοιωθῆναι, τοῖς ; ἀδελφοῖς κατὰ πάντα ἵνα γένηται ἐλεήμων καὶ ; ἀρχιερεὺς πιστὸς τὰ πρὸς τὸν ; θεὸν εἰς τὸ ; ἱλάσκεσθαι τὰς ; ἁμαρτίας τοῦ ; λαοῦ.
إِذًا بَقِيَتْ رَاحَةٌ لِشَعْبِ اللهِ.
ἄρα ἀπολείπεται σαββατισμὸς τῷ ; λαῷ τοῦ ; θεοῦ.
وَلِهذَا الضَّعْفِ يَلْتَزِمُ أَنَّهُ كَمَا يُقَدِّمُ عَنِ الْخَطَايَا لأَجْلِ الشَّعْبِ هكَذَا أَيْضًا لأَجْلِ نَفْسِهِ.
καὶ ; δι᾽ ταύτην ὀφείλει, καθὼς προσφέρειν ὑπὲρ ἁμαρτιῶν. περὶ τοῦ ; λαοῦ οὕτως καὶ περὶ αὐτοῦ
وَأَمَّا الَّذِينَ هُمْ مِنْ بَنِي لاَوِي، الَّذِينَ يَأْخُذُونَ الْكَهَنُوتَ، فَلَهُمْ وَصِيَّةٌ أَنْ يُعَشِّرُوا الشَّعْبَ بِمُقْتَضَى النَّامُوسِ، أَيْ إِخْوَتَهُمْ، مَعَ أَنَّهُمْ قَدْ خَرَجُوا مِنْ صُلْبِ إِبْرَاهِيمَ.
καὶ ; μὲν οἱ ἐκ τῶν ; υἱῶν Λευὶ λαμβάνοντες τὴν ; ἱερατείαν ἔχουσιν ἐντολὴν ἀποδεκατοῦν τὸν ; λαὸν κατὰ τὸν ; νόμον, τοῦτ᾽ ; ἔστιν τοὺς ; ἀδελφοὺς ; αὐτῶν, καίπερ ἐξεληλυθότας ἐκ τῆς ; ὀσφύος Ἀβραάμ.
فَلَوْ كَانَ بِالْكَهَنُوتِ الّلاَوِيِّ كَمَالٌ إِذِ الشَّعْبُ أَخَذَ النَّامُوسَ عَلَيْهِ مَاذَا كَانَتِ الْحَاجَةُ بَعْدُ إِلَى أَنْ يَقُومَ كَاهِنٌ آخَرُ عَلَى رُتْبَةِ مَلْكِي صَادَقَ. وَلاَ يُقَالُ عَلَى رُتْبَةِ هَارُونَ.
Εἰ ; μὲν ; οὖν ἦν, διὰ ; ἱερωσύνης τῆς ; Λευιτικῆς τελείωσις γὰρ ὁ ; λαὸς νενομοθέτητο ἐπ᾽ ; αὐτῇ τίς χρεία ἔτι ἀνίστασθαι ἱερέα ἕτερον κατὰ τὴν ; τάξιν Μελχισέδεκ καὶ ; οὐ λέγεσθαι; κατὰ τὴν ; τάξιν Ἀαρὼν
الَّذِي لَيْسَ لَهُ اضْطِرَارٌ كُلَّ يَوْمٍ مِثْلُ رُؤَسَاءِ الْكَهَنَةِ أَنْ يُقَدِّمَ ذَبَائِحَ أَوَّلاً عَنْ خَطَايَا نَفْسِهِ ثُمَّ عَنْ خَطَايَا الشَّعْبِ، لأَنَّهُ فَعَلَ هذَا مَرَّةً وَاحِدَةً، إِذْ قَدَّمَ نَفْسَهُ.
ὃς οὐκ ἔχει ἀνάγκην καθ᾽ ἡμέραν ὥσπερ οἱ ; ἀρχιερεῖς ἀναφέρειν θυσίας πρότερον ὑπὲρ τῶν ; ἁμαρτιῶν ἰδίων ἔπειτα τῶν ; τοῦ λαοῦ· γὰρ ἐποίησεν τοῦτο ἐφάπαξ ἀνενέγκας. ἑαυτὸν
لأَنَّ هذَا هُوَ الْعَهْدُ الَّذِي أَعْهَدُهُ مَعَ بَيْتِ إِسْرَائِيلَ بَعْدَ تِلْكَ الأَيَّامِ، يَقُولُ الرَّبُّ: أَجْعَلُ نَوَامِيسِي فِي أَذْهَانِهِمْ، وَأَكْتُبُهَا عَلَى قُلُوبِهِمْ، وَأَنَا أَكُونُ لَهُمْ إِلهًا وَهُمْ يَكُونُونَ لِي شَعْبًا.
ὅτι αὕτη ἡ ; διαθήκη ἣν διαθήσομαι τῷ οἴκῳ Ἰσραὴλ μετὰ ἐκείνας, τὰς ; ἡμέρας λέγει κύριος, διδοὺς νόμους ; μου εἰς τὴν ; διάνοιαν ; αὐτῶν ἐπιγράψω ; αὐτούς· ἐπὶ καρδίας ; αὐτῶν καὶ ; ἔσομαι αὐτοῖς εἰς ; θεόν, καὶ ; αὐτοὶ ἔσονταί μοι εἰς ; λαόν.
وَأَمَّا إِلَى الثَّانِي فَرَئِيسُ الْكَهَنَةِ فَقَطْ مَرَّةً فِي السَّنَةِ، لَيْسَ بِلاَ دَمٍ يُقَدِّمُهُ عَنْ نَفْسِهِ وَعَنْ جَهَالاَتِ الشَّعْبِ،
δὲ εἰς τὴν ; δευτέραν ὁ ; ἀρχιερεὺς μόνος ἅπαξ τοῦ ; ἐνιαυτοῦ οὐ χωρὶς αἵματος ὃ ; προσφέρει ὑπὲρ ἑαυτοῦ καὶ ; τῶν ; ἀγνοημάτων· τοῦ ; λαοῦ
لأَنَّ مُوسَى بَعْدَمَا كَلَّمَ جَمِيعَ الشَّعْبِ بِكُلِّ وَصِيَّةٍ بِحَسَبِ النَّامُوسِ، أَخَذَ دَمَ الْعُجُولِ وَالتُّيُوسِ، مَعَ مَاءٍ، وَصُوفًا قِرْمِزِيًّا وَزُوفَا، وَرَشَّ الْكِتَابَ وَجَمِيعَ الشَّعْبِ،
γὰρ Μωϋσέως λαληθείσης παντὶ τῷ ; λαῷ, πάσης ἐντολῆς κατὰ τὸν ; νόμον λαβὼν τὸ ; αἷμα τῶν ; μόσχων καὶ ; τῶν ; τράγων μετὰ ὕδατος καὶ ; ἐρίου κοκκίνου καὶ ; ὑσσώπου, ἐρράντισεν τὸ ; βιβλίον καὶ ; πάντα τὸν ; λαὸν
لأَنَّ مُوسَى بَعْدَمَا كَلَّمَ جَمِيعَ الشَّعْبِ بِكُلِّ وَصِيَّةٍ بِحَسَبِ النَّامُوسِ، أَخَذَ دَمَ الْعُجُولِ وَالتُّيُوسِ، مَعَ مَاءٍ، وَصُوفًا قِرْمِزِيًّا وَزُوفَا، وَرَشَّ الْكِتَابَ وَجَمِيعَ الشَّعْبِ،
γὰρ Μωϋσέως λαληθείσης παντὶ τῷ ; λαῷ, πάσης ἐντολῆς κατὰ τὸν ; νόμον λαβὼν τὸ ; αἷμα τῶν ; μόσχων καὶ ; τῶν ; τράγων μετὰ ὕδατος καὶ ; ἐρίου κοκκίνου καὶ ; ὑσσώπου, ἐρράντισεν τὸ ; βιβλίον καὶ ; πάντα τὸν ; λαὸν
مُفَضِّلاً بِالأَحْرَى أَنْ يُذَلَّ مَعَ شَعْبِ اللهِ عَلَى أَنْ يَكُونَ لَهُ تَمَتُّعٌ وَقْتِيٌّ بِالْخَطِيَّةِ،
ἑλόμενος μᾶλλον συγκακουχεῖσθαι τῷ ; λαῷ τοῦ ; θεοῦ ἢ ἔχειν ἀπόλαυσιν· πρόσκαιρον ἁμαρτίας
لِذلِكَ يَسُوعُ أَيْضًا، لِكَيْ يُقَدِّسَ الشَّعْبَ بِدَمِ نَفْسِهِ، تَأَلَّمَ خَارِجَ الْبَابِ.
Διὸ Ἰησοῦς, καὶ ἵνα ἁγιάσῃ τὸν ; λαόν, διὰ ; αἵματος τοῦ ; ἰδίου ἔπαθεν. ἔξω τῆς ; πύλης
وَأَمَّا أَنْتُمْ فَجِنْسٌ مُخْتَارٌ، وَكَهَنُوتٌ مُلُوكِيٌّ، أُمَّةٌ مُقَدَّسَةٌ، شَعْبُ اقْتِنَاءٍ، لِكَيْ تُخْبِرُوا بِفَضَائِلِ الَّذِي دَعَاكُمْ مِنَ الظُّلْمَةِ إِلَى نُورِهِ الْعَجِيبِ.
δὲ ὑμεῖς γένος ἐκλεκτόν, ἱεράτευμα, βασίλειον ἔθνος ἅγιον, λαὸς εἰς ; περιποίησιν, ὅπως ἐξαγγείλητε τὰς ; ἀρετὰς τοῦ καλέσαντος ἐκ σκότους εἰς αὐτοῦ ; φῶς· τὸ ; θαυμαστὸν
الَّذِينَ قَبْلاً لَمْ تَكُونُوا شَعْبًا، وَأَمَّا الآنَ فَأَنْتُمْ شَعْبُ اللهِ. الَّذِينَ كُنْتُمْ غَيْرَ مَرْحُومِينَ، وَأَمَّا الآنَ فَمَرْحُومُونَ.
οἵ ποτε οὐ λαός, δὲ νῦν λαὸς θεοῦ, οἱ οὐκ ἠλεημένοι, δὲ νῦν ἐλεηθέντες.¶
الَّذِينَ قَبْلاً لَمْ تَكُونُوا شَعْبًا، وَأَمَّا الآنَ فَأَنْتُمْ شَعْبُ اللهِ. الَّذِينَ كُنْتُمْ غَيْرَ مَرْحُومِينَ، وَأَمَّا الآنَ فَمَرْحُومُونَ.
οἵ ποτε οὐ λαός, δὲ νῦν λαὸς θεοῦ, οἱ οὐκ ἠλεημένοι, δὲ νῦν ἐλεηθέντες.¶
وَلكِنْ، كَانَ أَيْضًا فِي الشَّعْبِ أَنْبِيَاءُ كَذَبَةٌ، كَمَا سَيَكُونُ فِيكُمْ أَيْضًا مُعَلِّمُونَ كَذَبَةٌ، الَّذِينَ يَدُسُّونَ بِدَعَ هَلاَكٍ. وَإِذْ يُنْكِرُونَ الرَّبَّ الَّذِي اشْتَرَاهُمْ، يَجْلِبُونَ عَلَى أَنْفُسِهِمْ هَلاَكًا سَرِيعًا.
δὲ Ἐγένοντο καὶ ἐν τῷ ; λαῷ ψευδοπροφῆται ὡς ἔσονται ἐν ; ὑμῖν καὶ ψευδοδιδάσκαλοι, οἵτινες παρεισάξουσιν αἱρέσεις ἀπωλείας καὶ ἀρνούμενοι, τὸν ; δεσπότην ἀγοράσαντα ; αὐτοὺς ἐπάγοντες ἑαυτοῖς ἀπώλειαν· ταχινὴν
فَأُرِيدُ أَنْ أُذَكِّرَكُمْ، عَلِمْتُمْ هذَا مَرَّةً، أَنَّ الرَّبَّ بَعْدَمَا خَلَّصَ الشَّعْبَ مِنْ أَرْضِ مِصْرَ، أَهْلَكَ الَّذِينَ لَمْ يُؤْمِنُوا.
βούλομαι, Ὑπομνῆσαι ; ὑμᾶς εἰδότας ἅπαξ ὅτι κύριος δεύτερον σώσας λαὸν ἐκ γῆς Αἰγύπτου ἀπώλεσεν. τοὺς μὴ πιστεύσαντας
وَهُمْ يَتَرَنَّمُونَ تَرْنِيمَةً جَدِيدَةً قَائِلِينَ: مُسْتَحِق أَنْتَ أَنْ تَأْخُذَ السِّفْرَ وَتَفْتَحَ خُتُومَهُ، لأَنَّكَ ذُبِحْتَ وَاشْتَرَيْتَنَا للهِ بِدَمِكَ مِنْ كُلِّ قَبِيلَةٍ وَلِسَانٍ وَشَعْبٍ وَأُمَّةٍ،
καὶ ; ᾄδουσιν ᾠδὴν καινὴν λέγοντες· ἄξιος εἶ λαβεῖν τὸ ; βιβλίον καὶ ; ἀνοῖξαι τὰς ; σφραγῖδας ; αὐτοῦ, ὅτι ἐσφάγης καὶ ; ἠγόρασας ; ἡμᾶς τῷ ; θεῷ ἐν ; τῷ ; αἵματί ; σου ἐκ πάσης φυλῆς καὶ ; γλώσσης καὶ ; λαοῦ καὶ ; ἔθνους