المعنى المختصر للكلمة
eimí:
I exist (used only when emphatic)
اللفظ الأصلي
εἰμί
نوع الكلمة
اسم
طريقة النطق
eimí
(i-mee)
تكرار الورود في الكتاب
2055
مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
مشتق من:
G1488
εἶ
•
i
•
(thou art)
المعنى والشرح المفصل
I exist (used only when emphatic)
الإنجليزية — KJV Translation Tags
am
have been
X it is I
was
أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك
أشكال الكلمة في النص الأصلي:
ἐστιν (216×)
ἦν (160×)
ἔσται (89×)
ἐστὶν (53×)
ἦσαν (45×)
καὶ ; ἦν (43×)
οὐκ ; ἔστιν (37×)
εἰσιν (35×)
شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (2055 آية)
شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
أعمال الرسل 21: 38
Act.21.38
أَفَلَسْتَ أَنْتَ الْمِصْرِيَّ الَّذِي قَبْلَ هذِهِ الأَيَّامِ فِتْنَةً، وَأَخْرَجَ إِلَى الْبَرِّيَّةِ أَرْبَعَةَ الآلاَفِ الرَّجُلِ مِنَ الْقَتَلَةِ..
οὐκ ; ἄρα σὺ ; εἶ ὁ ; Αἰγύπτιος ὁ πρὸ τούτων τῶν ; ἡμερῶν ἀναστατώσας καὶ ; ἐξαγαγὼν εἰς τὴν ; ἔρημον τοὺς ; τετρακισχιλίους ἄνδρας τῶν σικαρίων;¶
أعمال الرسل 21: 39
Act.21.39
فَقَالَ بُولُسُ: أَنَا رَجُلٌ يَهُودِيٌّ طَرْسُوسِيٌّ، مِنْ أَهْلِ مَدِينَةٍ غَيْرِ دَنِيَّةٍ مِنْ كِيلِيكِيَّةَ. وَأَلْتَمِسُ مِنْكَ أَنْ تَأْذَنَ لِي أَنْ أُكَلِّمَ الشَّعْبَ.
Εἶπεν ; δὲ ὁ ; Παῦλος· ἐγὼ ; εἰμι ἄνθρωπος Ἰουδαῖος Ταρσεὺς πολίτης, ; πόλεως οὐκ ἀσήμου τῆς ; Κιλικίας δέομαι ; δέ σου· ἐπίτρεψόν μοι πρὸς λαλῆσαι τὸν ; λαόν.
أعمال الرسل 22: 3
Act.22.3
أَنَا رَجُلٌ يَهُودِيٌّ وُلِدْتُ فِي طَرْسُوسَ كِيلِيكِيَّةَ، وَلكِنْ رَبَيْتُ فِي هذِهِ الْمَدِينَةِ مُؤَدَّبًا عِنْدَ رِجْلَيْ غَمَالاَئِيلَ عَلَى تَحْقِيقِ النَّامُوسِ الأَبَوِيِّ. وَكُنْتُ غَيُورًا للهِ كَمَا أَنْتُمْ جَمِيعُكُمُ الْيَوْمَ.
ἐγώ ; μέν ; εἰμι ἀνὴρ Ἰουδαῖος γεγεννημένος ἐν Ταρσῷ τῆς ; Κιλικίας, δὲ ἀνατεθραμμένος ἐν ταύτῃ, τῇ ; πόλει πεπαιδευμένος παρὰ τοὺς ; πόδας Γαμαλιὴλ κατὰ ἀκρίβειαν τοῦ ; νόμου, πατρῴου ὑπάρχων ζηλωτὴς τοῦ ; θεοῦ καθὼς ὑμεῖς ; ἐστε πάντες σήμερον,
أعمال الرسل 22: 3
Act.22.3
أَنَا رَجُلٌ يَهُودِيٌّ وُلِدْتُ فِي طَرْسُوسَ كِيلِيكِيَّةَ، وَلكِنْ رَبَيْتُ فِي هذِهِ الْمَدِينَةِ مُؤَدَّبًا عِنْدَ رِجْلَيْ غَمَالاَئِيلَ عَلَى تَحْقِيقِ النَّامُوسِ الأَبَوِيِّ. وَكُنْتُ غَيُورًا للهِ كَمَا أَنْتُمْ جَمِيعُكُمُ الْيَوْمَ.
ἐγώ ; μέν ; εἰμι ἀνὴρ Ἰουδαῖος γεγεννημένος ἐν Ταρσῷ τῆς ; Κιλικίας, δὲ ἀνατεθραμμένος ἐν ταύτῃ, τῇ ; πόλει πεπαιδευμένος παρὰ τοὺς ; πόδας Γαμαλιὴλ κατὰ ἀκρίβειαν τοῦ ; νόμου, πατρῴου ὑπάρχων ζηλωτὴς τοῦ ; θεοῦ καθὼς ὑμεῖς ; ἐστε πάντες σήμερον,
أعمال الرسل 22: 5
Act.22.5
كَمَا يَشْهَدُ لِي أَيْضًا رَئِيسُ الْكَهَنَةِ وَجَمِيعُ الْمَشْيَخَةِ، الَّذِينَ إِذْ أَخَذْتُ أَيْضًا مِنْهُمْ رَسَائِلَ لِلإِخْوَةِ إِلَى دِمَشْقَ، ذَهَبْتُ لآتِيَ بِالَّذِينَ هُنَاكَ إِلَى أُورُشَلِيمَ مُقَيَّدِينَ لِكَيْ يُعَاقَبُوا.
ὡς μαρτυρεῖ μοι καὶ ὁ ; ἀρχιερεὺς καὶ ; πᾶν τὸ ; πρεσβυτέριον, ὧν δεξάμενος καὶ παρ᾽ ἐπιστολὰς πρὸς ; τοὺς ; ἀδελφοὺς εἰς Δαμασκὸν ἐπορευόμην, ἄξων τοὺς ἐκεῖσε ; ὄντας εἰς Ἰερουσαλὴμ δεδεμένους ἵνα τιμωρηθῶσιν.
أعمال الرسل 22: 8
Act.22.8
فَأَجَبْتُ: مَنْ أَنْتَ يَا سَيِّدُ. فَقَالَ لِي: أَنَا يَسُوعُ النَّاصِرِيُّ الَّذِي أَنْتَ تَضْطَهِدُهُ.
ἐγὼ ; δὲ ; ἀπεκρίθην· τίς εἶ κύριε; εἶπέν ; τε πρός ; με· εἰμι ; ἐγώ Ἰησοῦς ὁ ; Ναζωραῖος ὃν σὺ διώκεις.
أعمال الرسل 22: 9
Act.22.9
وَالَّذِينَ كَانُوا مَعِي نَظَرُوا النُّورَ وَارْتَعَبُوا، وَلكِنَّهُمْ لَمْ يَسْمَعُوا صَوْتَ الَّذِي كَلَّمَنِي.
οἱ ; δὲ ὄντες σὺν ; ἐμοὶ ἐθεάσαντο τὸ ; μὲν ; φῶς καὶ ; ἔμφοβοι ; ἐγένοντο, δὲ οὐκ ἤκουσαν τὴν ; φωνὴν τοῦ ; λαλοῦντός ; μοι.
أعمال الرسل 22: 15
Act.22.15
لأَنَّكَ سَتَكُونُ لَهُ شَاهِدًا لِجَمِيعِ النَّاسِ بِمَا رَأَيْتَ وَسَمِعْتَ.
ὅτι ἔσῃ αὐτῷ μάρτυς πρὸς ; πάντας ἀνθρώπους ὧν ἑώρακας καὶ ; ἤκουσας.
أعمال الرسل 22: 19
Act.22.19
فَقُلْتُ: يَا رَبُّ، هُمْ يَعْلَمُونَ أَنِّي كُنْتُ أَحْبِسُ وَأَضْرِبُ فِي كُلِّ مَجْمَعٍ الَّذِينَ يُؤْمِنُونَ بِكَ.
κἀγὼ ; εἶπον· κύριε, αὐτοὶ ἐπίστανται ὅτι ; ἐγὼ ἤμην φυλακίζων καὶ ; δέρων κατὰ τὰς ; συναγωγὰς τοὺς πιστεύοντας ἐπὶ ; σέ·
أعمال الرسل 22: 20
Act.22.20
وَحِينَ سُفِكَ دَمُ اسْتِفَانُوسَ شَهِيدِكَ كُنْتُ أَنَا وَاقِفًا وَرَاضِيًا بِقَتْلِهِ، وَحَافِظًا ثِيَابَ الَّذِينَ قَتَلُوهُ.
καὶ ; ὅτε ἐξεχύννετο τὸ ; αἷμα Στεφάνου τοῦ ; μάρτυρός ; σου, ἤμην αὐτὸς ἐφεστὼς καὶ ; συνευδοκῶν τῇ ; ἀναιρέσει ; αὐτοῦ καὶ ; φυλάσσων τὰ ; ἱμάτια τῶν ἀναιρούντων ; αὐτόν.
أعمال الرسل 22: 26
Act.22.26
فَإِذْ سَمِعَ قَائِدُ الْمِئَةِ ذَهَبَ إِلَى الأَمِيرِ، وَأَخْبَرَهُ قَائِلاً: انْظُرْ مَاذَا أَنْتَ مُزْمِعٌ أَنْ تَفْعَلَ. لأَنَّ هذَا الرَّجُلَ رُومَانِيٌّ.
ἀκούσας ; δὲ ὁ ; ἑκατοντάρχης προσελθὼν τῷ χιλιάρχῳ ἀπήγγειλεν λέγων· ὅρα τί μέλλεις ποιεῖν; γὰρ οὗτος ἄνθρωπος Ῥωμαῖός ; ἐστιν.
أعمال الرسل 22: 27
Act.22.27
فَجَاءَ الأَمِيرُ وَقَالَ لَهُ: قُلْ لِي: أَنْتَ رُومَانِيٌّ. فَقَالَ: نَعَمْ.
προσελθὼν ; δὲ ὁ ; χιλίαρχος εἶπεν αὐτῷ· λέγε μοι, εἰ ; σὺ Ῥωμαῖος ; εἶ; ὁ ; δὲ ; ἔφη· ναί.
أعمال الرسل 22: 29
Act.22.29
وَلِلْوَقْتِ تَنَحَّى عَنْهُ الَّذِينَ كَانُوا مُزْمِعِينَ أَنْ يَفْحَصُوهُ. وَاخْتَشَى الأَمِيرُ لَمَّا عَلِمَ أَنَّهُ رُومَانِيٌّ، وَلأَنَّهُ قَدْ قَيَّدَهُ.
εὐθέως ; οὖν ἀπέστησαν ἀπ᾽ ; αὐτοῦ οἱ μέλλοντες ἀνετάζειν. καὶ ; ἐφοβήθη ὁ ; χιλίαρχος ἐπιγνοὺς ὅτι ; ἐστιν Ῥωμαῖός καὶ ; ὅτι ἦν αὐτὸν ; δεδεκώς.¶
أعمال الرسل 22: 29
Act.22.29
وَلِلْوَقْتِ تَنَحَّى عَنْهُ الَّذِينَ كَانُوا مُزْمِعِينَ أَنْ يَفْحَصُوهُ. وَاخْتَشَى الأَمِيرُ لَمَّا عَلِمَ أَنَّهُ رُومَانِيٌّ، وَلأَنَّهُ قَدْ قَيَّدَهُ.
εὐθέως ; οὖν ἀπέστησαν ἀπ᾽ ; αὐτοῦ οἱ μέλλοντες ἀνετάζειν. καὶ ; ἐφοβήθη ὁ ; χιλίαρχος ἐπιγνοὺς ὅτι ; ἐστιν Ῥωμαῖός καὶ ; ὅτι ἦν αὐτὸν ; δεδεκώς.¶
أعمال الرسل 23: 5
Act.23.5
فَقَالَ بُولُسُ: لَمْ أَكُنْ أَعْرِفُ أَيُّهَا الإِخْوَةُ أَنَّهُ رَئِيسُ كَهَنَةٍ، لأَنَّهُ مَكْتُوبٌ: رَئِيسُ شَعْبِكَ لاَ تَقُلْ فِيهِ سُوءًا.
ἔφη ; τε ὁ ; Παῦλος· οὐκ ᾔδειν, ἀδελφοί, ὅτι ; ἐστὶν ἀρχιερεύς· γὰρ γέγραπται ἄρχοντα τοῦ ; λαοῦ ; σου οὐκ ἐρεῖς κακῶς.¶
أعمال الرسل 23: 6
Act.23.6
وَلَمَّا عَلِمَ بُولُسُ أَنَّ قِسْمًا مِنْهُمْ صَدُّوقِيُّونَ وَالآخَرَ فَرِّيسِيُّونَ، صَرَخَ فِي الْمَجْمَعِ: أَيُّهَا الرِّجَالُ الإِخْوَةُ، أَنَا فَرِّيسِيٌّ ابْنُ فَرِّيسِيٍّ. عَلَى رَجَاءِ قِيَامَةِ الأَمْوَاتِ أَنَا أُحَاكَمُ.
δὲ Γνοὺς ὁ ; Παῦλος ὅτι τὸ ; ἓν ; μέρος ; ἐστὶν Σαδδουκαίων τὸ ; δὲ ; ἕτερον Φαρισαίων ἔκραξεν ἐν τῷ ; συνεδρίῳ· ἄνδρες ἀδελφοί, ἐγὼ Φαρισαῖός υἱὸς Φαρισαίου περὶ ἐλπίδος καὶ ; ἀναστάσεως νεκρῶν ἐγὼ κρίνομαι.¶
أعمال الرسل 23: 13
Act.23.13
وَكَانَ الَّذِينَ صَنَعُوا هذَا التَّحَالُفَ أَكْثَرَ مِنْ أَرْبَعِينَ.
δὲ ; ἦσαν πεποιηκότες οἱ ; ταύτην τὴν ; συνωμοσίαν πλείους τεσσεράκοντα
أعمال الرسل 23: 15
Act.23.15
وَالآنَ أَعْلِمُوا الأَمِيرَ أَنْتُمْ مَعَ الْمَجْمَعِ لِكَيْ يُنْزِلَهُ إِلَيْكُمْ غَدًا، كَأَنَّكُمْ مُزْمِعُونَ أَنْ تَفْحَصُوا بِأَكْثَرِ تَدْقِيق عَمَّا لَهُ. وَنَحْنُ، قَبْلَ أَنْ يَقْتَرِبَ، مُسْتَعِدُّونَ لِقَتْلِهِ.
νῦν ; οὖν ἐμφανίσατε τῷ ; χιλιάρχῳ ὑμεῖς σὺν τῷ ; συνεδρίῳ, ὅπως καταγάγῃ ; αὐτὸν πρὸς; ὑμᾶς αὔριον ὡς μέλλοντας διαγινώσκειν ἀκριβέστερον τὰ περὶ ; αὐτοῦ· ἡμεῖς ; δὲ πρὸ τοῦ ; ἐγγίσαι ; αὐτὸν ἕτοιμοί ; ἐσμεν τοῦ ; ἀνελεῖν ; αὐτόν.¶
أعمال الرسل 23: 19
Act.23.19
فَأَخَذَ الأَمِيرُ بِيَدِهِ وَتَنَحَّى بِهِ مُنْفَرِدًا، وَاسْتَخْبَرَهُ: مَا هُوَ الَّذِي عِنْدَكَ لِتُخْبِرَنِي بِهِ.
ἐπιλαβόμενος ; δὲ ὁ ; χιλίαρχος τῆς ; χειρὸς ; αὐτοῦ καὶ ; ἀναχωρήσας κατ᾽ ; ἰδίαν ἐπυνθάνετο· τί ἐστιν ὃ ἔχεις ἀπαγγεῖλαί ; μοι;
أعمال الرسل 23: 21
Act.23.21
فَلاَ تَنْقَدْ إِلَيْهِمْ، لأَنَّ أَكْثَرَ مِنْ أَرْبَعِينَ رَجُلاً مِنْهُمْ كَامِنُونَ لَهُ، قَدْ حَرَمُوا أَنْفُسَهُمْ أَنْ لاَ يَأْكُلُوا وَلاَ يَشْرَبُوا حَتَّى يَقْتُلُوهُ. وَهُمُ الآنَ مُسْتَعِدُّونَ مُنْتَظِرُونَ الْوَعْدَ مِنْكَ.
οὖν ; μὴ σὺ ; πεισθῇς αὐτοῖς, γὰρ πλείους τεσσεράκοντα, ἄνδρες ἐξ ; αὐτῶν ἐνεδρεύουσιν αὐτὸν οἵτινες ; ἀνεθεμάτισαν ἑαυτοὺς μήτε φαγεῖν μήτε πιεῖν ἕως οὗ ; ἀνέλωσιν ; αὐτὸν καὶ ; εἰσιν νῦν ἕτοιμοι προσδεχόμενοι τὴν ; ἐπαγγελίαν.¶ ἀπὸ ; σοῦ
أعمال الرسل 23: 27
Act.23.27
هذَا الرَّجُلُ لَمَّا أَمْسَكَهُ الْيَهُودُ وَكَانُوا مُزْمِعِينَ أَنْ يَقْتُلُوهُ، أَقْبَلْتُ مَعَ الْعَسْكَرِ وَأَنْقَذْتُهُ، إِذْ أُخْبِرْتُ أَنَّهُ رُومَانِيٌّ.
τοῦτον τὸν ; ἄνδρα συλλημφθέντα ὑπὸ ; τῶν ; Ἰουδαίων καὶ ; μέλλοντα ἀναιρεῖσθαι ; ὑπ᾽ ; αὐτῶν, ἐπιστὰς σὺν τῷ ; στρατεύματι ἐξειλάμην ; αὐτόν μαθὼν ὅτι ; ἐστιν· Ῥωμαῖός
أعمال الرسل 23: 30
Act.23.30
ثُمَّ لَمَّا أُعْلِمْتُ بِمَكِيدَةٍ عَتِيدَةٍ أَنْ تَصِيرَ عَلَى الرَّجُلِ مِنَ الْيَهُودِ، أَرْسَلْتُهُ لِلْوَقْتِ إِلَيْكَ، آمِرًا الْمُشْتَكِينَ أَيْضًا أَنْ يَقُولُوا لَدَيْكَ مَا عَلَيْهِ. كُنْ مُعَافىً.
δέ μηνυθείσης ; μοι ἐπιβουλῆς μέλλειν ἔσεσθαι εἰς τὸν ; ἄνδρα ὑπὸ τῶν ; Ἰουδαίων ἔπεμψα ἐξαυτῆς πρὸς ; σὲ παραγγείλας τοῖς ; κατηγόροις καὶ λέγειν ἐπὶ ; σοῦ. τὰ ; πρὸς ; αὐτὸν ἔρρωσο¶
أعمال الرسل 23: 34
Act.23.34
فَلَمَّا قَرَأَ الْوَالِي وَسَأَلَ مِنْ أَيَّةِ وِلاَيَةٍ هُوَ، وَوَجَدَ أَنَّهُ مِنْ كِيلِيكِيَّةَ،
δὲ ἀναγνοὺς ὁ ; ἡγεμών καὶ ; ἐπερωτήσας ἐκ ποίας ἐπαρχείας ἐστὶν καὶ ; πυθόμενος ὅτι ἀπὸ Κιλικίας,
أعمال الرسل 24: 15
Act.24.15
وَلِي رَجَاءٌ بِاللهِ فِي مَا هُمْ أَيْضًا يَنْتَظِرُونَهُ: أَنَّهُ سَوْفَ تَكُونُ قِيَامَةٌ لِلأَمْوَاتِ، الأَبْرَارِ وَالأَثَمَةِ.
ἔχων ἐλπίδα εἰς ; τὸν ; θεὸν ἣν αὐτοὶ καὶ προσδέχονται, μέλλειν ; ἔσεσθαι ἀνάστασιν νεκρῶν δικαίων ; τε καὶ ; ἀδίκων·
أعمال الرسل 24: 24
Act.24.24
ثُمَّ بَعْدَ أَيَّامٍ جَاءَ فِيلِكْسُ مَعَ دُرُوسِّلاَ امْرَأَتِهِ، وَهِيَ يَهُودِيَّةٌ. فَاسْتَحْضَرَ بُولُسَ وَسَمِعَ مِنْهُ عَنِ الإِيمَانِ بِالْمَسِيحِ.
δὲ Μετὰ ἡμέρας ; τινὰς παραγενόμενος ὁ ; Φῆλιξ σὺν Δρουσίλλῃ τῇ ; αὐτοῦ; γυναικὶ οὔσῃ Ἰουδαίᾳ μετεπέμψατο τὸν ; Παῦλον καὶ ; ἤκουσεν αὐτοῦ περὶ τῆς ; πίστεως. εἰς ; Χριστὸν
أعمال الرسل 24: 25
Act.24.25
وَبَيْنَمَا كَانَ يَتَكَلَّمُ عَنِ الْبِرِّ وَالتَّعَفُّفِ وَالدَّيْنُونَةِ الْعَتِيدَةِ أَنْ تَكُونَ، ارْتَعَبَ فِيلِكْسُ، وَأَجَابَ: أَمَّا الآنَ فَاذْهَبْ، وَمَتَى حَصَلْتُ عَلَى وَقْتٍ أَسْتَدْعِيكَ.
διαλεγομένου ; δὲ ; αὐτοῦ περὶ δικαιοσύνης καὶ ; ἐγκρατείας καὶ ; τοῦ ; κρίματος τοῦ ; μέλλοντος ἔσεσθαι ἔμφοβος ; γενόμενος ὁ ; Φῆλιξ ἀπεκρίθη· τὸ νῦν πορεύου· δὲ μεταλαβὼν καιρὸν μετακαλέσομαί ; σε·
أعمال الرسل 25: 5
Act.25.5
وَقَالَ: فَلْيَنْزِلْ الَّذِينَ هُمْ بَيْنَكُمْ مُقْتَدِرُونَ. وَإِنْ كَانَ فِي هذَا الرَّجُلِ شَيْءٌ فَلْيَشْتَكُوا عَلَيْهِ.
οὖν ; φησιν συγκαταβάντες, οἱ ἐν ; ὑμῖν δυνατοὶ εἴ ἐστιν ἐν τούτῳ τῷ ; ἀνδρὶ τί κατηγορείτωσαν αὐτοῦ.
أعمال الرسل 25: 10
Act.25.10
فَقَالَ بُولُسُ: أَنَا وَاقِفٌ لَدَى كُرْسِيِّ وِلاَيَةِ قَيْصَرَ حَيْثُ يَنْبَغِي أَنْ أُحَاكَمَ. أَنَا لَمْ أَظْلِمِ الْيَهُودَ كَمَا تَعْلَمُ أَنْتَ أَيْضًا جَيِّدًا.
εἶπεν ; δὲ ὁ ; Παῦλος· εἰμι, ἑστώς ἐπὶ τοῦ ; βήματος Καίσαρος οὗ δεῖ κρίνεσθαι. με οὐδὲν ἠδίκησα, Ἰουδαίους ὡς ἐπιγινώσκεις· σὺ καὶ κάλλιον
أعمال الرسل 25: 11
Act.25.11
لأَنِّي إِنْ كُنْتُ آثِمًا، أَوْ صَنَعْتُ شَيْئًا يَسْتَحِقُّ الْمَوْتَ، فَلَسْتُ أَسْتَعْفِي مِنَ الْمَوْتِ. وَلكِنْ إِنْ لَمْ يَكُنْ شَيْءٌ مِمَّا يَشْتَكِي عَلَيَّ هؤُلاَءِ، فَلَيْسَ أَحَدٌ يَسْتَطِيعُ أَنْ يُسَلِّمَنِي لَهُمْ. إِلَى قَيْصَرَ أَنَا رَافِعٌ دَعْوَايَ..
γὰρ εἰ ; μὲν ; ἀδικῶ καὶ πέπραχά τι, ἄξιον θανάτου οὐ παραιτοῦμαι ἀποθανεῖν· δὲ εἰ οὐδέν ; ἐστιν ὧν κατηγοροῦσίν μου, οὗτοι οὐδείς δύναται χαρίσασθαι. ; με αὐτοῖς Καίσαρα ἐπικαλοῦμαι.¶
أعمال الرسل 25: 14
Act.25.14
وَلَمَّا كَانَا يَصْرِفَانِ هُنَاكَ أَيَّامًا كَثِيرَةً، عَرَضَ فَسْتُوسُ عَلَى الْمَلِكِ أَمْرَ بُولُسَ، قَائِلاً: يُوجَدُ رَجُلٌ تَرَكَهُ فِيلِكْسُ أَسِيرًا،
ὡς ; δὲ διέτριβον ἐκεῖ, ἡμέρας πλείους ἀνέθετο ὁ ; Φῆστος τῷ ; βασιλεῖ τὰ ; κατὰ τὸν ; Παῦλον λέγων· ἐστιν ἀνήρ ; τίς καταλελειμμένος ; ὑπὸ Φήλικος δέσμιος,