ك
إصحاح
G2063
G2064. érchomai
G2065
المعنى المختصر للكلمة
érchomai: to come or go (in a great variety of applications, literally and figuratively)
اللفظ الأصلي ἔρχομαι
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق érchomai (er-khom-ahee)
تكرار الورود في الكتاب 606 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها

middle voice of a primary verb (used only in the present and imperfect tenses, the others being supplied by a kindred (middle voice) , or (active) , which do not otherwise occur);

المعنى والشرح المفصل

to come or go (in a great variety of applications, literally and figuratively)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
accompany appear bring come enter fall out go grow X light X next pass resort be set

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἦλθεν (63×) ἔρχεται (54×) ἦλθον (37×) ἐλθὼν (30×) ἐλθεῖν (25×) ἔλθῃ (24×) καὶ ; ἦλθεν (17×) ἐλθόντες (13×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (606 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
قَائِلِينَ: أَيْنَ هُوَ الْمَوْلُودُ مَلِكُ الْيَهُودِ. فَإِنَّنَا رَأَيْنَا نَجْمَهُ فِي الْمَشْرِقِ وَأَتَيْنَا لِنَسْجُدَ لَهُ.
λέγοντες· ποῦ ἐστιν ; ὁ τεχθεὶς βασιλεὺς Ἰουδαίων; ; τῶν γὰρ εἴδομεν αὐτοῦ ; τὸν ; ἀστέρα ἐν τῇ ; ἀνατολῇ καὶ ; ἤλθομεν προσκυνῆσαι αὐτῷ.¶
ثُمَّ أَرْسَلَهُمْ إِلَى بَيْتِ لَحْمٍ، وَقَالَ: اذْهَبُوا وَافْحَصُوا بِالتَّدْقِيقِ عَنِ الصَّبِيِّ. وَمَتَى وَجَدْتُمُوهُ فَأَخْبِرُونِي، لِكَيْ آتِيَ أَنَا أَيْضًا وَأَسْجُدَ لَهُ.
καὶ πέμψας ; αὐτοὺς εἰς Βηθλέεμ εἶπεν· πορευθέντες ἐξετάσατε ἀκριβῶς περὶ τοῦ ; παιδίου. ἐπὰν ; δὲ εὕρητε, ἀπαγγείλατέ ; μοι ὅπως ἐλθὼν κἀγὼ προσκυνήσω αὐτῷ.¶
فَلَمَّا سَمِعُوا مِنَ الْمَلِكِ ذَهَبُوا. وَإِذَا النَّجْمُ الَّذِي رَأَوْهُ فِي الْمَشْرِقِ يَتَقَدَّمُهُمْ حَتَّى جَاءَ وَوَقَفَ فَوْقُ، حَيْثُ كَانَ الصَّبِيُّ.
δὲ Οἱ ; ἀκούσαντες τοῦ ; βασιλέως ἐπορεύθησαν. καὶ ; ἰδοὺ ὁ ; ἀστὴρ ὃν εἶδον ἐν τῇ ; ἀνατολῇ προῆγεν ; αὐτοὺς ἕως ἐλθὼν ἔστη ἐπάνω οὗ ἦν τὸ ; παιδίον.
وَأَتَوْا إِلَى الْبَيْتِ، وَرَأَوْا الصَّبِيَّ مَعَ مَرْيَمَ أُمِّهِ. فَخَرُّوا وَسَجَدُوا لَهُ. ثُمَّ فَتَحُوا كُنُوزَهُمْ وَقَدَّمُوا لَهُ هَدَايَا: ذَهَبًا وَلُبَانًا وَمُرًّا.
καὶ ; ἐλθόντες εἰς τὴν ; οἰκίαν εὗρον τὸ ; παιδίον μετὰ Μαρίας τῆς ; μητρὸς ; αὐτοῦ, καὶ ; πεσόντες προσεκύνησαν αὐτῷ, καὶ ἀνοίξαντες τοὺς ; θησαυροὺς ; αὐτῶν προσήνεγκαν αὐτῷ δῶρα, χρυσὸν καὶ ; λίβανον καὶ ; σμύρναν.
فَقَامَ وَأَخَذَ الصَّبِيَّ وَأُمَّهُ وَجَاءَ إِلَى أَرْضِ إِسْرَائِيلَ.
δὲ ; ἐγερθεὶς Ὁ ; παρέλαβεν τὸ ; παιδίον καὶ ; τὴν ; μητέρα ; αὐτοῦ καὶ ; ἦλθεν εἰς γῆν Ἰσραήλ.¶
وَأَتَى وَسَكَنَ فِي مَدِينَةٍ يُقَالُ لَهَا نَاصِرَةُ، لِكَيْ يَتِمَّ مَا قِيلَ بِالأَنْبِيَاءِ: إِنَّهُ سَيُدْعَى نَاصِرِيًّا
καὶ ; ἐλθὼν κατῴκησεν εἰς πόλιν λεγομένην Ναζαρέτ, ὅπως πληρωθῇ τὸ ῥηθὲν διὰ ; τῶν ; προφητῶν ὅτι κληθήσεται.¶ Ναζωραῖος
فَلَمَّا رَأَى كَثِيرِينَ مِنَ الْفَرِّيسِيِّينَ وَالصَّدُّوقِيِّينَ يَأْتُونَ إِلَى مَعْمُودِيَّتِهِ، قَالَ لَهُمْ: يَا أَوْلاَدَ الأَفَاعِي، مَنْ أَرَاكُمْ أَنْ تَهْرُبُوا مِنَ الْغَضَب الآتِي.
δὲ Ἰδὼν πολλοὺς τῶν Φαρισαίων καὶ ; Σαδδουκαίων ἐρχομένους ἐπὶ τὸ ; βάπτισμα ; αὐτοῦ εἶπεν αὐτοῖς· γεννήματα ἐχιδνῶν, τίς ὑπέδειξεν ; ὑμῖν φυγεῖν ἀπὸ τῆς ; ὀργῆς; μελλούσης
أَنَا أُعَمِّدُكُمْ بِمَاءٍ لِلتَّوْبَةِ، وَلكِنِ الَّذِي يَأْتِي بَعْدِي هُوَ أَقْوَى مِنِّي، الَّذِي لَسْتُ أَهْلاً أَنْ أَحْمِلَ حِذَاءَهُ. هُوَ سَيُعَمِّدُكُمْ بِالرُّوحِ الْقُدُسِ وَنَارٍ.
ἐγὼ ὑμᾶς ; βαπτίζω ἐν ; ὕδατι εἰς ; μετάνοιαν, δὲ ὁ ; ἐρχόμενος ὀπίσω ; μου ἰσχυρότερός μού οὗ οὐκ ; εἰμὶ ἱκανὸς βαστάσαι· ὑποδήματα ; τὰ αὐτὸς ὑμᾶς ; βαπτίσει ἐν ; πνεύματι ἁγίῳ καὶ ; πυρί·
وَلكِنْ يُوحَنَّا مَنَعَهُ قَائِلاً: أَنَا مُحْتَاجٌ أَنْ أَعْتَمِدَ مِنْكَ، وَأَنْتَ تَأْتِي إِلَيَّ.
δὲ ὁ ; Ἰωάννης διεκώλυεν ; αὐτὸν λέγων· ἐγὼ χρείαν ; ἔχω βαπτισθῆναι, ὑπὸ ; σοῦ καὶ ; σὺ ἔρχῃ πρός ; με;
فَلَمَّا اعْتَمَدَ يَسُوعُ صَعِدَ لِلْوَقْتِ مِنَ الْمَاءِ، وَإِذَا السَّمَاوَاتُ قَدِ انْفَتَحَتْ لَهُ، فَرَأَى رُوحَ اللهِ نَازِلاً مِثْلَ حَمَامَةٍ وَآتِيًا عَلَيْهِ،
Καὶ Βαπτισθεὶς ὁ ; Ἰησοῦς ἀνέβη εὐθὺς ἀπὸ τοῦ ; ὕδατος. καὶ ; ἰδοὺ οἱ ; οὐρανοί, ἠνεῴχθησαν αὐτῷ καὶ ; εἶδεν τὸ ; πνεῦμα τοῦ ; θεοῦ καταβαῖνον ὡσεὶ περιστερὰν καὶ ; ἐρχόμενον ἐπ᾽ ; αὐτόν.
وَتَرَكَ النَّاصِرَةَ وَأَتَى فَسَكَنَ فِي كَفْرَنَاحُومَ الَّتِي عِنْدَ الْبَحْرِ فِي تُخُومِ زَبُولُونَ وَنَفْتَالِيمَ،
καὶ ; καταλιπὼν τὴν ; Ναζαρά, ἐλθὼν κατῴκησεν εἰς Καφαρναοὺμ τὴν παραθαλασσίαν ἐν ὁρίοις Ζαβουλὼν καὶ ; Νεφθαλίμ,
لاَ تَظُنُّوا أَنِّي جِئْتُ لأَنْقُضَ النَّامُوسَ أَوِ الأَنْبِيَاءَ. مَا جِئْتُ لأَنْقُضَ بَلْ لأُكَمِّلَ.
Μὴ νομίσητε ὅτι ἦλθον καταλῦσαι τὸν ; νόμον ἢ τοὺς ; προφήτας· οὐκ ἦλθον καταλῦσαι ἀλλὰ πληρῶσαι.
لاَ تَظُنُّوا أَنِّي جِئْتُ لأَنْقُضَ النَّامُوسَ أَوِ الأَنْبِيَاءَ. مَا جِئْتُ لأَنْقُضَ بَلْ لأُكَمِّلَ.
Μὴ νομίσητε ὅτι ἦλθον καταλῦσαι τὸν ; νόμον ἢ τοὺς ; προφήτας· οὐκ ἦλθον καταλῦσαι ἀλλὰ πληρῶσαι.
فَاتْرُكْ هُنَاكَ قُرْبَانَكَ قُدَّامَ الْمَذْبَحِ، وَاذْهَبْ أَوَّلاً اصْطَلِحْ مَعَ أَخِيكَ، وَحِينَئِذٍ تَعَالَ وَقَدِّمْ قُرْبَانَكَ.
ἄφες ἐκεῖ τὸ ; δῶρόν ; σου ἔμπροσθεν τοῦ ; θυσιαστηρίου καὶ ; ὕπαγε, πρῶτον διαλλάγηθι τῷ ἀδελφῷ ; σου, καὶ ; τότε ἐλθὼν πρόσφερε τὸ ; δῶρόν ; σου.¶
لِيَأْتِ مَلَكُوتُكَ. لِتَكُنْ مَشِيئَتُكَ كَمَا فِي السَّمَاءِ كَذلِكَ عَلَى الأَرْضِ.
ἐλθέτω ἡ ; βασιλεία ; σου· γενηθήτω τὸ ; θέλημά ; σου, ὡς ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ τῆς ; γῆς·
فَنَزَلَ الْمَطَرُ، وَجَاءَتِ الأَنْهَارُ، وَهَبَّتِ الرِّيَاحُ، وَوَقَعَتْ عَلَى ذلِكَ الْبَيْتِ فَلَمْ يَسْقُطْ، لأَنَّهُ كَانَ مُؤَسَّسًا عَلَى الصَّخْرِ.
καὶ ; κατέβη ἡ ; βροχὴ καὶ ; ἦλθον οἱ ; ποταμοὶ καὶ ; ἔπνευσαν οἱ ; ἄνεμοι, καὶ ; προσέπεσον ἐκείνῃ, τῇ ; οἰκίᾳ καὶ ; οὐκ ἔπεσεν· γὰρ τεθεμελίωτο ἐπὶ πέτραν.¶ ; τὴν
فَنَزَلَ الْمَطَرُ، وَجَاءَتِ الأَنْهَارُ، وَهَبَّتِ الرِّيَاحُ، وَصَدَمَتْ ذلِكَ الْبَيْتَ فَسَقَطَ، وَكَانَ سُقُوطُهُ عَظِيمًا..
καὶ ; κατέβη ἡ ; βροχὴ καὶ ; ἦλθον οἱ ; ποταμοὶ καὶ ; ἔπνευσαν οἱ ; ἄνεμοι, καὶ ; προσέκοψαν τῇ οἰκίᾳ καὶ ; ἔπεσεν· καὶ ; ἦν ἡ ; πτῶσις ; αὐτῆς μεγάλη.¶
وَإِذَا أَبْرَصُ قَدْ جَاءَ وَسَجَدَ لَهُ قَائِلاً: يَا سَيِّدُ، إِنْ أَرَدْتَ تَقْدِرْ أَنْ تُطَهِّرَنِي.
καὶ ; ἰδοὺ λεπρὸς ἐλθὼν προσεκύνει αὐτῷ λέγων· κύριε, ἐὰν θέλῃς, δύνασαί με ; καθαρίσαι.
فَقَالَ لَهُ يَسُوعُ: أَنَا آتِي وَأَشْفِيهِ.
καὶ ; λέγει αὐτῷ ὁ ; Ἰησοῦς· ἐγὼ ἐλθὼν θεραπεύσω ; αὐτόν.
لأَنِّي أَنَا أَيْضًا إِنْسَانٌ تَحْتَ سُلْطَانٍ. لِي جُنْدٌ تَحْتَ يَدِي. أَقُولُ لِهذَا: اذْهَبْ. فَيَذْهَبُ، وَلآخَرَ: ائْتِ. فَيَأْتِي، وَلِعَبْدِيَ: افْعَلْ هذَا. فَيَفْعَلُ.
γὰρ ἐγὼ καὶ ἄνθρωπός ; εἰμι ὑπὸ ἐξουσίαν ἔχων στρατιώτας ὑπ᾽ ; ἐμαυτὸν καὶ ; λέγω τούτῳ· πορεύθητι, καὶ ; πορεύεται, καὶ ; ἄλλῳ· ἔρχου, καὶ ; ἔρχεται, καὶ ; τῷ ; δούλῳ ; μου· ποίησον τοῦτο, καὶ ; ποιεῖ.¶
لأَنِّي أَنَا أَيْضًا إِنْسَانٌ تَحْتَ سُلْطَانٍ. لِي جُنْدٌ تَحْتَ يَدِي. أَقُولُ لِهذَا: اذْهَبْ. فَيَذْهَبُ، وَلآخَرَ: ائْتِ. فَيَأْتِي، وَلِعَبْدِيَ: افْعَلْ هذَا. فَيَفْعَلُ.
γὰρ ἐγὼ καὶ ἄνθρωπός ; εἰμι ὑπὸ ἐξουσίαν ἔχων στρατιώτας ὑπ᾽ ; ἐμαυτὸν καὶ ; λέγω τούτῳ· πορεύθητι, καὶ ; πορεύεται, καὶ ; ἄλλῳ· ἔρχου, καὶ ; ἔρχεται, καὶ ; τῷ ; δούλῳ ; μου· ποίησον τοῦτο, καὶ ; ποιεῖ.¶
وَلَمَّا جَاءَ يَسُوعُ إِلَى بَيْتِ بُطْرُسَ، رَأَى حَمَاتَهُ مَطْرُوحَةً وَمَحْمُومَةً،
Καὶ ἐλθὼν ὁ ; Ἰησοῦς εἰς οἰκίαν ; τὴν Πέτρου εἶδεν αὐτοῦ ; πενθερὰν ; τὴν βεβλημένην καὶ ; πυρέσσουσαν
وَإِذَا هُمَا قَدْ صَرَخَا قَائِلَيْنِ: مَا لَنَا وَلَكَ يَا يَسُوعُ ابْنَ اللهِ. أَجِئْتَ إِلَى هُنَا قَبْلَ الْوَقْتِ لِتُعَذِّبَنَا.
καὶ ; ἰδοὺ ἔκραξαν λέγοντες· τί ἡμῖν καὶ ; σοί Ἰησοῦ, υἱὲ τοῦ ; θεοῦ; ἦλθες ὧδε πρὸ καιροῦ βασανίσαι ; ἡμᾶς;
فَدَخَلَ السَّفِينَةَ وَاجْتَازَ وَجَاءَ إِلَى مَدِينَتِهِ.
Καὶ ; ἐμβὰς εἰς ; τὸ ; πλοῖον διεπέρασεν καὶ ; ἦλθεν εἰς τὴν ; ἰδίαν ; πόλιν.
وَبَيْنَمَا هُوَ مُتَّكِئٌ فِي الْبَيْتِ، إِذَا عَشَّارُونَ وَخُطَاةٌ كَثِيرُونَ قَدْ جَاءُوا وَاتَّكَأُوا مَعَ يَسُوعَ وَتَلاَمِيذِهِ.
καὶ ; ἐγένετο αὐτοῦ ἀνακειμένου ἐν τῇ ; οἰκίᾳ, καὶ ; ἰδοὺ τελῶναι καὶ ; ἁμαρτωλοὶ πολλοὶ ἐλθόντες συνανέκειντο τῷ ; Ἰησοῦ καὶ ; τοῖς ; μαθηταῖς ; αὐτοῦ.
فَاذْهَبُوا وَتَعَلَّمُوا مَا هُوَ: إِنِّي أُرِيدُ رَحْمَةً لاَ ذَبِيحَةً، لأَنِّي لَمْ آتِ لأَدْعُوَ أَبْرَارًا بَلْ خُطَاةً إِلَى التَّوْبَةِ.
πορευθέντες ; δὲ μάθετε τί ἐστιν· θέλω ἔλεος καὶ ; οὐ θυσίαν· γὰρ οὐ ἦλθον καλέσαι δικαίους ἀλλ᾽ ἁμαρτωλούς εἰς μετάνοιαν.¶
فَقَالَ لَهُمْ يَسُوعُ: هَلْ يَسْتَطِيعُ بَنُو الْعُرْسِ أَنْ يَنُوحُوا مَا دَامَ الْعَرِيسُ مَعَهُمْ. وَلكِنْ سَتَأْتِي أَيَّامٌ حِينَ يُرْفَعُ الْعَرِيسُ عَنْهُمْ، فَحِينَئِذٍ يَصُومُونَ.
Καὶ ; εἶπεν αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς· μὴ δύνανται οἱ ; υἱοὶ τοῦ ; νυμφῶνος πενθεῖν ἐφ᾽ ; ὅσον ὁ ; νυμφίος; μετ᾽ ; αὐτῶν ; ἐστιν δὲ ἐλεύσονται ἡμέραι ὅταν ἀπαρθῇ ὁ ; νυμφίος, ἀπ᾽ ; αὐτῶν καὶ ; τότε νηστεύσουσιν.
وَفِيمَا هُوَ يُكَلِّمُهُمْ بِهذَا، إِذَا رَئِيسٌ قَدْ جَاءَ فَسَجَدَ لَهُ قَائِلاً: إِنَّ ابْنَتِي الآنَ مَاتَتْ، لكِنْ تَعَالَ وَضَعْ يَدَكَ عَلَيْهَا فَتَحْيَا.
αὐτοῦ λαλοῦντος ; αὐτοῖς Ταῦτα ἰδοὺ ἄρχων ; εἷς ἐλθὼν προσεκύνει αὐτῷ λέγων ὅτι ἡ ; θυγάτηρ ; μου ἄρτι ἐτελεύτησεν· ἀλλ᾽ ἐλθὼν ἐπίθες τὴν ; χεῖρά ; σου ἐπ᾽ ; αὐτήν, καὶ ; ζήσεται.
وَفِيمَا هُوَ يُكَلِّمُهُمْ بِهذَا، إِذَا رَئِيسٌ قَدْ جَاءَ فَسَجَدَ لَهُ قَائِلاً: إِنَّ ابْنَتِي الآنَ مَاتَتْ، لكِنْ تَعَالَ وَضَعْ يَدَكَ عَلَيْهَا فَتَحْيَا.
αὐτοῦ λαλοῦντος ; αὐτοῖς Ταῦτα ἰδοὺ ἄρχων ; εἷς ἐλθὼν προσεκύνει αὐτῷ λέγων ὅτι ἡ ; θυγάτηρ ; μου ἄρτι ἐτελεύτησεν· ἀλλ᾽ ἐλθὼν ἐπίθες τὴν ; χεῖρά ; σου ἐπ᾽ ; αὐτήν, καὶ ; ζήσεται.
وَلَمَّا جَاءَ يَسُوعُ إِلَى بَيْتِ الرَّئِيسِ، وَنَظَرَ الْمُزَمِّرِينَ وَالْجَمْعَ يَضِجُّونَ،
καὶ ἐλθὼν ὁ ; Ἰησοῦς εἰς τὴν ; οἰκίαν τοῦ ; ἄρχοντος καὶ ; ἰδὼν τοὺς ; αὐλητὰς καὶ ; τὸν ; ὄχλον θορυβούμενον