ك
إصحاح
G2373
G2374. thýra
G2375
المعنى المختصر للكلمة
thýra: a portal or entrance (the opening or the closure, literally or figuratively)
اللفظ الأصلي θύρα
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق thýra (thoo-rah)
تكرار الورود في الكتاب 38 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها

apparently a primary word (compare "door");

المعنى والشرح المفصل

a portal or entrance (the opening or the closure, literally or figuratively)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
door gate

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

τὴν ; θύραν (7×) τῆς ; θύρας (5×) θύραν (3×) ἡ ; θύρα (2×) τῶν ; θυρῶν (2×) τῇ ; θύρᾳ (2×) τὰς ; θύρας (2×) θύρα (2×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (38 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
متى 24: 33 Mat.24.33
هكَذَا أَنْتُمْ أَيْضًا، مَتَى رَأَيْتُمْ هذَا كُلَّهُ فَاعْلَمُوا أَنَّهُ قَرِيبٌ عَلَى الأَبْوَابِ.
οὕτως ὑμεῖς καὶ ὅταν ἴδητε ταῦτα, πάντα γινώσκετε ὅτι ; ἐστιν ἐγγύς ἐπὶ θύραις.
متى 25: 10 Mat.25.10
وَفِيمَا هُنَّ ذَاهِبَاتٌ لِيَبْتَعْنَ جَاءَ الْعَرِيسُ، وَالْمُسْتَعِدَّاتُ دَخَلْنَ مَعَهُ إِلَى الْعُرْسِ، وَأُغْلِقَ الْبَابُ.
δὲ αὐτῶν ἀπερχομένων ἀγοράσαι ἦλθεν ὁ ; νυμφίος, καὶ ; αἱ ; ἕτοιμοι εἰσῆλθον μετ᾽ ; αὐτοῦ εἰς τοὺς ; γάμους, καὶ ; ἐκλείσθη ἡ ; θύρα.
متى 27: 60 Mat.27.60
وَوَضَعَهُ فِي قَبْرِهِ الْجَدِيدِ الَّذِي كَانَ قَدْ نَحَتَهُ فِي الصَّخْرَةِ، ثُمَّ دَحْرَجَ حَجَرًا كَبِيرًا عَلَى بَاب الْقَبْرِ وَمَضَى.
καὶ ; ἔθηκεν ; αὐτὸ ἐν τῷ ; αὐτοῦ ; μνημείῳ καινῷ ὃ ἐλατόμησεν ἐν τῇ ; πέτρᾳ, καὶ προσκυλίσας λίθον μέγαν τῇ θύρᾳ τοῦ ; μνημείου ἀπῆλθεν.
وَإِذَا زَلْزَلَةٌ عَظِيمَةٌ حَدَثَتْ، لأَنَّ مَلاَكَ الرَّبِّ نَزَلَ مِنَ السَّمَاءِ وَجَاءَ وَدَحْرَجَ الْحَجَرَ عَنِ الْبَابِ، وَجَلَسَ عَلَيْهِ.
καὶ ; ἰδοὺ σεισμὸς μέγας· ἐγένετο γὰρ ἄγγελος κυρίου καταβὰς ἐξ οὐρανοῦ προσελθὼν ἀπεκύλισεν τὸν ; λίθον ἀπὸ τῆς ; θύρας καὶ ; ἐκάθητο ἐπάνω ; αὐτοῦ.
وَكَانَتِ الْمَدِينَةُ كُلُّهَا مُجْتَمِعَةً عَلَى الْبَابِ.
καὶ ; ἦν ἡ ; πόλις ὅλη ἐπισυνηγμένη πρὸς τὴν ; θύραν.
فَمَضَيَا وَوَجَدَا الْجَحْشَ مَرْبُوطًا عِنْدَ الْبَابِ خَارِجًا عَلَى الطَّرِيقِ، فَحَلاََّهُ.
ἀπῆλθον ; δὲ καὶ ; εὗρον τὸν ; πῶλον δεδεμένον πρὸς τὴν ; θύραν ἔξω ἐπὶ τοῦ ; ἀμφόδου καὶ ; λύουσιν ; αὐτόν.
هكَذَا أَنْتُمْ أَيْضًا، مَتَى رَأَيْتُمْ هذِهِ الأَشْيَاءَ صَائِرَةً، فَاعْلَمُوا أَنَّهُ قَرِيبٌ عَلَى الأَبْوَابِ.
οὕτως ὑμεῖς, καὶ ὅταν ἴδητε ταῦτα γινόμενα, γινώσκετε ὅτι ; ἐστιν ἐγγύς ἐπὶ θύραις.¶
فَاشْتَرَى كَتَّانًا، فَأَنْزَلَهُ وَكَفَّنَهُ بِالْكَتَّانِ، وَوَضَعَهُ فِي قَبْرٍ كَانَ مَنْحُوتًا فِي صَخْرَةٍ، وَدَحْرَجَ حَجَرًا عَلَى بَابِ الْقَبْرِ.
καὶ ; ἀγοράσας σινδόνα, καὶ ; καθελὼν ; αὐτὸν ἐνείλησεν τῇ ; σινδόνι καὶ ; κατέθηκεν; αὐτὸν ἐν μνημείῳ ὃ ; ἦν λελατομημένον ἐκ πέτρας καὶ ; προσεκύλισεν λίθον ἐπὶ τὴν ; θύραν τοῦ ; μνημείου.
وَكُنَّ يَقُلْنَ فِيمَا بَيْنَهُنَّ: مَنْ يُدَحْرِجُ لَنَا الْحَجَرَ عَنْ بَابِ الْقَبْرِ.
καὶ ; ἔλεγον πρὸς ἑαυτάς· τίς ἀποκυλίσει ἡμῖν τὸν ; λίθον ἐκ τῆς ; θύρας τοῦ ; μνημείου;
فَيُجِيبَ ذلِكَ مِنْ دَاخِل وَيَقُولَ: لاَ تُزْعِجْنِي. اَلْبَابُ مُغْلَقٌ الآنَ، وَأَوْلاَدِي مَعِي فِي الْفِرَاشِ. لاَ أَقْدِرُ أَنْ أَقُومَ وَأُعْطِيَكَ.
κἀκεῖνος ; ἀποκριθεὶς ἔσωθεν εἴπῃ· μή μοι ; κόπους ; πάρεχε. ἡ ; θύρα κέκλεισται, ἤδη καὶ ; τὰ ; παιδία ; μου μετ᾽ ; ἐμοῦ ; εἰσίν· εἰς τὴν ; κοίτην οὐ δύναμαι ἀναστὰς δοῦναί ; σοι.
اجْتَهِدُوا أَنْ تَدْخُلُوا مِنَ الْبَابِ الضَّيِّقِ، فَإِنِّي أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّ كَثِيرِينَ سَيَطْلُبُونَ أَنْ يَدْخُلُوا وَلاَ يَقْدِرُونَ
ἀγωνίζεσθε εἰσελθεῖν διὰ τῆς ; θύρας· στενῆς ὅτι λέγω ὑμῖν, πολλοί, ζητήσουσιν εἰσελθεῖν καὶ ; οὐκ ἰσχύσουσιν.
مِنْ بَعْدِ مَا يَكُونُ رَبُّ الْبَيْتِ قَدْ قَامَ وَأَغْلَقَ الْبَابَ، وَابْتَدَأْتُمْ تَقِفُونَ خَارِجًا وَتَقْرَعُونَ الْبَابَ قَائِلِينَ: يَا رَبُّ، يَا رَبُّ. افْتَحْ لَنَا. يُجِيبُ، وَيَقُولُ لَكُمْ: لاَ أَعْرِفُكُمْ مِنْ أَيْنَ أَنْتُمْ.
ἀφ᾽ οὗ ἂν ὁ ; οἰκοδεσπότης ἐγερθῇ καὶ ; ἀποκλείσῃ τὴν ; θύραν καὶ ; ἄρξησθε ἑστάναι ἔξω καὶ ; κρούειν τὴν ; θύραν λέγοντες· κύριε κύριε, ἄνοιξον ἡμῖν· καὶ ; ἀποκριθεὶς ἐρεῖ ὑμῖν· οὐκ οἶδα ; ὑμᾶς πόθεν ἐστέ·
مِنْ بَعْدِ مَا يَكُونُ رَبُّ الْبَيْتِ قَدْ قَامَ وَأَغْلَقَ الْبَابَ، وَابْتَدَأْتُمْ تَقِفُونَ خَارِجًا وَتَقْرَعُونَ الْبَابَ قَائِلِينَ: يَا رَبُّ، يَا رَبُّ. افْتَحْ لَنَا. يُجِيبُ، وَيَقُولُ لَكُمْ: لاَ أَعْرِفُكُمْ مِنْ أَيْنَ أَنْتُمْ.
ἀφ᾽ οὗ ἂν ὁ ; οἰκοδεσπότης ἐγερθῇ καὶ ; ἀποκλείσῃ τὴν ; θύραν καὶ ; ἄρξησθε ἑστάναι ἔξω καὶ ; κρούειν τὴν ; θύραν λέγοντες· κύριε κύριε, ἄνοιξον ἡμῖν· καὶ ; ἀποκριθεὶς ἐρεῖ ὑμῖν· οὐκ οἶδα ; ὑμᾶς πόθεν ἐστέ·
اَلْحَقَّ الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّ الَّذِي لاَ يَدْخُلُ مِنَ الْبَابِ إِلَى حَظِيرَةِ الْخِرَافِ، بَلْ يَطْلَعُ مِنْ مَوْضِعٍ آخَرَ، فَذَاكَ سَارِقٌ وَلِصٌّ.
Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν· ὁ μὴ εἰσερχόμενος διὰ τῆς ; θύρας εἰς τὴν ; αὐλὴν τῶν ; προβάτων ἀλλ᾽ ἀναβαίνων ἀλλαχόθεν, ἐκεῖνος ; ἐστὶν κλέπτης καὶ ; λῃστής·
وَأَمَّا الَّذِي يَدْخُلُ مِنَ الْبَابِ فَهُوَ رَاعِي الْخِرَافِ.
ὁ ; δὲ εἰσερχόμενος διὰ τῆς ; θύρας ἐστιν ποιμήν τῶν ; προβάτων.
فَقَالَ لَهُمْ يَسُوعُ أَيْضًا: الْحَقَّ الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: إِنِّي أَنَا بَابُ الْخِرَافِ.
Εἶπεν ; οὖν αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς· πάλιν ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ; ἐγώ εἰμι ἡ ; θύρα τῶν ; προβάτων.
أَنَا هُوَ الْبَابُ. إِنْ دَخَلَ بِي أَحَدٌ فَيَخْلُصُ وَيَدْخُلُ وَيَخْرُجُ وَيَجِدُ مَرْعًى.
ἐγώ εἰμι ἡ ; θύρα· ἐάν εἰσέλθῃ, δι᾽ ; ἐμοῦ τις σωθήσεται καὶ ; εἰσελεύσεται καὶ ; ἐξελεύσεται καὶ ; εὑρήσει. νομὴν
وَأَمَّا بُطْرُسُ فَكَانَ وَاقِفًا عِنْدَ الْبَابِ خَارِجًا. فَخَرَجَ التِّلْمِيذُ الآخَرُ الَّذِي كَانَ مَعْرُوفًا عِنْدَ رَئِيسِ الْكَهَنَةِ، وَكَلَّمَ الْبَوَّابَةَ فَأَدْخَلَ بُطْرُسَ.
δὲ Ὁ ; Πέτρος εἱστήκει πρὸς τῇ ; θύρᾳ ἔξω. ἐξῆλθεν ; οὖν ὁ ; μαθητὴς ὁ ; ἄλλος ὅς ἦν γνωστὸς τῷ ἀρχιερεῖ καὶ ; εἶπεν τῇ ; θυρωρῷ καὶ ; εἰσήγαγεν τῇ ; Πέτρον.
وَلَمَّا كَانَتْ عَشِيَّةُ ذلِكَ الْيَوْمِ، وَهُوَ أَوَّلُ الأُسْبُوعِ، وَكَانَتِ الأَبْوَابُ مُغَلَّقَةً حَيْثُ كَانَ التَّلاَمِيذُ مُجْتَمِعِينَ لِسَبَبِ الْخَوْفِ مِنَ الْيَهُودِ، جَاءَ يَسُوعُ وَوَقَفَ فِي الْوَسْطِ، وَقَالَ لَهُمْ: سَلاَمٌ لَكُمْ.
Οὔσης ; οὖν ὀψίας ἐκείνῃ τῇ ; ἡμέρᾳ τῇ ; μιᾷ τῶν ; σαββάτων καὶ ; τῶν ; θυρῶν κεκλεισμένων ὅπου ἦσαν οἱ ; μαθηταὶ συνηγμένοι διὰ τὸν ; φόβον τῶν Ἰουδαίων, ἦλθεν ὁ ; Ἰησοῦς καὶ ; ἔστη εἰς τὸ ; μέσον καὶ ; λέγει αὐτοῖς· εἰρήνη ὑμῖν.
وَبَعْدَ ثَمَانِيَةِ أَيَّامٍ كَانَ تَلاَمِيذُهُ أَيْضًا دَاخِلاً وَتُومَا مَعَهُمْ. فَجَاءَ يَسُوعُ وَالأَبْوَابُ مُغَلَّقَةٌ، وَوَقَفَ فِي الْوَسْطِ وَقَالَ: سَلاَمٌ لَكُمْ..
Καὶ ; μεθ᾽ ὀκτὼ ἡμέρας ἦσαν οἱ ; μαθηταὶ πάλιν ἔσω καὶ ; Θωμᾶς μετ᾽ ; αὐτῶν. ἔρχεται ὁ ; Ἰησοῦς τῶν ; θυρῶν κεκλεισμένων ἔστη εἰς τὸ ; μέσον καὶ ; εἶπεν· εἰρήνη ὑμῖν.
وَكَانَ رَجُلٌ أَعْرَجُ مِنْ بَطْنِ أُمِّهِ يُحْمَلُ، كَانُوا يَضَعُونَهُ كُلَّ يَوْمٍ عِنْدَ بَابِ الْهَيْكَلِ الَّذِي يُقَالُ لَهُ الْجَمِيلُ لِيَسْأَلَ صَدَقَةً مِنَ الَّذِينَ يَدْخُلُونَ الْهَيْكَلَ.
καί τις ; ἀνὴρ χωλὸς ἐκ κοιλίας μητρὸς ; αὐτοῦ ὑπάρχων ; ἐβαστάζετο, ὃν ἐτίθουν καθ᾽ ἡμέραν πρὸς τὴν ; θύραν τοῦ ; ἱεροῦ τὴν λεγομένην ὡραίαν τοῦ ; αἰτεῖν ἐλεημοσύνην παρὰ τῶν εἰσπορευομένων εἰς ; τὸ ; ἱερόν.
فَقَالَ لَهَا بُطْرُسُ: مَا بَالُكُمَا اتَّفَقْتُمَا عَلَى تَجْرِبَةِ رُوحِ الرَّبِّ. هُوَذَا أَرْجُلُ الَّذِينَ دَفَنُوا رَجُلَكِ عَلَى الْبَابِ، وَسَيَحْمِلُونَكِ خَارِجًا.
δὲ ; εἶπεν πρὸς ; αὐτήν· ὁ ; Πέτρος τί ; ὅτι συνεφωνήθη ; ὑμῖν πειράσαι τὸ ; πνεῦμα κυρίου; ἰδοὺ οἱ ; πόδες τῶν θαψάντων τὸν ; ἄνδρα ; σου ἐπὶ τῇ ; θύρᾳ σε. ; ἐξοίσουσίν ; καὶ
وَلكِنَّ مَلاَكَ الرَّبِّ فِي اللَّيْلِ فَتَحَ أَبْوَابَ السِّجْنِ وَأَخْرَجَهُمْ وَقَالَ:
δὲ Ἄγγελος κυρίου διὰ τῆς ; νυκτὸς ἤνοιξε τὰς ; θύρας τῆς ; φυλακῆς, ἐξαγαγών ; τε ; αὐτοὺς εἶπεν·
قَائِلِينَ: إِنَّنَا وَجَدْنَا الْحَبْسَ مُغْلَقًا بِكُلِّ حِرْصٍ، وَالْحُرَّاسَ وَاقِفِينَ خَارِجًا أَمَامَ الأَبْوَابِ، وَلكِنْ لَمَّا فَتَحْنَا نَجِدْ فِي الدَّاخِلِ أَحَدًا.
λέγοντες εὕρομεν ὅτι ; τὸ ; μὲν ; δεσμωτήριον κεκλεισμένον ἐν ; πάσῃ ἀσφαλείᾳ καὶ ; τοὺς ; φύλακας ἑστῶτας ἔξω πρὸ τῶν ; θυρῶν, δὲ ἀνοίξαντες εὕρομεν. ἔσω οὐδένα
وَلَمَّا كَانَ هِيرُودُسُ مُزْمِعًا أَنْ يُقَدِّمَهُ، كَانَ بُطْرُسُ فِي تِلْكَ اللَّيْلَةِ نَائِمًا بَيْنَ عَسْكَرِيَّيْنِ مَرْبُوطًا بِسِلْسِلَتَيْنِ، وَكَانَ قُدَّامَ الْبَابِ حُرَّاسٌ يَحْرُسُونَ السِّجْنَ.
ὅτε ; δὲ ὁ ; Ἡρῴδης, ἤμελλεν προάγειν; αὐτὸν ἦν ὁ ; Πέτρος ἐκείνῃ ; τῇ νυκτὶ κοιμώμενος μεταξὺ δύο ; στρατιωτῶν δεδεμένος ἁλύσεσιν ; δυσίν, τε πρὸ τῆς ; θύρας φύλακές ἐτήρουν τὴν ; φυλακήν.
فَلَمَّا قَرَعَ بُطْرُسُ بَابَ الدِّهْلِيزِ جَاءَتْ جَارِيَةٌ اسْمُهَا رَوْدَا لِتَسْمَعَ.
δὲ κρούσαντος τοῦ ; Πέτρου τὴν ; θύραν τοῦ ; πυλῶνος προσῆλθεν παιδίσκη ὀνόματι Ῥόδη· ὑπακοῦσαι
وَلَمَّا حَضَرَا وَجَمَعَا الْكَنِيسَةَ، أَخْبَرَا بِكُلِّ مَا صَنَعَ اللهُ مَعَهُمَا، وَأَنَّهُ فَتَحَ لِلأُمَمِ بَابَ الإِيمَانِ.
παραγενόμενοι ; δὲ καὶ ; συναγαγόντες τὴν ; ἐκκλησίαν ἀνήγγειλαν ὅσα ἐποίησεν ὁ ; θεὸς μετ᾽ ; αὐτῶν καὶ ; ὅτι ἤνοιξεν τοῖς ; ἔθνεσιν θύραν πίστεως.
فَحَدَثَ بَغْتَةً زَلْزَلَةٌ عَظِيمَةٌ حَتَّى تَزَعْزَعَتْ أَسَاسَاتُ السِّجْنِ، فَانْفَتَحَتْ فِي الْحَالِ الأَبْوَابُ كُلُّهَا، وَانْفَكَّتْ قُيُودُ الْجَمِيعِ.
δὲ ; ἐγένετο ἄφνω σεισμὸς μέγας ὥστε σαλευθῆναι τὰ ; θεμέλια τοῦ ; δεσμωτηρίου· ἠνεῴχθησαν ; τε παραχρῆμα αἱ ; θύραι πᾶσαι, καὶ ; ἀνέθη. τὰ ; δεσμὰ πάντων
وَلَمَّا اسْتَيْقَظَ حَافِظُ السِّجْنِ، وَرَأَى أَبْوَابَ السِّجْنِ مَفْتُوحَةً، اسْتَلَّ سَيْفَهُ وَكَانَ مُزْمِعًا أَنْ يَقْتُلَ نَفْسَهُ، ظَانًّا أَنَّ الْمَسْجُونِينَ قَدْ هَرَبُوا.
δὲ ἔξυπνος ; γενόμενος ὁ ; δεσμοφύλαξ καὶ ; ἰδὼν τὰς ; θύρας τῆς ; φυλακῆς, ἀνεῳγμένας σπασάμενος τὴν ; μάχαιραν ἤμελλεν ἀναιρεῖν ἑαυτὸν νομίζων τοὺς ; δεσμίους.¶ ἐκπεφευγέναι
فَهَاجَتِ الْمَدِينَةُ كُلُّهَا، وَتَرَاكَضَ الشَّعْبُ وَأَمْسَكُوا بُولُسَ وَجَرُّوهُ خَارِجَ الْهَيْكَلِ. وَلِلْوَقْتِ أُغْلِقَتِ الأَبْوَابُ.
ἐκινήθη ; τε ἡ ; πόλις ὅλη καὶ ; ἐγένετο ; συνδρομὴ τοῦ ; λαοῦ, καὶ ; ἐπιλαβόμενοι τοῦ ; Παύλου εἷλκον ; αὐτὸν ἔξω τοῦ ; ἱεροῦ· καὶ ; εὐθέως ἐκλείσθησαν αἱ ; θύραι.