ك
إصحاح
G2093
G2094. étos
G2095
المعنى المختصر للكلمة
étos: a year
اللفظ الأصلي ἔτος
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق étos (et-os)
تكرار الورود في الكتاب 47 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها

apparently a primary word;

المعنى والشرح المفصل

a year

الإنجليزية — KJV Translation Tags
year

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἔτη (18×) ἐτῶν (14×) ἔτη.¶ (2×) ἔτη. (2×) ἔτη, (2×) ἔτεσιν (2×) ἔτος (1×) ἔτη· (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (47 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَإِذَا امْرَأَةٌ نَازِفَةُ دَمٍ مُنْذُ اثْنَتَيْ عَشْرَةَ سَنَةً قَدْ جَاءَتْ مِنْ وَرَائِهِ وَمَسَّتْ هُدْبَ ثَوْبِهِ،
καὶ ; ἰδοὺ γυνὴ αἱμορροοῦσα δώδεκα ἔτη προσελθοῦσα ὄπισθεν ἥψατο τοῦ ; κρασπέδου τοῦ ; ἱματίου ; αὐτοῦ.
وَامْرَأَةٌ بِنَزْفِ دَمٍ مُنْذُ اثْنَتَيْ عَشْرَةَ سَنَةً،
Καὶ ; γυνὴ οὖσα ; ἐν ; ῥύσει αἵματος δώδεκα ἔτη
وَلِلْوَقْتِ قَامَتِ الصَّبِيَّةُ وَمَشَتْ، لأَنَّهَا كَانَتِ ابْنَةَ اثْنَتَيْ عَشْرَةَ سَنَةً. فَبُهِتُوا بَهَتًا عَظِيمًا.
καὶ ; εὐθὺς ἀνέστη τὸ ; κοράσιον καὶ ; περιεπάτει· γὰρ ἦν δώδεκα. ἐτῶν καὶ ; ἐξέστησαν ἐκστάσει μεγάλῃ.
وَكَانَتْ نَبِيَّةٌ، حَنَّةُ بِنْتُ فَنُوئِيلَ مِنْ سِبْطِ أَشِيرَ، وَهِيَ مُتَقدِّمَةٌ فِي أَيَّامٍ كَثِيرَةٍ، قَدْ عَاشَتْ مَعَ زَوْجٍ سَبْعَ سِنِينَ بَعْدَ بُكُورِيَّتِهَا.
Καὶ ; ἦν προφῆτις, Ἅννα θυγάτηρ Φανουήλ, ἐκ φυλῆς Ἀσήρ· αὕτη προβεβηκυῖα ἐν ἡμέραις πολλαῖς, ζήσασα μετὰ ἀνδρὸς ἑπτὰ ἔτη ἀπὸ τῆς ; αὐτῆς· ; παρθενίας
وَهِيَ أَرْمَلَةٌ نَحْوَ أَرْبَعٍ وَثَمَانِينَ سَنَةً، لاَ تُفَارِقُ الْهَيْكَلَ، عَابِدَةً بِأَصْوَامٍ وَطَلِبَاتٍ لَيْلاً وَنَهَارًا.
καὶ ; αὐτὴ χήρα ὡς τεσσάρων ὀγδοήκοντα ἐτῶν ἣ ; οὐκ ἀφίστατο ἀπὸ ; τοῦ ; ἱεροῦ λατρεύουσα νηστείαις καὶ ; δεήσεσιν νύκτα καὶ ; ἡμέραν·
وَكَانَ أَبَوَاهُ يَذْهَبَانِ كُلَّ سَنَةٍ إِلَى أُورُشَلِيمَ فِي عِيدِ الْفِصْحِ.
Καὶ οἱ ; γονεῖς ; αὐτοῦ ἐπορεύοντο κατ᾽ ἔτος εἰς Ἰερουσαλὴμ τῇ ἑορτῇ τοῦ ; πάσχα.¶
وَلَمَّا كَانَتْ لَهُ اثْنَتَا عَشْرَةَ سَنَةً صَعِدُوا إِلَى أُورُشَلِيمَ كَعَادَةِ الْعِيدِ.
Καὶ ; ὅτε ἐγένετο δώδεκα ἐτῶν ἀναβάντων; αὐτῶν εἰς Ἱεροσόλυμα κατὰ ; τὸ ; ἔθος τῆς ; ἑορτῆς
وَفِي السَّنَةِ الْخَامِسَةِ عَشْرَةَ مِنْ سَلْطَنَةِ طِيبَارِيُوسَ قَيْصَرَ، إِذْ كَانَ بِيلاَطُسُ الْبُنْطِيُّ وَالِيًا عَلَى الْيَهُودِيَّةِ، وَهِيرُودُسُ رَئِيسَ رُبْعٍ عَلَى الْجَلِيلِ، وَفِيلُبُّسُ أَخُوهُ رَئِيسَ رُبْعٍ عَلَى إِيطُورِيَّةَ وَكُورَةِ تَرَاخُونِيتِسَ، وَلِيسَانِيُوسُ رَئِيسَ رُبْعٍ عَلَى الأَبِلِيَّةِ،
Ἐν ; δὲ ἔτει πεντεκαιδεκάτῳ τῆς ἡγεμονίας Τιβερίου Καίσαρος, Πιλάτου Ποντίου ἡγεμονεύοντος τῆς ; Ἰουδαίας καὶ ; Ἡρῴδου, τετρααρχοῦντος τῆς ; Γαλιλαίας Φιλίππου ; δὲ τοῦ ; ἀδελφοῦ αὐτοῦ ; τετρααρχοῦντος τῆς ; Ἰτουραίας καὶ ; χώρας Τραχωνίτιδος καὶ ; Λυσανίου τῆς ; τετρααρχοῦντος Ἀβιληνῆς
وَلَمَّا ابْتَدَأَ يَسُوعُ كَانَ لَهُ نَحْوُ ثَلاَثِينَ سَنَةً، وَهُوَ عَلَى مَا كَانَ يُظَنُّ ابْنَ يُوسُفَ، بْنِ هَالِي،
Καὶ ἀρχόμενος ὁ ; Ἰησοῦς ἦν αὐτὸς ὡσεὶ τριάκοντα ἐτῶν ὢν ὡς ἐνομίζετο, υἱός, Ἰωσὴφ τοῦ ; Ἠλὶ
وَبِالْحَقِّ أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّ أَرَامِلَ كَثِيرَةً كُنَّ فِي إِسْرَائِيلَ فِي أَيَّامِ إِيلِيَّا حِينَ أُغْلِقَتِ السَّمَاءُ مُدَّةَ ثَلاَثِ سِنِينَ وَسِتَّةِ أَشْهُرٍ، لَمَّا كَانَ جُوعٌ عَظِيمٌ فِي الأَرْضِ كُلِّهَا،
ἐπ᾽ ; ἀληθείας ; δὲ λέγω ὑμῖν· χῆραι πολλαὶ ἦσαν ἐν τῷ ; Ἰσραὴλ ἐν ταῖς ; ἡμέραις Ἠλίου ὅτε ἐκλείσθη ὁ ; οὐρανὸς ἐπὶ τρία ἔτη καὶ ; ἕξ, μῆνας ὡς ἐγένετο λιμὸς μέγας ἐπὶ τὴν ; γῆν· πᾶσαν
لأَنَّهُ كَانَ لَهُ بِنْتٌ وَحِيدَةٌ لَهَا نَحْوُ اثْنَتَيْ عَشْرَةَ سَنَةً، وَكَانَتْ فِي حَالِ الْمَوْتِ. فَفِيمَا هُوَ مُنْطَلِقٌ زَحَمَتْهُ الْجُمُوعُ.
ὅτι ἦν αὐτῷ θυγάτηρ μονογενὴς ὡς δώδεκα ἐτῶν καὶ ; αὐτὴ ἀπέθνῃσκεν. ἐν ; δὲ τῷ ὑπάγειν ; αὐτὸν συνέπνιγον ; αὐτόν.¶ οἱ ; ὄχλοι
وَامْرَأَةٌ بِنَزْفِ دَمٍ مُنْذُ اثْنَتَيْ عَشْرَةَ سَنَةً، وَقَدْ أَنْفَقَتْ كُلَّ مَعِيشَتِهَا لِلأَطِبَّاءِ، وَلَمْ تَقْدِرْ أَنْ تُشْفَى مِنْ أَحَدٍ،
Καὶ ; γυνὴ οὖσα ; ῥύσει ; ἐν αἵματος ἀπὸ δώδεκα, ἐτῶν ἥτις προσαναλώσασα ὅλον τὸν ; βίον ; αὐτῆς εἰς ; ἰατρούς οὐκ ἴσχυσεν θεραπευθῆναι, ὑπ᾽ οὐδενὸς
وَأَقُولُ لِنَفْسِي: يَا نَفْسُ لَكِ خَيْرَاتٌ كَثِيرَةٌ، مَوْضُوعَةٌ لِسِنِينَ كَثِيرَةٍ. اِسْتَرِيحِي وَكُلِي وَاشْرَبِي وَافْرَحِي.
καὶ ; ἐρῶ τῇ ; ψυχῇ ; μου· ψυχή, ἔχεις ἀγαθὰ πολλὰ κείμενα εἰς ; ἔτη πολλά. ἀναπαύου, φάγε, πίε, εὐφραίνου.
فَقَالَ لِلْكَرَّامِ: هُوَذَا ثَلاَثُ سِنِينَ آتِي أَطْلُبُ ثَمَرًا فِي هذِهِ التِّينَةِ وَلَمْ أَجِدْ. اِقْطَعْهَا. لِمَاذَا تُبَطِّلُ الأَرْضَ أَيْضًا.
εἶπεν ; δὲ πρὸς ; τὸν ; ἀμπελουργόν· ἰδοὺ τρία ἔτη ἀφ᾽ ; οὗ ; ἔρχομαι ζητῶν καρπὸν ἐν ταύτῃ τῇ ; συκῇ καὶ ; οὐχ εὑρίσκω· ἔκκοψον ; αὐτήν· ἱνατί καταργεῖ;¶ τὴν ; γῆν καὶ
فَأَجَابَ وَقَالَ لَهُ: يَا سَيِّدُ، اتْرُكْهَا هذِهِ السَّنَةَ أَيْضًا، حَتَّى أَنْقُبَ حَوْلَهَا وَأَضَعَ زِبْلاً.
Ὁ ; δὲ ; ἀποκριθεὶς λέγει αὐτῷ· κύριε, ἄφες ; αὐτὴν τοῦτο τὸ ; ἔτος, καὶ ἕως ; ὅτου σκάψω περὶ ; αὐτὴν καὶ ; βάλω κόπριαν
وَإِذَا امْرَأَةٌ كَانَ بِهَا رُوحُ ضَعْفٍ ثَمَانِيَ عَشْرَةَ سَنَةً، وَكَانَتْ مُنْحَنِيَةً وَلَمْ تَقْدِرْ أَنْ تَنْتَصِبَ الْبَتَّةَ.
καὶ ; ἰδοὺ γυνὴ ἦν ἔχουσα πνεῦμα ἀσθενείας δέκα καὶ ὀκτὼ; καὶ ἔτη καὶ ; ἦν συγκύπτουσα καὶ ; μὴ δυναμένη ἀνακύψαι εἰς ; τὸ ; παντελές.
وَهذِهِ، وَهِيَ ابْنَةُ إِبْراهِيمَ، قَدْ رَبَطَهَا الشَّيْطَانُ ثَمَانِيَ عَشْرَةَ سَنَةً، أَمَا كَانَ يَنْبَغِي أَنْ تُحَلَّ مِنْ هذَا الرِّبَاطِ فِي يَوْمِ السَّبْتِ.
ταύτην ; δὲ οὖσαν θυγατέρα Ἀβραὰμ ἣν ; ἔδησεν ὁ ; σατανᾶς ἰδοὺ ; καὶ ; ὀκτὼ δέκα ἔτη, οὐκ ἔδει λυθῆναι ἀπὸ τούτου τοῦ ; δεσμοῦ τῇ ἡμέρᾳ τοῦ ; σαββάτου;¶
فَأَجَابَ وَقَالَ لأَبِيهِ: هَا أَنَا أَخْدِمُكَ سِنِينَ هذَا عَدَدُهَا، وَقَطُّ لَمْ أَتَجَاوَزْ وَصِيَّتَكَ، وَجَدْيًا لَمْ تُعْطِنِي قَطُّ لأَفْرَحَ مَعَ أَصْدِقَائِي.
Ὁ ; δὲ ; ἀποκριθεὶς εἶπεν τῷ ; πατρὶ ; αὐτοῦ· ἰδοὺ δουλεύω ; σοι ἔτη τοσαῦτα καὶ ; οὐδέποτε παρῆλθον, ἐντολήν ; σου καὶ ; ἔριφον ἐμοὶ ; οὐδέποτε ; ἔδωκας ἵνα ; εὐφρανθῶ. μετὰ τῶν ; φίλων ; μου
فَقَالَ الْيَهُودُ: فِي سِتٍّ وَأَرْبَعِينَ سَنَةً بُنِيَ هذَا الْهَيْكَلُ، أَفَأَنْتَ فِي ثَلاَثَةِ أَيَّامٍ تُقِيمُهُ.
εἶπαν ; οὖν οἱ ; Ἰουδαῖοι· τεσσεράκοντα ; καὶ ; ἓξ ἔτεσιν οἰκοδομήθη οὗτος, ὁ ; ναὸς καὶ ; σὺ ἐν τρισὶν ἡμέραις ἐγερεῖς ; αὐτόν;
وَكَانَ هُنَاكَ إِنْسَانٌ بِهِ مَرَضٌ مُنْذُ ثَمَانٍ وَثَلاَثِينَ سَنَةً.
Ἦν ; δέ ἐκεῖ τις ; ἄνθρωπος αὐτοῦ. ἐν ; τῇ ; ἀσθενείᾳ ἔχων ὀκτὼ τριάκοντα ἔτη
فَقَالَ لَهُ الْيَهُودُ: لَكَ خَمْسُونَ سَنَةً بَعْدُ، أَفَرَأَيْتَ إِبْرَاهِيمَ.
εἶπον ; οὖν πρὸς ; αὐτόν· οἱ ; Ἰουδαῖοι ἔχεις, πεντήκοντα ἔτη οὔπω καὶ ; ἑώρακας;¶ Ἀβραὰμ
لأَنَّ الإِنْسَانَ الَّذِي صَارَتْ فِيهِ آيَةُ الشِّفَاءِ هذِهِ، كَانَ لَهُ أَكْثَرُ مِنْ أَرْبَعِينَ سَنَةً.
γὰρ ὁ ; ἄνθρωπος ὃν ἐφ᾽ ; γεγόνει τὸ ; σημεῖον τῆς ; ἰάσεως.¶ τοῦτο ἦν πλειόνων τεσσεράκοντα ἐτῶν
وَتَكَلَّمَ اللهُ هكَذَا: أَنْ يَكُونَ نَسْلُهُ مُتَغَرِّبًا فِي أَرْضٍ غَرِيبَةٍ، فَيَسْتَعْبِدُوهُ وَيُسِيئُوا إِلَيْهِ أَرْبَعَ مِئَةِ سَنَةٍ،
ἐλάλησεν ; δὲ ὁ ; θεός, οὕτως ὅτι ἔσται τὸ ; σπέρμα ; αὐτοῦ πάροικον ἐν γῇ ἀλλοτρίᾳ καὶ ; δουλώσουσιν ; αὐτὸ καὶ ; κακώσουσιν τετρακόσια. ἔτη
وَلَمَّا كَمِلَتْ أَرْبَعُونَ سَنَةً، ظَهَرَ لَهُ مَلاَكُ الرَّبِّ فِي بَرِّيَّةِ جَبَلِ سِينَاءَ فِي لَهِيبِ نَارِ عُلَّيْقَةٍ.
καὶ ; πληρωθέντων τεσσεράκοντα ἐτῶν ὤφθη αὐτῷ ἄγγελος κυρίου ἐν τῇ ; ἐρήμῳ τοῦ ; ὄρους Σινᾶ ἐν φλογὶ πυρὸς βάτου.
هذَا أَخْرَجَهُمْ صَانِعًا عَجَائِبَ وَآيَاتٍ فِي أَرْضِ مِصْرَ، وَفِي الْبَحْرِ الأَحْمَرِ، وَفِي الْبَرِّيَّةِ أَرْبَعِينَ سَنَةً.
οὗτος ἐξήγαγεν ; αὐτοὺς ποιήσας τέρατα καὶ ; σημεῖα ἐν γῇ Αἰγύπτοῦ καὶ ; ἐν θαλάσσῃ ἐρυθρᾷ καὶ ; ἐν τῇ ; ἐρήμῳ τεσσεράκοντα. ἔτη
فَرَجَعَ اللهُ وَأَسْلَمَهُمْ لِيَعْبُدُوا جُنْدَ السَّمَاءِ، كَمَا هُوَ مَكْتُوبٌ فِي كِتَابِ الأَنْبِيَاءِ: هَلْ قَرَّبْتُمْ لِي ذَبَائِحَ وَقَرَابِينَ أَرْبَعِينَ سَنَةً فِي الْبَرِّيَّةِ يَا بَيْتَ إِسْرَائِيلَ.
ἔστρεψεν ; δὲ ὁ ; θεὸς καὶ ; παρέδωκεν ; αὐτοὺς λατρεύειν τῇ ; στρατιᾷ οὐρανοῦ, ; τοῦ καθὼς γέγραπται ἐν βίβλῳ τῶν ; προφητῶν· μὴ προσηνέγκατέ μοι σφάγια καὶ ; θυσίας τεσσεράκοντα ἔτη ἐν τῇ ; ἐρήμῳ, οἶκος Ἰσραήλ;
فَوَجَدَ هُنَاكَ إِنْسَانًا اسْمُهُ إِينِيَاسُ مُضْطَجِعًا عَلَى سَرِيرٍ مُنْذُ ثَمَانِي سِنِينَ، وَكَانَ مَفْلُوجًا.
εὗρεν ; δὲ ἐκεῖ ἄνθρωπόν ; τινα ὀνόματι Αἰνέαν κατακείμενον ἐπὶ ; κραββάτῳ ἐξ ὀκτὼ ἐτῶν ὃς ; ἦν παραλελυμένος.
وَبَعْدَ ذلِكَ فِي نَحْوِ أَرْبَعَمِئَةٍ وَخَمْسِينَ سَنَةً أَعْطَاهُمْ قُضَاةً حَتَّى صَمُوئِيلَ النَّبِيِّ.
καὶ ; μετὰ ταῦτα ὡς τετρακοσίοις καὶ ; πεντήκοντα· ἔτεσιν ἔδωκεν κριτὰς ἕως Σαμουὴλ τοῦ ; προφήτου·
وَمِنْ ثَمَّ طَلَبُوا مَلِكًا، فَأَعْطَاهُمُ اللهُ شَاوُلَ بْنَ قَيْسٍ، رَجُلاً مِنْ سِبْطِ بِنْيَامِينَ، أَرْبَعِينَ سَنَةً.
κἀκεῖθεν ᾐτήσαντο βασιλέα, καὶ ; ἔδωκεν ; αὐτοῖς ὁ ; θεὸς τὸν ; Σαοὺλ υἱὸν Κίς, ἄνδρα ἐκ φυλῆς Βενιαμίν, τεσσεράκοντα· ἔτη
فَأَجَابَ بُولُسُ، إِذْ أَوْمَأَ إِلَيْهِ الْوَالِي أَنْ يَتَكَلَّمَ: إِنِّي إِذْ قَدْ عَلِمْتُ أَنَّكَ مُنْذُ سِنِينَ كَثِيرَةٍ قَاضٍ لِهذِهِ الأُمَّةِ، أَحْتَجُّ عَمَّا فِي أَمْرِي بِأَكْثَرِ سُرُورٍ.
Ἀπεκρίθη ; δὲ ὁ ; Παῦλος, νεύσαντος αὐτῷ τοῦ ; ἡγεμόνος λέγειν· ἐπιστάμενος σε ἐκ ἐτῶν πολλῶν κριτὴν τούτῳ τῷ ; ἔθνει ἀπολογοῦμαι· περὶ ἐμαυτοῦ εὐθύμως ; τὰ