المعنى المختصر للكلمة
laós:
a people (in general
اللفظ الأصلي
λαός
نوع الكلمة
اسم
طريقة النطق
laós
(lah-os)
تكرار الورود في الكتاب
126
مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
1
a people (in general
2
thus differing from
, which denotes one's own populace)
الإنجليزية — KJV Translation Tags
people
أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك
أشكال الكلمة في النص الأصلي:
τοῦ ; λαοῦ (18×)
ὁ ; λαὸς (16×)
τῷ ; λαῷ (14×)
τὸν ; λαὸν (11×)
τοῦ ; λαοῦ, (6×)
λαὸν (6×)
τῷ ; λαῷ.¶ (4×)
τὸν ; λαόν. (4×)
شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (126 آية)
شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
متى 1: 21
Mat.1.21
فَسَتَلِدُ ابْنًا وَتَدْعُو اسْمَهُ يَسُوعَ. لأَنَّهُ يُخَلِّصُ شَعْبَهُ مِنْ خَطَايَاهُمْ.
τέξεται ; δὲ υἱόν, καὶ ; καλέσεις τὸ ; ὄνομα ; αὐτοῦ Ἰησοῦν· αὐτὸς ; γὰρ σώσει τὸν ; αὐτοῦ ; λαὸν ἀπὸ ἁμαρτιῶν ; αὐτῶν.¶ ; τῶν
متى 2: 4
Mat.2.4
فَجَمَعَ كُلَّ رُؤَسَاءِ الْكَهَنَةِ وَكَتَبَةِ الشَّعْب، وَسَأَلَهُمْ: أَيْنَ يُولَدُ الْمَسِيحُ.
καὶ ; συναγαγὼν πάντας τοὺς ; ἀρχιερεῖς καὶ ; γραμματεῖς τοῦ ; λαοῦ ἐπυνθάνετο ; παρ᾽ ; αὐτῶν ποῦ γεννᾶται. ὁ ; χριστὸς
متى 4: 16
Mat.4.16
الشَّعْبُ الْجَالِسُ فِي ظُلْمَةٍ أَبْصَرَ نُورًا عَظِيمًا، وَالْجَالِسُونَ فِي كُورَةِ الْمَوْتِ وَظِلاَلِهِ أَشْرَقَ عَلَيْهِمْ نُورٌ.
ὁ ; λαὸς ὁ ; καθήμενος ἐν σκότει εἶδεν φῶς μέγα, καὶ ; τοῖς ; καθημένοις ἐν χώρᾳ θανάτου καὶ ; σκιᾷ ἀνέτειλεν αὐτοῖς.¶ φῶς
متى 9: 35
Mat.9.35
وَكَانَ يَسُوعُ يَطُوفُ الْمُدُنَ كُلَّهَا وَالْقُرَى يُعَلِّمُ فِي مَجَامِعِهَا، وَيَكْرِزُ بِبِشَارَةِ الْمَلَكُوتِ، وَيَشْفِي كُلَّ مَرَضٍ وَكُلَّ ضُعْفٍ فِي الشَّعْبِ.
Καὶ ὁ ; Ἰησοῦς περιῆγεν τὰς ; πόλεις πάσας καὶ ; τὰς ; κώμας διδάσκων ἐν ταῖς ; συναγωγαῖς ; αὐτῶν καὶ ; κηρύσσων τὸ ; εὐαγγέλιον τῆς ; βασιλείας θεραπεύων πᾶσαν νόσον καὶ ; πᾶσαν μαλακίαν ἐν τῷ ; λαῷ.¶
متى 13: 15
Mat.13.15
لأَنَّ قَلْبَ هذَا الشَّعْب قَدْ غَلُظَ، وَآذَانَهُمْ قَدْ ثَقُلَ سَمَاعُهَا. وَغَمَّضُوا عُيُونَهُمْ، لِئَلاَّ يُبْصِرُوا بِعُيُونِهِمْ، وَيَسْمَعُوا بِآذَانِهِمْ، وَيَفْهَمُوا بِقُلُوبِهِمْ، وَيَرْجِعُوا فَأَشْفِيَهُمْ.
γὰρ ἡ ; καρδία τούτου, τοῦ ; λαοῦ ἐπαχύνθη καὶ ; τοῖς ; ὠσὶν βαρέως ἤκουσαν, ἐκάμμυσαν· τοὺς ; ὀφθαλμοὺς ; αὐτῶν μήποτε ἴδωσιν τοῖς ; ὀφθαλμοῖς καὶ ; ἀκούσωσιν τοῖς ; ὠσὶν συνῶσιν ; καὶ τῇ ; καρδίᾳ καὶ ; ἐπιστρέψωσιν καὶ ; ἰάσωμαι; αὐτούς.¶
متى 15: 8
Mat.15.8
يَقْتَرِبُ إِلَيَّ هذَا الشَّعْبُ بِفَمِهِ، وَيُكْرِمُني بِشَفَتَيْهِ، وَأَمَّا قَلْبُهُ فَمُبْتَعِدٌ عَنِّي بَعِيدًا.
Ἐγγίζει μοι οὗτος Ὁ ; λαὸς τῷ ; στόματι ; αὐτῶν καὶ ; με ; τιμᾷ, τοῖς ; χείλεσίν δὲ ἡ ; καρδία ; αὐτῶν ἀπέχει ἀπ᾽ ; ἐμοῦ. πόρρω
متى 21: 23
Mat.21.23
وَلَمَّا جَاءَ إِلَى الْهَيْكَلِ تَقَدَّمَ إِلَيْهِ رُؤَسَاءُ الْكَهَنَةِ وَشُيُوخُ الشَّعْب وَهُوَ يُعَلِّمُ، قَائِلِينَ: بِأَيِّ سُلْطَانٍ تَفْعَلُ هذَا. وَمَنْ أَعْطَاكَ هذَا السُّلْطَانَ.
Καὶ ἐλθόντι; αὐτῷ εἰς τὸ ; ἱερὸν προσῆλθον αὐτῷ οἱ ; ἀρχιερεῖς καὶ ; οἱ ; πρεσβύτεροι τοῦ ; λαοῦ διδάσκοντι λέγοντες· ἐν ; ποίᾳ ἐξουσίᾳ ποιεῖς ταῦτα καὶ ; τίς σοι ; ἔδωκεν ταύτην;¶ τὴν ; ἐξουσίαν
متى 26: 3
Mat.26.3
حِينَئِذٍ اجْتَمَعَ رُؤَسَاءُ الْكَهَنَةِ وَالْكَتَبَةُ وَشُيُوخُ الشَّعْب إِلَى دَارِ رَئِيسِ الْكَهَنَةِ الَّذِي يُدْعَى قَيَافَا،
Τότε συνήχθησαν οἱ ; ἀρχιερεῖς καὶ ; οἱ ; γραμματεῖς καὶ ; οἱ ; πρεσβύτεροι τοῦ ; λαοῦ εἰς τὴν ; αὐλὴν τοῦ ; ἀρχιερέως τοῦ λεγομένου Καϊάφα
متى 26: 5
Mat.26.5
وَلكِنَّهُمْ قَالُوا: لَيْسَ فِي الْعِيدِ لِئَلاَّ يَكُونَ شَغَبٌ فِي الشَّعْبِ.
δέ· ἔλεγον μὴ ἐν τῇ ; ἑορτῇ, ἵνα ; μὴ γένηται θόρυβος ἐν τῷ ; λαῷ.¶
متى 26: 47
Mat.26.47
وَفِيمَا هُوَ يَتَكَلَّمُ، إِذَا يَهُوذَا أَحَدُ الاثْنَيْ عَشَرَ قَدْ جَاءَ وَمَعَهُ جَمْعٌ كَثِيرٌ بِسُيُوفٍ وَعِصِيٍّ مِنْ عِنْدِ رُؤَسَاءِ الْكَهَنَةِ وَشُيُوخِ الشَّعْبِ.
Καὶ ; ἔτι αὐτοῦ λαλοῦντος ἰδοὺ Ἰούδας εἷς τῶν ; δώδεκα ἦλθεν, καὶ ; μετ᾽ ; αὐτοῦ ὄχλος πολὺς μετὰ ; μαχαιρῶν καὶ ; ξύλων ἀπὸ τῶν ; ἀρχιερέων καὶ ; πρεσβυτέρων τοῦ ; λαοῦ.
متى 27: 1
Mat.27.1
وَلَمَّا كَانَ الصَّبَاحُ تَشَاوَرَ جَمِيعُ رُؤَسَاءِ الْكَهَنَةِ وَشُيُوخُ الشَّعْب عَلَى يَسُوعَ حَتَّى يَقْتُلُوهُ،
δὲ γενομένης Πρωΐας συμβούλιον ; ἔλαβον πάντες οἱ ; ἀρχιερεῖς καὶ ; οἱ ; πρεσβύτεροι τοῦ ; λαοῦ κατὰ τοῦ ; Ἰησοῦ ὥστε θανατῶσαι ; αὐτόν,
متى 27: 25
Mat.27.25
فَأَجَابَ جَمِيعُ الشَّعْب وَقَالُوا: دَمُهُ عَلَيْنَا وَعَلَى أَوْلاَدِنَا.
ἀποκριθεὶς ; Καὶ πᾶς ὁ ; λαὸς εἶπεν· τὸ ; αὐτοῦ ; αἷμα ἐφ᾽ ; ἡμᾶς καὶ ; ἐπὶ τὰ ; ἡμῶν. ; τέκνα
متى 27: 64
Mat.27.64
فَمُرْ بِضَبْطِ الْقَبْرِ إِلَى الْيَوْمِ الثَّالِثِ، لِئَلاَّ يَأْتِيَ تَلاَمِيذُهُ لَيْلاً وَيَسْرِقُوهُ، وَيَقُولُوا لِلشَّعْبِ: إِنَّهُ قَامَ مِنَ الأَمْوَاتِ، فَتَكُونَ الضَّلاَلَةُ الأَخِيرَةُ أَشَرَّ مِنَ الأُولَى.
κέλευσον ; οὖν ἀσφαλισθῆναι τὸν ; τάφον ἕως τῆς ; ἡμέρας, τρίτης μήποτε ἐλθόντες οἱ ; μαθηταὶ ; αὐτοῦ νυκτὸς κλέψωσιν ; αὐτὸν εἴπωσιν ; καὶ τῷ ; λαῷ· ἠγέρθη ἀπὸ τῶν ; νεκρῶν. καὶ ; ἔσται πλάνη ; ἡ ἐσχάτη χείρων τῆς πρώτης.¶
مرقس 7: 6
Mrk.7.6
فَأَجَابَ وَقَالَ لَهُمْ: حَسَنًا تَنَبَّأَ إِشَعْيَاءُ عَنْكُمْ أَنْتُمُ الْمُرَائِينَ. كَمَا هُوَ مَكْتُوبٌ: هذَا الشَّعْبُ يُكْرِمُنِي بِشَفَتَيْهِ، وَأَمَّا قَلْبُهُ فَمُبْتَعِدٌ عَنِّي بَعِيدًا،
Ὁ ; δὲ ; ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτοῖς καλῶς ἐπροφήτευσεν Ἠσαΐας περὶ ὑμῶν τῶν ; ὑποκριτῶν, ὡς γέγραπται οὗτος ὁ ; λαὸς με ; τιμᾷ, τοῖς ; χείλεσίν δὲ ἡ ; καρδία ; αὐτῶν ἀπέχει ἀπ᾽ ; ἐμοῦ. πόρρω
مرقس 11: 32
Mrk.11.32
وَإِنْ قُلْنَا: مِنَ النَّاسِ. فَخَافُوا الشَّعْبَ. لأَنَّ يُوحَنَّا كَانَ عِنْدَ الْجَمِيعِ أَنَّهُ بِالْحَقِيقَةِ نَبِيٌّ.
ἀλλ᾽ ; ἐὰν εἴπωμεν· ἐξ ἀνθρώπων, ἐφοβοῦντο τὸν ; λαόν γὰρ τὸν ; Ἰωάννην εἶχον ἅπαντες ὅτι ; ἦν. ὄντως προφήτης
مرقس 14: 2
Mrk.14.2
وَلكِنَّهُمْ قَالُوا: لَيْسَ فِي الْعِيدِ، لِئَلاَّ يَكُونَ شَغَبٌ فِي الشَّعْبِ.
δέ ἔλεγον μὴ ἐν τῇ ; ἑορτῇ μήποτε ἔσται θόρυβος τοῦ λαοῦ.¶
لوقا 1: 10
Luk.1.10
وَكَانَ كُلُّ جُمْهُورِ الشَّعْبِ يُصَلُّونَ خَارِجًا وَقْتَ الْبَخُورِ.
καὶ ; ἦν πᾶν τὸ ; πλῆθος τοῦ ; λαοῦ προσευχόμενον ἔξω τῇ ; ὥρᾳ τοῦ ; θυμιάματος.¶
لوقا 1: 17
Luk.1.17
وَيَتَقَدَّمُ أَمَامَهُ بِرُوحِ إِيلِيَّا وَقُوَّتِهِ، لِيَرُدَّ قُلُوبَ الآبَاءِ إِلَى الأَبْنَاءِ، وَالْعُصَاةَ إِلَى فِكْرِ الأَبْرَارِ، لِكَيْ يُهَيِّئَ لِلرَّبِّ شَعْبًا مُسْتَعِدًّا.
καὶ ; αὐτὸς ; προελεύσεται ἐνώπιον ; αὐτοῦ ἐν ; πνεύματι Ἠλίου καὶ ; δυνάμει ἐπιστρέψαι καρδίας πατέρων ἐπὶ τέκνα καὶ ; ἀπειθεῖς ἐν φρονήσει δικαίων, ἑτοιμάσαι κυρίῳ λαὸν κατεσκευασμένον.¶
لوقا 1: 21
Luk.1.21
وَكَانَ الشَّعْبُ مُنْتَظِرِينَ زَكَرِيَّا وَمُتَعّجِّبِينَ مِنْ إِبْطَائِهِ فِي الْهَيْكَلِ.
Καὶ ; ἦν ὁ ; λαὸς προσδοκῶν τὸν ; Ζαχαρίαν καὶ ; ἐθαύμαζον ἐν τῷ ; χρονίζειν ; αὐτόν. ἐν τῷ ; ναῷ
لوقا 2: 10
Luk.2.10
فَقَالَ لَهُمُ الْمَلاَكُ: لاَ تَخَافُوا. فَهَا أَنَا أُبَشِّرُكُمْ بِفَرَحٍ عَظِيمٍ يَكُونُ لِجَمِيعِ الشَّعْبِ:
καὶ ; εἶπεν αὐτοῖς ὁ ; ἄγγελος· μὴ φοβεῖσθε· ἰδοὺ ; γὰρ εὐαγγελίζομαι ; ὑμῖν χαρὰν μεγάλην ἥτις ; ἔσται παντὶ τῷ ; λαῷ
لوقا 2: 31
Luk.2.31
الَّذِي أَعْدَدْتَهُ قُدَّامَ وَجْهِ جَمِيعِ الشُّعُوبِ.
ὃ ἡτοίμασας κατὰ πρόσωπον πάντων τῶν ; λαῶν,
لوقا 3: 15
Luk.3.15
وَإِذْ كَانَ الشَّعْبُ يَنْتَظِرُ، وَالْجَمِيعُ يُفَكِّرُونَ فِي قُلُوبِهِمْ عَنْ يُوحَنَّا لَعَلَّهُ الْمَسِيحُ،
δὲ τοῦ ; λαοῦ Προσδοκῶντος καὶ ; πάντων διαλογιζομένων ἐν ταῖς ; καρδίαις ; αὐτῶν περὶ τοῦ ; Ἰωάννου, μήποτε ; αὐτὸς ; εἴη ὁ ; χριστός,
لوقا 3: 18
Luk.3.18
وَبِأَشْيَاءَ أُخَرَ كَثِيرَةٍ كَانَ يَعِظُ الشَّعْبَ وَيُبَشِّرُهُمْ.
οὖν ; ἕτερα καὶ Πολλὰ παρακαλῶν τὸν ; λαόν.¶ εὐηγγελίζετο
لوقا 3: 21
Luk.3.21
وَلَمَّا اعْتَمَدَ جَمِيعُ الشَّعْبِ اعْتَمَدَ يَسُوعُ وَإِذْ كَانَ يُصَلِّي انْفَتَحَتِ السَّمَاءُ،
Ἐγένετο ; δὲ ἐν ; τῷ ; βαπτισθῆναι ἅπαντα τὸν ; λαὸν καὶ ; βαπτισθέντος Ἰησοῦ καὶ ; προσευχομένου ἀνεῳχθῆναι τὸν ; οὐρανὸν
لوقا 6: 17
Luk.6.17
وَنَزَلَ مَعَهُمْ وَوَقَفَ فِي مَوْضِعٍ سَهْل، وَجَمْعٌ مِنْ تَلاَمِيذِهِ، وَجُمْهُورٌ كَثِيرٌ مِنَ الشَّعْبِ، مِنْ جَمِيعِ الْيَهُودِيَّةِ وَأُورُشَلِيمَ وَسَاحِلِ صُورَ وَصَيْدَاءَ، الَّذِينَ جَاءُوا لِيَسْمَعُوهُ وَيُشْفَوْا مِنْ أَمْرَاضِهِمْ،
καὶ ; καταβὰς μετ᾽ ; αὐτῶν ἔστη ἐπὶ τόπου πεδινοῦ. καὶ ; ὄχλος μαθητῶν ; αὐτοῦ καὶ ; πλῆθος πολὺ τοῦ λαοῦ ἀπὸ πάσης τῆς ; Ἰουδαίας καὶ ; Ἰερουσαλὴμ καὶ ; τῆς ; παραλίου Τύρου καὶ ; Σιδῶνος οἳ ἦλθον ἀκοῦσαι ; αὐτοῦ καὶ ; ἰαθῆναι ἀπὸ τῶν ; νόσων ; αὐτῶν.
لوقا 7: 1
Luk.7.1
وَلَمَّا أَكْمَلَ أَقْوَالَهُ كُلَّهَا فِي مَسَامِعِ الشَّعْبِ دَخَلَ كَفْرَنَاحُومَ.
Ἐπει δὲ ἐπλήρωσεν τὰ ; ῥήματα ; αὐτοῦ πάντα εἰς τὰς ; ἀκοὰς τοῦ ; λαοῦ, εἰσῆλθεν εἰς ; Καφαρναούμ.
لوقا 7: 29
Luk.7.29
وَجَمِيعُ الشَّعْبِ إِذْ سَمِعُوا وَالْعَشَّارُونَ بَرَّرُوا اللهَ مُعْتَمِدِينَ بِمَعْمُودِيَّةِ يُوحَنَّا.
καὶ ; πᾶς ὁ ; λαὸς ἀκούσας καὶ ; οἱ ; τελῶναι ἐδικαίωσαν τὸν ; θεὸν βαπτισθέντες τὸ ; βάπτισμα Ἰωάννου.
لوقا 8: 47
Luk.8.47
فَلَمَّا رَأَتِ الْمَرْأَةُ أَنَّهَا لَمْ تَخْتَفِ، جَاءَتْ مُرْتَعِدَةً وَخَرَّتْ لَهُ، وَأَخْبَرَتْهُ قُدَّامَ جَمِيعِ الشَّعْبِ لأَيِّ سَبَبٍ لَمَسَتْهُ، وَكَيْفَ بَرِئَتْ فِي الْحَالِ.
δὲ ἰδοῦσα ἡ ; γυνὴ ὅτι οὐκ ἔλαθεν, ἦλθεν τρέμουσα καὶ ; προσπεσοῦσα αὐτῷ, ἀπήγγειλεν ; αὐτῷ ἐνώπιον παντὸς τοῦ ; λαοῦ δι᾽ ; ἣν αἰτίαν ἥψατο ; αὐτοῦ καὶ ; ὡς ἰάθη παραχρῆμα.
لوقا 9: 13
Luk.9.13
فَقَالَ لَهُمْ: أَعْطُوهُمْ أَنْتُمْ لِيَأْكُلُوا. فَقَالُوا: لَيْسَ عِنْدَنَا أَكْثَرُ مِنْ خَمْسَةِ أَرْغِفَةٍ وَسَمَكَتَيْنِ، إِلاَّ أَنْ نَذْهَبَ وَنَبْتَاعَ طَعَامًا لِهذَا الشَّعْبِ كُلِّهِ.
Εἶπεν ; δὲ πρὸς ; αὐτούς· δότε ; αὐτοῖς ὑμεῖς φαγεῖν. οἱ ; δὲ ; εἶπαν· οὐκ εἰσὶν ; ἡμῖν πλεῖον ἢ πέντε ἄρτοι καὶ ; ἰχθύες ; δύο, εἰ ; μήτι πορευθέντες ; ἡμεῖς ἀγοράσωμεν βρώματα. εἰς ; τοῦτον τὸν ; λαὸν πάντα
لوقا 18: 43
Luk.18.43
وَفِي الْحَالِ أَبْصَرَ، وَتَبِعَهُ وَهُوَ يُمَجِّدُ اللهَ. وَجَمِيعُ الشَّعْبِ إِذْ رَأَوْا سَبَّحُوا اللهَ.
καὶ παραχρῆμα ἀνέβλεψεν καὶ ; ἠκολούθει ; αὐτῷ δοξάζων τὸν ; θεόν. καὶ ; πᾶς ὁ ; λαὸς ἰδὼν ἔδωκεν ; αἶνον τῷ ; θεῷ.¶