ك
إصحاح
G2991
G2992. laós
G2993
المعنى المختصر للكلمة
laós: a people (in general
اللفظ الأصلي λαός
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق laós (lah-os)
تكرار الورود في الكتاب 126 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل
1 a people (in general
2 thus differing from , which denotes one's own populace)
الإنجليزية — KJV Translation Tags
people

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

τοῦ ; λαοῦ (18×) ὁ ; λαὸς (16×) τῷ ; λαῷ (14×) τὸν ; λαὸν (11×) τοῦ ; λαοῦ, (6×) λαὸν (6×) τῷ ; λαῷ.¶ (4×) τὸν ; λαόν. (4×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (126 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَلَمْ يَجِدُوا مَا يَفْعَلُونَ، لأَنَّ الشَّعْبَ كُلَّهُ كَانَ مُتَعَلِّقًا بِهِ يَسْمَعُ مِنْهُ.
καὶ ; οὐχ εὕρισκον τὸ ; τί ; ποιήσωσιν· γὰρ ὁ ; λαὸς ἅπας ἐξεκρέματο ἀκούων.¶ αὐτοῦ
وَفِي أَحَدِ تِلْكَ الأَيَّامِ إِذْ كَانَ يُعَلِّمُ الشَّعْبَ فِي الْهَيْكَلِ وَيُبَشِّرُ، وَقَفَ رُؤَسَاءُ الْكَهَنَةِ وَالْكَتَبَةُ مَعَ الشُّيُوخِ،
Καὶ ; ἐγένετο ; ἐν μιᾷ ἐκείνων τῶν ; ἡμερῶν διδάσκοντος ; αὐτοῦ τὸν ; λαὸν ἐν τῷ ; ἱερῷ καὶ ; εὐαγγελιζομένου ἐπέστησαν οἱ ; ἀρχιερεῖς καὶ ; οἱ ; γραμματεῖς σὺν τοῖς ; πρεσβυτέροις
وَإِنْ قُلْنَا: مِنَ النَّاسِ، فَجَمِيعُ الشَّعْبِ يَرْجُمُونَنَا، لأَنَّهُمْ وَاثِقُونَ بِأَنَّ يُوحَنَّا نَبِيٌّ.
ἐὰν ; δὲ εἴπωμεν· ἐξ ἀνθρώπων, πᾶς ὁ ; λαὸς καταλιθάσει ; ἡμᾶς· γάρ ; ἐστιν πεπεισμένος εἶναι. Ἰωάννην προφήτην
وَابْتَدَأَ يَقُولُ لِلشَّعْبِ هذَا الْمَثَلَ: إِنْسَانٌ غَرَسَ كَرْمًا وَسَلَّمَهُ إِلَى كَرَّامِينَ وَسَافَرَ زَمَانًا طَوِيلاً.
Ἤρξατο ; δὲ λέγειν πρὸς ; τὸν ; λαὸν ταύτην· τὴν ; παραβολὴν ἄνθρωπός ; τις ἐφύτευσεν ἀμπελῶνα καὶ ; ἐξέδετο ; αὐτὸν γεωργοῖς καὶ ; ἀπεδήμησεν χρόνους ἱκανούς.
فَطَلَبَ رُؤَسَاءُ الْكَهَنَةِ وَالْكَتَبَةُ أَنْ يُلْقُوا الأَيَادِيَ عَلَيْهِ فِي تِلْكَ السَّاعَةِ، وَلكِنَّهُمْ خَافُوا الشَّعْبَ، لأَنَّهُمْ عَرَفُوا أَنَّهُ قَالَ هذَا الْمَثَلَ عَلَيْهِمْ.
Καὶ ; ἐζήτησαν οἱ ; ἀρχιερεῖς γραμματεῖς ; οἱ ἐπιβαλεῖν τὰς ; χεῖρας ἐπ᾽ ; αὐτὸν ἐν αὐτῇ τῇ ; ὥρᾳ καὶ ἐφοβήθησαν τὸν ; λαόν· γὰρ ἔγνωσαν ὅτι εἶπεν ταύτην.¶ τὴν ; παραβολὴν πρὸς ; αὐτοὺς
فَلَمْ يَقْدِرُوا أَنْ يُمْسِكُوهُ بِكَلِمَةٍ قُدَّامَ الشَّعْبِ، وَتَعَجَّبُوا مِنْ جَوَابِهِ وَسَكَتُوا.
καὶ ; οὐκ ἴσχυσαν ἐπιλαβέσθαι αὐτοῦ ; ῥήματος ἐναντίον τοῦ ; λαοῦ, καὶ ; θαυμάσαντες ἐπὶ τῇ ; ἀποκρίσει ; αὐτοῦ ἐσίγησαν.¶
وَفِيمَا كَانَ جَمِيعُ الشَّعْبِ يَسْمَعُونَ قَالَ لِتَلاَمِيذِهِ:
δὲ παντὸς τοῦ ; λαοῦ Ἀκούοντος εἶπεν τοῖς ; μαθηταῖς ; αὐτοῦ·
وَوَيْلٌ لِلْحَبَالَى وَالْمُرْضِعَاتِ فِي تِلْكَ الأَيَّامِ. لأَنَّهُ يَكُونُ ضِيقٌ عَظِيمٌ عَلَى الأَرْضِ وَسُخْطٌ عَلَى هذَا الشَّعْبِ.
Οὐαὶ ; δὲ ταῖς ; ἐν ; γαστρὶ ; ἐχούσαις καὶ ; ταῖς ; θηλαζούσαις ἐν ἐκείναις ταῖς ; ἡμέραις· γὰρ ἔσται ἀνάγκη μεγάλη ἐπὶ τῆς ; γῆς καὶ ; ὀργὴ ἐν τούτῳ, τῷ ; λαῷ
وَكَانَ كُلُّ الشَّعْبِ يُبَكِّرُونَ إِلَيْهِ فِي الْهَيْكَلِ لِيَسْمَعُوهُ.
καὶ πᾶς ὁ ; λαὸς ὤρθριζεν πρὸς ; αὐτὸν ἐν τῷ ; ἱερῷ ἀκούειν ; αὐτοῦ.¶
وَكَانَ رُؤَسَاءُ الْكَهَنَةِ وَالْكَتَبَةُ يَطْلُبُونَ كَيْفَ يَقْتُلُونَهُ، لأَنَّهُمْ خَافُوا الشَّعْبَ.
καὶ οἱ ; ἀρχιερεῖς καὶ ; οἱ ; γραμματεῖς ἐζήτουν πῶς ἀνέλωσιν ; αὐτόν· γὰρ ἐφοβοῦντο τὸν ; λαόν.
وَلَمَّا كَانَ النَّهَارُ اجْتَمَعَتْ مَشْيَخَةُ الشَّعْبِ: رُؤَسَاءُ الْكَهَنَةِ وَالْكَتَبَةُ، وَأَصْعَدُوهُ إِلَى مَجْمَعِهِمْ
Καὶ ; ὡς ἐγένετο ἡμέρα, συνήχθη τὸ ; πρεσβυτέριον τοῦ ; λαοῦ, ἀρχιερεῖς τε ; καὶ ; γραμματεῖς, καὶ ; ἀνήγαγον; αὐτὸν εἰς τὸ ; συνέδριον ; ἑαυτῶν
فَكَانُوا يُشَدِّدُونَ قَائِلِينَ: إِنَّهُ يُهَيِّجُ الشَّعْبَ وَهُوَ يُعَلِّمُ فِي كُلِّ الْيَهُودِيَّةِ مُبْتَدِئًا مِنَ الْجَلِيلِ إِلَى هُنَا.
δὲ οἱ ; ἐπίσχυον λέγοντες ὅτι ἀνασείει τὸν ; λαὸν διδάσκων καθ᾽ ὅλης τῆς ; Ἰουδαίας ἀρξάμενος ἀπὸ τῆς ; Γαλιλαίας ἕως ὧδε.¶
فَدَعَا بِيلاَطُسُ رُؤَسَاءَ الْكَهَنَةِ وَالْعُظَمَاءَ وَالشَّعْبَ،
δὲ ; συγκαλεσάμενος Πιλᾶτος τοὺς ; ἀρχιερεῖς καὶ ; τοὺς ; ἄρχοντας καὶ ; τὸν ; λαὸν
وَقَالَ لَهُمْ: قَدْ قَدَّمْتُمْ إِلَيَّ هذَا الإِنْسَانَ كَمَنْ يُفْسِدُ الشَّعْبَ. وَهَا أَنَا قَدْ فَحَصْتُ قُدَّامَكُمْ وَلَمْ أَجِدْ فِي هذَا الإِنْسَانِ عِلَّةً مِمَّا تَشْتَكُونَ بِهِ عَلَيْهِ.
εἶπεν πρὸς ; αὐτούς· προσηνέγκατέ μοι τοῦτον τὸν ; ἄνθρωπον ὡς ἀποστρέφοντα τὸν ; λαόν· καὶ ; ἰδοὺ ἐγὼ ἀνακρίνας ἐνώπιον ; ὑμῶν οὐθὲν εὗρον ἐν τούτῳ τῷ ; ἀνθρώπῳ αἴτιον ὧν κατηγορεῖτε κατ᾽ ; αὐτοῦ·
وَتَبِعَهُ جُمْهُورٌ كَثِيرٌ مِنَ الشَّعْبِ، وَالنِّسَاءِ اللَّوَاتِي كُنَّ يَلْطِمْنَ أَيْضًا وَيَنُحْنَ عَلَيْهِ.
Ἠκολούθει ; δὲ ; αὐτῷ πλῆθος πολὺ τοῦ λαοῦ καὶ ; γυναικῶν αἳ ἐκόπτοντο καὶ καὶ ; ἐθρήνουν αὐτόν.
وَكَانَ الشَّعْبُ وَاقِفِينَ يَنْظُرُونَ، وَالرُّؤَسَاءُ أَيْضًا مَعَهُمْ يَسْخَرُونَ بِهِ قَائِلِينَ: خَلَّصَ آخَرِينَ، فَلْيُخَلِّصْ نَفْسَهُ إِنْ كَانَ هُوَ الْمَسِيحَ مُخْتَارَ اللهِ..
καὶ ὁ ; λαὸς εἱστήκει θεωρῶν. δὲ ; οἱ ; ἄρχοντες καὶ σὺν ; αὐτοῖς ἐξεμυκτήριζον λέγοντες· ἔσωσεν, ἄλλους σωσάτω ἑαυτόν, εἰ ἐστιν οὗτός ὁ ; χριστὸς ὁ ; ἐκλεκτός.¶ τοῦ ; θεοῦ
فَقَالَ لَهُمَا: وَمَا هِيَ. فَقَالاَ: الْمُخْتَصَّةُ بِيَسُوعَ النَّاصِرِيِّ، الَّذِي كَانَ إِنْسَانًا نَبِيًّا مُقْتَدِرًا فِي الْفِعْلِ وَالْقَوْلِ أَمَامَ اللهِ وَجَمِيعِ الشَّعْبِ.
καὶ ; εἶπεν αὐτοῖς· ποῖα; οἱ ; δὲ ; εἶπαν ; αὐτῷ· τὰ ; περὶ Ἰησοῦ τοῦ ; Ναζωραίου ὃς ἐγένετο ἀνὴρ προφήτης δυνατὸς ἐν ἔργῳ καὶ ; λόγῳ ἐναντίον τοῦ ; θεοῦ καὶ ; παντὸς τοῦ ; λαοῦ,
ثُمَّ حَضَرَ أَيْضًا إِلَى الْهَيْكَلِ فِي الصُّبْحِ، وَجَاءَ إِلَيْهِ جَمِيعُ الشَّعْبِ فَجَلَسَ يُعَلِّمُهُمْ.
δὲ παρεγένετο πάλιν εἰς τὸ ; ἱερὸν, ὄρθρου καὶ ; ἤρχετο πρὸς ; αὐτόν, πᾶς ὁ ; λαὸς καὶ ; καθίσας ἐδίδασκεν ; αὐτούς.
وَلاَ تُفَكِّرُونَ أَنَّهُ خَيْرٌ لَنَا أَنْ يَمُوتَ إِنْسَانٌ وَاحِدٌ عَنِ الشَّعْبِ وَلاَ تَهْلِكَ الأُمَّةُ كُلُّهَا..
οὐδὲ διαλογίζεσθε ὅτι συμφέρει ἡμῖν ἵνα ἀποθάνῃ ἄνθρωπος εἷς ὑπὲρ τοῦ ; λαοῦ, καὶ ; μὴ ἀπόληται. τὸ ; ἔθνος ὅλον
وَكَانَ قَيَافَا هُوَ الَّذِي أَشَارَ عَلَى الْيَهُودِ أَنَّهُ خَيْرٌ أَنْ يَمُوتَ إِنْسَانٌ وَاحِدٌ عَنِ الشَّعْبِ.
ἦν ; δὲ Καϊάφας ὁ συμβουλεύσας τοῖς Ἰουδαίοις ὅτι συμφέρει ἀπολέσθαι ἄνθρωπον ἕνα ὑπὲρ τοῦ ; λαοῦ.¶
مُسَبِّحِينَ اللهَ، وَلَهُمْ نِعْمَةٌ لَدَى جَمِيعِ الشَّعْبِ. وَكَانَ الرَّبُّ كُلَّ يَوْمٍ يَضُمُّ إِلَى الْكَنِيسَةِ الَّذِينَ يَخْلُصُونَ.
αἰνοῦντες τὸν ; θεὸν καὶ ; ἔχοντες χάριν πρὸς ὅλον τὸν ; λαόν. δὲ ὁ ; κύριος καθ᾽ ἡμέραν προσετίθει ἐπὶ τοὺς ; ἐκκλησία τοὺς σῳζομένους
وَأَبْصَرَهُ جَمِيعُ الشَّعْبِ وَهُوَ يَمْشِي وَيُسَبِّحُ اللهَ.
Καὶ ; εἶδεν ; αὐτὸν πᾶς ὁ ; λαὸς περιπατοῦντα καὶ ; αἰνοῦντα τὸν ; θεόν.
وَبَيْنَمَا كَانَ الرَّجُلُ الأَعْرَجُ الَّذِي شُفِيَ مُتَمَسِّكًا بِبُطْرُسَ وَيُوحَنَّا، تَرَاكَضَ إِلَيْهِمْ جَمِيعُ الشَّعْبِ إِلَى الرِّوَاقِ الَّذِي يُقَالُ لَهُ رِوَاقُ سُلَيْمَانَ وَهُمْ مُنْدَهِشُونَ.
δὲ χωλοῦ τοῦ; ἰαθέντος κρατοῦντος τὸν ; Πέτρον καὶ ; Ἰωάννην συνέδραμεν πρὸς ; αὐτοὺς πᾶς ὁ ; λαὸς ἐπὶ τῇ ; στοᾷ τῇ καλουμένῃ Σολομῶντος ἔκθαμβοι.
فَلَمَّا رَأَى بُطْرُسُ أَجَابَ الشَّعْبَ: أَيُّهَا الرِّجَالُ الإِسْرَائِيلِيُّونَ، مَا بَالُكُمْ تَتَعَجَّبُونَ مِنْ هذَا. وَلِمَاذَا تَشْخَصُونَ إِلَيْنَا، كَأَنَّنَا بِقُوَّتِنَا أَوْ تَقْوَانَا قَدْ جَعَلْنَا هذَا يَمْشِي.
ἰδὼν ; δὲ Πέτρος ἀπεκρίνατο πρὸς ; τὸν ; λαόν· ἄνδρες Ἰσραηλῖται, τί θαυμάζετε ἐπὶ τούτῳ, ἢ ; τί ἀτενίζετε ἡμῖν ὡς ἰδίᾳ ; δυνάμει ἢ εὐσεβείᾳ πεποιηκόσιν τοῦ ; αὐτόν; περιπατεῖν
وَيَكُونُ أَنَّ كُلَّ نَفْسٍ لاَ تَسْمَعُ لِذلِكَ النَّبِيِّ تُبَادُ مِنَ الشَّعْبِ.
ἔσται ; δὲ πᾶσα ψυχὴ ἥτις ; ἂν; μὴ ἀκούσῃ τοῦ ; ἐκείνου προφήτου ἐξολεθρευθήσεται ἐκ τοῦ ; λαοῦ.
وَبَيْنَمَا هُمَا يُخَاطِبَانِ الشَّعْبَ، أَقْبَلَ عَلَيْهِمَا الْكَهَنَةُ وَقَائِدُ جُنْدِ الْهَيْكَلِ وَالصَّدُّوقِيُّونَ،
δὲ αὐτῶν Λαλούντων πρὸς ; τὸν ; λαὸν ἐπέστησαν αὐτοῖς οἱ ; ἱερεῖς καὶ ; ὁ ; στρατηγὸς τοῦ ; ἱεροῦ καὶ ; οἱ ; Σαδδουκαῖοι,
مُتَضَجِّرِينَ مِنْ تَعْلِيمِهِمَا الشَّعْبَ، وَنِدَائِهِمَا فِي يَسُوعَ بِالْقِيَامَةِ مِنَ الأَمْوَاتِ.
διαπονούμενοι διὰ τὸ ; διδάσκειν ; αὐτοὺς τὸν ; λαὸν καὶ ; καταγγέλλειν ἐν τῷ ; Ἰησοῦ τὴν ; ἀνάστασιν ἐκ τὴν ; νεκρῶν·
حِينَئِذٍ امْتَلأَ بُطْرُسُ مِنَ الرُّوحِ الْقُدُسِ وَقَالَ لَهُمْ: يَا رُؤَسَاءَ الشَّعْبِ وَشُيُوخَ إِسْرَائِيلَ،
Τότε πλησθεὶς Πέτρος πνεύματος ἁγίου εἶπεν πρὸς ; αὐτούς· ἄρχοντες τοῦ ; λαοῦ καὶ ; πρεσβύτεροι τοῦ ; Ἰσραήλ,
فَلْيَكُنْ مَعْلُومًا عِنْدَ جَمِيعِكُمْ وَجَمِيعِ شَعْبِ إِسْرَائِيلَ، أَنَّهُ بِاسْمِ يَسُوعَ الْمَسِيحِ النَّاصِرِيِّ، الَّذِي صَلَبْتُمُوهُ أَنْتُمُ، الَّذِي أَقَامَهُ اللهُ مِنَ الأَمْوَاتِ، بِذَاكَ وَقَفَ هذَا أَمَامَكُمْ صَحِيحًا.
ἔστω γνωστὸν πᾶσιν ; ὑμῖν καὶ ; παντὶ τῷ ; λαῷ Ἰσραὴλ ὅτι ἐν ; τῷ ; ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ ; Ναζωραίου ὃν ἐσταυρώσατε, ὑμεῖς ὃν ἤγειρεν ὁ ; θεὸς ἐκ νεκρῶν, ἐν ; τούτῳ παρέστηκεν οὗτος ἐνώπιον ; ὑμῶν ὑγιής.
وَلكِنْ لِئَلاَّ تَشِيعَ أَكْثَرَ فِي الشَّعْبِ، لِنُهَدِّدْهُمَا تَهْدِيدًا أَنْ لاَ يُكَلِّمَا أَحَدًا مِنَ النَّاسِ فِيمَا بَعْدُ بِهذَا الاسْمِ.
ἀλλ᾽ ἵνα ; μὴ διανεμηθῇ ἐπὶ ; πλεῖον εἰς τὸν ; λαόν, ἀπειλησώμεθα ; αὐτοῖς ἀπειλῇ λαλεῖν ; μηδενὶ ; ἀνθρώπων. μηκέτι ἐπὶ ; τούτῳ τῷ ; ὀνόματι