ك
إصحاح
G2475
G2476. hístēmi
G2477
المعنى المختصر للكلمة
hístēmi: to stand (transitively or intransitively), used in various applications (literally or figuratively)
اللفظ الأصلي ἵστημι
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق hístēmi (his-tay-mee)
تكرار الورود في الكتاب 139 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل

to stand (transitively or intransitively), used in various applications (literally or figuratively)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
abide appoint bring continue covenant establish hold up lay present set (up) stanch stand (by, forth, still, up)

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἔστη (8×) ἑστῶτα (8×) ἑστὼς (8×) ἑστῶτας (6×) εἱστήκει (6×) ἕστηκεν (5×) ἑστηκότων (4×) εἱστήκεισαν (4×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (139 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَكَانَ الْعَبِيدُ وَالْخُدَّامُ وَاقِفِينَ، وَهُمْ قَدْ أَضْرَمُوا جَمْرًا لأَنَّهُ كَانَ بَرْدٌ، وَكَانُوا يَصْطَلُونَ، وَكَانَ بُطْرُسُ وَاقِفًا مَعَهُمْ يَصْطَلِي.
δὲ οἱ ; δοῦλοι καὶ ; οἱ ; ὑπηρέται εἱστήκεισαν πεποιηκότες, ἀνθρακιὰν ὅτι ἦν, ψῦχος καὶ ; ἐθερμαίνοντο· ἦν ; δὲ ὁ ; Πέτρος ἑστὼς μετ᾽ ; αὐτῶν καὶ ; θερμαινόμενος.¶
وَسِمْعَانُ بُطْرُسُ كَانَ وَاقِفًا يَصْطَلِي. فَقَالُوا لَهُ: أَلَسْتَ أَنْتَ أَيْضًا مِنْ تَلاَمِيذِهِ. فَأَنْكَرَ ذَاكَ وَقَالَ: لَسْتُ أَنَا..
δὲ ; Σίμων Πέτρος ἦν ἑστὼς καὶ ; θερμαινόμενος. εἶπον ; οὖν αὐτῷ· μὴ σὺ ; εἶ; καὶ ἐκ τῶν ; μαθητῶν ; αὐτοῦ ἠρνήσατο ; οὖν ἐκεῖνος καὶ ; εἶπεν· οὐκ εἰμί.
أَمَّا مَرْيَمُ فَكَانَتْ وَاقِفَةً عِنْدَ الْقَبْرِ خَارِجًا تَبْكِي. وَفِيمَا هِيَ تَبْكِي انْحَنَتْ إِلَى الْقَبْرِ،
δὲ Μαρία εἱστήκει πρὸς τὸ; μνημεῖον ἔξω κλαίουσα. ὡς ; οὖν ἔκλαιεν, παρέκυψεν εἰς τὸ ; μνημεῖον,
وَلَمَّا قَالَتْ هذَا الْتَفَتَتْ إِلَى الْوَرَاءِ، فَنَظَرَتْ يَسُوعَ وَاقِفًا، وَلَمْ تَعْلَمْ أَنَّهُ يَسُوعُ.
Καὶ εἰποῦσα ταῦτα ἐστράφη εἰς τὰ ; ὀπίσω καὶ ; θεωρεῖ τὸν ; Ἰησοῦν ἑστῶτα καὶ ; οὐκ ᾔδει ὅτι ; ἐστιν. ὁ ; Ἰησοῦς
وَلَمَّا كَانَتْ عَشِيَّةُ ذلِكَ الْيَوْمِ، وَهُوَ أَوَّلُ الأُسْبُوعِ، وَكَانَتِ الأَبْوَابُ مُغَلَّقَةً حَيْثُ كَانَ التَّلاَمِيذُ مُجْتَمِعِينَ لِسَبَبِ الْخَوْفِ مِنَ الْيَهُودِ، جَاءَ يَسُوعُ وَوَقَفَ فِي الْوَسْطِ، وَقَالَ لَهُمْ: سَلاَمٌ لَكُمْ.
Οὔσης ; οὖν ὀψίας ἐκείνῃ τῇ ; ἡμέρᾳ τῇ ; μιᾷ τῶν ; σαββάτων καὶ ; τῶν ; θυρῶν κεκλεισμένων ὅπου ἦσαν οἱ ; μαθηταὶ συνηγμένοι διὰ τὸν ; φόβον τῶν Ἰουδαίων, ἦλθεν ὁ ; Ἰησοῦς καὶ ; ἔστη εἰς τὸ ; μέσον καὶ ; λέγει αὐτοῖς· εἰρήνη ὑμῖν.
وَبَعْدَ ثَمَانِيَةِ أَيَّامٍ كَانَ تَلاَمِيذُهُ أَيْضًا دَاخِلاً وَتُومَا مَعَهُمْ. فَجَاءَ يَسُوعُ وَالأَبْوَابُ مُغَلَّقَةٌ، وَوَقَفَ فِي الْوَسْطِ وَقَالَ: سَلاَمٌ لَكُمْ..
Καὶ ; μεθ᾽ ὀκτὼ ἡμέρας ἦσαν οἱ ; μαθηταὶ πάλιν ἔσω καὶ ; Θωμᾶς μετ᾽ ; αὐτῶν. ἔρχεται ὁ ; Ἰησοῦς τῶν ; θυρῶν κεκλεισμένων ἔστη εἰς τὸ ; μέσον καὶ ; εἶπεν· εἰρήνη ὑμῖν.
وَلَمَّا كَانَ الصُّبْحُ، وَقَفَ يَسُوعُ عَلَى الشَّاطِئِ. وَلكِنَّ التَّلاَمِيذَ لَمْ يَكُونُوا يَعْلَمُونَ أَنَّهُ يَسُوعُ.
δὲ ἤδη ; γενομένης πρωΐας ἔστη ὁ ; Ἰησοῦς εἰς τὸν ; αἰγιαλόν· μέντοι οἱ ; μαθηταὶ οὐ ᾔδεισαν ὅτι ; ἐστιν.¶ Ἰησοῦς
وَقَالاَ: أَيُّهَا الرِّجَالُ الْجَلِيلِيُّونَ، مَا بَالُكُمْ وَاقِفِينَ تَنْظُرُونَ إِلَى السَّمَاءِ. إِنَّ يَسُوعَ هذَا الَّذِي ارْتَفَعَ عَنْكُمْ إِلَى السَّمَاءِ سَيَأْتِي هكَذَا كَمَا رَأَيْتُمُوهُ مُنْطَلِقًا إِلَى السَّمَاءِ.
οἳ ; καὶ ; εἶπαν· ἄνδρες Γαλιλαῖοι, τί ἑστήκατε ἐμβλέποντες εἰς τὸν ; οὐρανόν; ὁ ; Ἰησοῦς οὗτος ὁ ἀναλημφθεὶς ὑμῶν ; ἀφ᾽ εἰς τὸν ; οὐρανὸν ἐλεύσεται οὕτως ὃν ; τρόπον ἐθεάσασθε ; αὐτὸν πορευόμενον εἰς τὸν ; οὐρανόν.¶
فَأَقَامُوا اثْنَيْنِ: يُوسُفَ الَّذِي يُدْعَى بَارْسَابَا الْمُلَقَّبَ يُوسْتُسَ، وَمَتِّيَاسَ.
καὶ ; ἔστησαν δύο, Ἰωσὴφ τὸν καλούμενον Βαρσαββᾶν ὃς ; ἐπεκλήθη Ἰοῦστος Μαθθίαν. ; καὶ
فَوَثَبَ وَوَقَفَ وَصَارَ يَمْشِي، وَدَخَلَ مَعَهُمَا إِلَى الْهَيْكَلِ وَهُوَ يَمْشِي وَيَطْفُرُ وَيُسَبِّحُ اللهَ.
καὶ ; ἐξαλλόμενος ἔστη καὶ ; περιεπάτει καὶ ; εἰσῆλθεν σὺν ; αὐτοῖς εἰς τὸ ; ἱερὸν περιπατῶν καὶ ; ἁλλόμενος καὶ ; αἰνῶν τὸν ; θεόν.¶
وَلكِنْ إِذْ نَظَرُوا الإِنْسَانَ الَّذِي شُفِيَ وَاقِفًا مَعَهُمَا، لَمْ يَكُنْ لَهُمْ شَيْءٌ يُنَاقِضُونَ بِهِ.
δὲ βλέποντες τόν ; ἄνθρωπον τὸν τεθεραπευμένον, ἑστῶτα σὺν ; αὐτοῖς οὐδὲν ; εἶχον ἀντειπεῖν.¶
اذْهَبُوا قِفُوا وَكَلِّمُوا الشَّعْبَ فِي الْهَيْكَلِ بِجَمِيعِ كَلاَمِ هذِهِ الْحَيَاةِ.
πορεύεσθε σταθέντες λαλεῖτε τῷ ; λαῷ ἐν τῷ ; ἱερῷ πάντα τὰ ; ῥήματα ταύτης. τῆς ; ζωῆς
قَائِلِينَ: إِنَّنَا وَجَدْنَا الْحَبْسَ مُغْلَقًا بِكُلِّ حِرْصٍ، وَالْحُرَّاسَ وَاقِفِينَ خَارِجًا أَمَامَ الأَبْوَابِ، وَلكِنْ لَمَّا فَتَحْنَا نَجِدْ فِي الدَّاخِلِ أَحَدًا.
λέγοντες εὕρομεν ὅτι ; τὸ ; μὲν ; δεσμωτήριον κεκλεισμένον ἐν ; πάσῃ ἀσφαλείᾳ καὶ ; τοὺς ; φύλακας ἑστῶτας ἔξω πρὸ τῶν ; θυρῶν, δὲ ἀνοίξαντες εὕρομεν. ἔσω οὐδένα
ثُمَّ جَاءَ وَاحِدٌ وَأَخْبَرَهُمْ قَائِلاً: هُوَذَا الرِّجَالُ الَّذِينَ وَضَعْتُمُوهُمْ فِي السِّجْنِ هُمْ فِي الْهَيْكَلِ وَاقِفِينَ يُعَلِّمُونَ الشَّعْبَ..
παραγενόμενος ; δέ τις ἀπήγγειλεν ; αὐτοῖς λέγων ὅτι ; ἰδοὺ οἱ ; ἄνδρες οὓς ἔθεσθε ἐν τῇ ; φυλακῇ, εἰσὶν ἐν τῷ ; ἱερῷ ἑστῶτες καὶ ; διδάσκοντες λαόν.¶
فَلَمَّا أَحْضَرُوهُمْ أَوْقَفُوهُمْ فِي الْمَجْمَعِ. فَسَأَلَهُمْ رَئِيسُ الْكَهَنَةِ
Ἀγαγόντες ; δὲ ; αὐτοὺς ἔστησαν ἐν τῷ ; συνεδρίῳ. καὶ ; ἐπηρώτησεν ; αὐτοὺς ὁ ; ἀρχιερεὺς
اَلَّذِينَ أَقَامُوهُمْ أَمَامَ الرُّسُلِ، فَصَلُّوا وَوَضَعُوا عَلَيْهِمِ الأَيَادِيَ.
οὓς ἔστησαν ἐνώπιον τῶν ; ἀποστόλων, καὶ ; προσευξάμενοι ἐπέθηκαν αὐτοῖς τὰς ; χεῖρας.¶
فَقَالَ لَهُ الرَّبُّ: اخْلَعْ نَعْلَ رِجْلَيْكَ، لأَنَّ الْمَوْضِعَ الَّذِي أَنْتَ وَاقِفٌ عَلَيْهِ أَرْضٌ مُقَدَّسَةٌ.
εἶπεν ; δὲ αὐτῷ ὁ ; κύριος· λῦσον τὸ ; ὑπόδημα τῶν ; ποδῶν ; σου· γὰρ ὁ ; τόπος ᾧ ἕστηκας ἐν γῆ ἐστίν. ; ἁγία
وَأَمَّا هُوَ فَشَخَصَ إِلَى السَّمَاءِ وَهُوَ مُمْتَلِئٌ مِنَ الرُّوحِ الْقُدُسِ، فَرَأَى مَجْدَ اللهِ، وَيَسُوعَ قَائِمًا عَنْ يَمِينِ اللهِ.
δὲ ἀτενίσας εἰς τὸν ; οὐρανὸν Ὑπάρχων πλήρης πνεύματος ἁγίου, εἶδεν δόξαν θεοῦ καὶ ; Ἰησοῦν ἑστῶτα ἐκ δεξιῶν τοῦ ; θεοῦ
فَقَالَ: هَا أَنَا أَنْظُرُ السَّمَاوَاتِ مَفْتُوحَةً، وَابْنَ الإِنْسَانِ قَائِمًا عَنْ يَمِينِ اللهِ.
καὶ ; εἶπεν· ἰδοὺ θεωρῶ τοὺς ; οὐρανοὺς ἀνεῳγμένους καὶ ; τὸν ; υἱὸν τοῦ ; ἀνθρώπου ἑστῶτα ἐκ δεξιῶν τοῦ ; θεοῦ.
ثُمَّ جَثَا عَلَى رُكْبَتَيْهِ وَصَرَخَ بِصَوْتٍ عَظِيمٍ: يَا رَبُّ، لاَ تُقِمْ لَهُمْ هذِهِ الْخَطِيَّةَ. وَإِذْ قَالَ هذَا رَقَدَ.
θεὶς τὰ ; γόνατα ἔκραξεν φωνῇ μεγάλῃ· κύριε, μὴ στήσῃς αὐτοῖς ταύτην τὴν ; ἁμαρτίαν. καὶ ; εἰπὼν τοῦτο ἐκοιμήθη.
فَأَمَرَ أَنْ تَقِفَ الْمَرْكَبَةُ، فَنَزَلاَ كِلاَهُمَا إِلَى الْمَاءِ، فِيلُبُّسُ وَالْخَصِيُّ، فَعَمَّدَهُ.
καὶ ; ἐκέλευσεν στῆναι τὸ ; ἅρμα, καὶ ; κατέβησαν ἀμφότεροι εἰς τὸ ; ὕδωρ, ὅ ; τε ; Φίλιππος καὶ ; ὁ ; εὐνοῦχος, καὶ ; ἐβάπτισεν ; αὐτόν.
وَأَمَّا الرِّجَالُ الْمُسَافِرُونَ مَعَهُ فَوَقَفُوا صَامِتِينَ، يَسْمَعُونَ الصَّوْتَ وَلاَ يَنْظُرُونَ أَحَدًا.
δὲ ἄνδρες ; οἱ οἱ ; συνοδεύοντες αὐτῷ εἱστήκεισαν ἐνεοί, ἀκούοντες τῆς ; φωνῆς, μηδένα ; δὲ ; θεωροῦντες.
فَقَالَ كَرْنِيلِيُوسُ: مُنْذُ أَرْبَعَةِ أَيَّامٍ إِلَى هذِهِ السَّاعَةِ كُنْتُ صَائِمًا. وَفِي السَّاعَةِ التَّاسِعَةِ كُنْتُ أُصَلِّي فِي بَيْتِي، وَإِذَا رَجُلٌ قَدْ وَقَفَ أَمَامِي بِلِبَاسٍ لاَمِعٍ
Καὶ ; ἔφη· ὁ ; Κορνήλιος ἀπὸ τετάρτης ἡμέρας μέχρι ταύτης τῆς ; ὥρας ἤμην νηστεύων καὶ ; τὴν ὥραν ἐνάτην προσευχόμενος ἐν τῷ ; οἴκῳ ; μου, καὶ ; ἰδοὺ ἀνὴρ ἔστη ἐνώπιόν ; μου ἐν ; ἐσθῆτι λαμπρᾷ
فَأَخْبَرَنَا كَيْفَ رَأَى الْمَلاَكَ فِي بَيْتِهِ قَائِمًا وَقَائِلاً لَهُ: أَرْسِلْ إِلَى يَافَا رِجَالاً، وَاسْتَدْعِ سِمْعَانَ الْمُلَقَّبَ بُطْرُسَ،
ἀπήγγειλεν ; τε; ἡμῖν πῶς εἶδεν τὸν ; ἄγγελον ἐν τῷ ; οἴκῳ ; αὐτοῦ σταθέντα καὶ ; εἰπόντα αὐτῷ· ἀπόστειλον εἰς Ἰόππην ἄνδρας καὶ ; μετάπεμψαι Σίμωνα τὸν ; ἐπικαλούμενον Πέτρον,
فَلَمَّا عَرَفَتْ صَوْتَ بُطْرُسَ لَمْ تَفْتَحِ الْبَابَ مِنَ الْفَرَحِ، بَلْ رَكَضَتْ إِلَى دَاخِل وَأَخْبَرَتْ أَنَّ بُطْرُسَ وَاقِفٌ قُدَّامَ الْبَابِ.
καὶ ἐπιγνοῦσα τὴν ; φωνὴν τοῦ ; Πέτρου οὐκ ἤνοιξεν τὸν ; πυλῶνα ἀπὸ τῆς ; χαρᾶς δὲ εἰσδραμοῦσα ἀπήγγειλεν τὸν ; Πέτρον ἑστάναι πρὸ τοῦ ; πυλῶνος.
وَظَهَرَتْ لِبُولُسَ رُؤْيَا فِي اللَّيْلِ: رَجُلٌ مَكِدُونِيٌّ قَائِمٌ يَطْلُبُ إِلَيْهِ وَيَقُولُ: اعْبُرْ إِلَى مَكِدُونِيَّةَ وَأَعِنَّا..
καὶ ; ὤφθη· τῷ ; Παύλῳ ὅραμα διὰ τῆς ; νυκτὸς ἀνὴρ Μακεδών ; τις ἦν ; ἑστὼς παρακαλῶν αὐτὸν καὶ ; λέγων· διαβὰς εἰς Μακεδονίαν ἡμῖν. ; βοήθησον
لأَنَّهُ أَقَامَ يَوْمًا هُوَ فِيهِ مُزْمِعٌ أَنْ يَدِينَ الْمَسْكُونَةَ بِالْعَدْلِ، بِرَجُل قَدْ عَيَّنَهُ، مُقَدِّمًا لِلْجَمِيعِ إِيمَانًا إِذْ أَقَامَهُ مِنَ الأَمْوَاتِ.
διότι ἔστησεν ἡμέραν ἐν ; ᾗ μέλλει κρίνειν τὴν ; οἰκουμένην ἐν ; δικαιοσύνῃ ἐν ; ἀνδρὶ ᾧ ; ὥρισεν παρασχὼν πᾶσιν, πίστιν ἀναστήσας ; αὐτὸν ἐκ νεκρῶν.¶
فَلَمَّا أَذِنَ لَهُ، وَقَفَ بُولُسُ عَلَى الدَّرَجِ وَأَشَارَ بِيَدِهِ إِلَى الشَّعْبِ، فَصَارَ سُكُوتٌ عَظِيمٌ. فَنَادَى بِاللُّغَةِ الْعِبْرَانِيَّةِ قَائِلاً:
δὲ ἐπιτρέψαντος αὐτοῦ ἑστὼς ὁ ; Παῦλος ἐπὶ τῶν ; ἀναβαθμῶν κατέσεισεν τῇ ; χειρὶ τῷ λαῷ, δὲ ; γενομένης σιγῆς πολλῆς προσεφώνησεν τῇ ; διαλέκτῳ Ἑβραΐδι λέγων·¶
فَلَمَّا مَدُّوهُ لِلسِّيَاطِ، قَالَ بُولُسُ لِقَائِدِ الْمِئَةِ الْوَاقِفِ: أَيَجُوزُ لَكُمْ أَنْ تَجْلِدُوا إِنْسَانًا رُومَانِيًّا غَيْرَ مَقْضِيٍّ عَلَيْهِ.
Ὡς ; δὲ προέτεινεν; αὐτὸν τοῖς ; ἱμᾶσιν, εἶπεν ὁ ; Παῦλος· πρὸς ; τὸν ; ἑκατόνταρχον ἑστῶτα εἰ ; ἔξεστιν ὑμῖν μαστίζειν; ἄνθρωπον Ῥωμαῖον καὶ ; ἀκατάκριτον
وَفِي الْغَدِ إِذْ كَانَ يُرِيدُ أَنْ يَعْلَمَ الْيَقِينَ: لِمَاذَا يَشْتَكِي الْيَهُودُ حَلَّهُ مِنَ الرِّبَاطِ، وَأَمَرَ أَنْ يَحْضُرَ رُؤَسَاءُ الْكَهَنَةِ وَكُلُّ مَجْمَعِهِمْ. فَأَحْدَرَ بُولُسَ وَأَقَامَهُ لَدَيْهِمْ.
Τῇ ; δὲ ; ἐπαύριον βουλόμενος γνῶναι τὸ ; ἀσφαλές, τὸ ; τί κατηγορεῖται παρὰ; τῶν ; Ἰουδαίων, ἔλυσεν ; αὐτὸν ἀπὸ τῶν ; δεσμῶν καὶ ; ἐκέλευσεν ἐλθεῖν τοὺς ; ἀρχιερεῖς καὶ ; ὅλον τὸ ; συνέδριον ; αὐτῶν, καταγαγὼν τὸν ; Παῦλον ἔστησεν εἰς ; αὐτούς.¶