ك
إصحاح
G1209
G1210. déō
G1211
المعنى المختصر للكلمة
déō: to bind (in various applications, literally or figuratively)
اللفظ الأصلي δέω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق déō (deh-o)
تكرار الورود في الكتاب 38 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

to bind (in various applications, literally or figuratively)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
bind be in bonds knit tie wind

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

δεδεμένον (6×) δεδεμένος (4×) δεδεμένους (3×) δήσαντες (2×) δέδεται (2×) δεθῆναι (2×) ἣν ; ἔδησεν (1×) ἐὰν ; δήσητε (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (38 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
متى 12: 29 Mat.12.29
أَمْ كَيْفَ يَسْتَطِيعُ أَحَدٌ أَنْ يَدْخُلَ بَيْتَ الْقَوِيِّ وَيَنْهَبَ أَمْتِعَتَهُ، إِنْ لَمْ يَرْبِطِ الْقَوِيَّ أَوَّلاً، وَحِينَئِذٍ يَنْهَبُ بَيْتَهُ.
ἢ πῶς δύναταί τις εἰσελθεῖν εἰς ; τὴν ; οἰκίαν τοῦ ; ἰσχυροῦ καὶ ; διαρπάσαι τὰ ; σκεύη ; αὐτοῦ ἐὰν μὴ δήσῃ τὸν ; ἰσχυρόν; πρῶτον καὶ ; τότε διαρπάσει.¶ τὴν ; οἰκίαν ; αὐτοῦ
متى 16: 19 Mat.16.19
وَأُعْطِيكَ مَفَاتِيحَ مَلَكُوتِ السَّمَاوَاتِ، فَكُلُّ مَا تَرْبِطُهُ عَلَى الأَرْضِ يَكُونُ مَرْبُوطًا فِي السَّمَاوَاتِ. وَكُلُّ مَا تَحُلُّهُ عَلَى الأَرْضِ يَكُونُ مَحْلُولاً فِي السَّمَاوَاتِ.
καὶ ; δώσω ; σοι τὰς ; κλεῖδας τῆς ; βασιλείας τῶν ; οὐρανῶν, καὶ ; ὃ ; ἐὰν δήσῃς ἐπὶ τῆς ; γῆς, ἔσται δεδεμένον ἐν τοῖς ; οὐρανοῖς, καὶ ; ὃ ; ἐὰν λύσῃς ἐπὶ τῆς ; γῆς, ἔσται λελυμένον ἐν τοῖς ; οὐρανοῖς.¶
متى 16: 19 Mat.16.19
وَأُعْطِيكَ مَفَاتِيحَ مَلَكُوتِ السَّمَاوَاتِ، فَكُلُّ مَا تَرْبِطُهُ عَلَى الأَرْضِ يَكُونُ مَرْبُوطًا فِي السَّمَاوَاتِ. وَكُلُّ مَا تَحُلُّهُ عَلَى الأَرْضِ يَكُونُ مَحْلُولاً فِي السَّمَاوَاتِ.
καὶ ; δώσω ; σοι τὰς ; κλεῖδας τῆς ; βασιλείας τῶν ; οὐρανῶν, καὶ ; ὃ ; ἐὰν δήσῃς ἐπὶ τῆς ; γῆς, ἔσται δεδεμένον ἐν τοῖς ; οὐρανοῖς, καὶ ; ὃ ; ἐὰν λύσῃς ἐπὶ τῆς ; γῆς, ἔσται λελυμένον ἐν τοῖς ; οὐρανοῖς.¶
متى 18: 18 Mat.18.18
اَلْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: كُلُّ مَا تَرْبِطُونَهُ عَلَى الأَرْضِ يَكُونُ مَرْبُوطًا فِي السَّمَاءِ، وَكُلُّ مَا تَحُلُّونَهُ عَلَى الأَرْضِ يَكُونُ مَحْلُولاً فِي السَّمَاءِ.
Ἀμὴν λέγω ὑμῖν· ὅσα ἐὰν ; δήσητε ἐπὶ τῆς ; γῆς, ἔσται δεδεμένα ἐν τῷ ; οὐρανῷ· καὶ ; ὅσα ἐὰν ; λύσητε ἐπὶ τῆς ; γῆς, ἔσται λελυμένα ἐν τῷ ; οὐρανῷ.¶
متى 18: 18 Mat.18.18
اَلْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: كُلُّ مَا تَرْبِطُونَهُ عَلَى الأَرْضِ يَكُونُ مَرْبُوطًا فِي السَّمَاءِ، وَكُلُّ مَا تَحُلُّونَهُ عَلَى الأَرْضِ يَكُونُ مَحْلُولاً فِي السَّمَاءِ.
Ἀμὴν λέγω ὑμῖν· ὅσα ἐὰν ; δήσητε ἐπὶ τῆς ; γῆς, ἔσται δεδεμένα ἐν τῷ ; οὐρανῷ· καὶ ; ὅσα ἐὰν ; λύσητε ἐπὶ τῆς ; γῆς, ἔσται λελυμένα ἐν τῷ ; οὐρανῷ.¶
قَائِلاً لَهُمَا: اِذْهَبَا إِلَى الْقَرْيَةِ الَّتِي أَمَامَكُمَا، فَلِلْوَقْتِ تَجِدَانِ أَتَانًا مَرْبُوطَةً وَجَحْشًا مَعَهَا، فَحُّلاَهُمَا وَأْتِيَاني بِهِمَا.
λέγων αὐτοῖς· Πορεύθητε εἰς τὴν ; κώμην τὴν ἀπέναντι; ὑμῶν. καὶ ; εὐθέως εὑρήσετε ὄνον δεδεμένην καὶ ; πῶλον μετ᾽ ; αὐτῆς· λύσαντες ἀγάγετέ ; μοι.
متى 22: 13 Mat.22.13
حِينَئِذٍ قَالَ الْمَلِكُ لِلْخُدَّامِ: ارْبُطُوا رِجْلَيْهِ وَيَدَيْهِ، وَخُذُوهُ وَاطْرَحُوهُ فِي الظُّلْمَةِ الْخَارِجِيَّةِ. هُنَاكَ يَكُونُ الْبُكَاءُ وَصَرِيرُ الأَسْنَانِ.
τότε εἶπεν ὁ ; βασιλεὺς τοῖς ; διακόνοις· δήσαντες αὐτοῦ ; πόδας καὶ ; χεῖρας ἄρατε καὶ ; ἐκβάλετε ; αὐτὸν εἰς τὸ ; σκότος τὸ ; ἐξώτερον· ἐκεῖ ἔσται ὁ ; κλαυθμὸς καὶ ; ὁ ; βρυγμὸς τῶν ; ὀδόντων.
لاَ يَسْتَطِيعُ أَحَدٌ أَنْ يَدْخُلَ بَيْتَ قَوِيٍّ وَيَنْهَبَ أَمْتِعَتَهُ، إِنْ لَمْ يَرْبِطِ الْقَوِيَّ أَوَّلاً، وَحِينَئِذٍ يَنْهَبُ بَيْتَهُ.
οὐ δύναται οὐδεὶς εἰσελθὼν εἰς ; τὴν ; οἰκίαν τοῦ ; ἰσχυροῦ διαρπάσαι, τὰ ; σκεύη ; αὐτοῦ ἐὰν μὴ δήσῃ, τὸν ; ἰσχυρὸν πρῶτον καὶ ; τότε διαρπάσει.¶ τὴν ; οἰκίαν ; αὐτοῦ
كَانَ مَسْكَنُهُ فِي الْقُبُورِ، وَلَمْ يَقْدِرْ أَنْ يَرْبِطَهُ وَلاَ بِسَلاَسِلَ،
ὃς ; εἶχεν τὴν ; κατοίκησιν ἐν τοῖς ; μνήμείοις καὶ ; οὐδεὶς ἐδύνατο αὐτὸν ; δῆσαι οὔτε ἁλύσεσιν
لأَنَّهُ قَدْ رُبِطَ كَثِيرًا بِقُيُودٍ وَسَلاَسِلَ فَقَطَّعَ السَّلاَسِلَ وَكَسَّرَ الْقُيُودَ، فَلَمْ يَقْدِرْ أَحَدٌ أَنْ يْذَلِّـلَهُُ.
διὰ αὐτὸν ; δεδέσθαι πολλάκις πέδαις καὶ ; ἁλύσεσιν καὶ ; διεσπάσθαι ; ὑπ᾽ ; αὐτοῦ τὰς ; ἁλύσεις καὶ ; συντετρῖφθαι, τὰς ; πέδας καὶ ; οὐδεὶς ; ἴσχυεν αὐτὸν ; δαμάσαι.
لأَنَّ هِيرُودُسَ نَفْسَهُ كَانَ قَدْ أَرْسَلَ وَأَمْسَكَ يُوحَنَّا وَأَوْثَقَهُ فِي السِّجْنِ مِنْ أَجْلِ هِيرُودِيَّا امْرَأَةِ فِيلُبُّسَ أَخِيهِ، إِذْ كَانَ قَدْ تَزَوَّجَ بِهَا.
γὰρ ὁ ; Ἡρῴδης αὐτὸς ἀποστείλας ἐκράτησεν τὸν ; Ἰωάννην καὶ ; ἔδησεν ἐν τῇ ; φυλακῇ διὰ Ἡρῳδιάδα τὴν ; γυναῖκα Φιλίππου τοῦ ; ἀδελφοῦ ; αὐτοῦ ὅτι ἐγάμησεν· αὐτὴν
وَقَالَ لَهُمَا: اذْهَبَا إِلَى الْقَرْيَةِ الَّتِي أَمَامَكُمَا، فَلِلْوَقْتِ وَأَنْتُمَا دَاخِلاَنِ إِلَيْهَا تَجِدَانِ جَحْشًا مَرْبُوطًا لَمْ يَجْلِسْ عَلَيْهِ أَحَدٌ مِنَ النَّاسِ. فَحُلاَّهُ وَأْتِيَا بِهِ.
καὶ ; λέγει αὐτοῖς· ὑπάγετε εἰς τὴν ; κώμην τὴν ; κατέναντι ; ὑμῶν· καὶ ; εὐθὺς εἰσπορευόμενοι εἰς ; αὐτὴν εὑρήσετε πῶλον δεδεμένον οὔπω κεκάθικεν ἐφ᾽ ; ὃν οὐδεὶς ἀνθρώπων λύσαντες; αὐτὸν καὶ ; ἀγάγετε
فَمَضَيَا وَوَجَدَا الْجَحْشَ مَرْبُوطًا عِنْدَ الْبَابِ خَارِجًا عَلَى الطَّرِيقِ، فَحَلاََّهُ.
ἀπῆλθον ; δὲ καὶ ; εὗρον τὸν ; πῶλον δεδεμένον πρὸς τὴν ; θύραν ἔξω ἐπὶ τοῦ ; ἀμφόδου καὶ ; λύουσιν ; αὐτόν.
وَلِلْوَقْتِ فِي الصَّبَاحِ تَشَاوَرَ رُؤَسَاءُ الْكَهَنَةِ وَالشُّيُوخُ وَالْكَتَبَةُ وَالْمَجْمَعُ كُلُّهُ، فَأَوْثَقُوا يَسُوعَ وَمَضَوْا بِهِ وَأَسْلَمُوهُ إِلَى بِيلاَطُسَ.
Καὶ ; εὐθὺς ἐπὶ τὸ ; πρωῒ συμβούλιον ; ποιήσαντες οἱ ; ἀρχιερεῖς μετὰ ; τῶν ; πρεσβυτέρων καὶ ; γραμματέων καὶ ; τὸ ; συνέδριον, ὅλον δήσαντες τὸν ; Ἰησοῦν ἀπήνεγκαν καὶ ; παρέδωκαν Πιλάτῳ.¶ ; τῷ
وَكَانَ الْمُسَمَّى بَارَابَاسَ مُوثَقًا مَعَ رُفَقَائِهِ فِي الْفِتْنَةِ، الَّذِينَ فِي الْفِتْنَةِ فَعَلُوا قَتْلاً.
ἦν ; δὲ λεγόμενος ὁ ; Βαραββᾶς δεδεμένος μετὰ τῶν ; στασιαστῶν οἵτινες ἐν τῇ ; στάσει πεποιήκεισαν. φόνον
وَهذِهِ، وَهِيَ ابْنَةُ إِبْراهِيمَ، قَدْ رَبَطَهَا الشَّيْطَانُ ثَمَانِيَ عَشْرَةَ سَنَةً، أَمَا كَانَ يَنْبَغِي أَنْ تُحَلَّ مِنْ هذَا الرِّبَاطِ فِي يَوْمِ السَّبْتِ.
ταύτην ; δὲ οὖσαν θυγατέρα Ἀβραὰμ ἣν ; ἔδησεν ὁ ; σατανᾶς ἰδοὺ ; καὶ ; ὀκτὼ δέκα ἔτη, οὐκ ἔδει λυθῆναι ἀπὸ τούτου τοῦ ; δεσμοῦ τῇ ἡμέρᾳ τοῦ ; σαββάτου;¶
قَائِلاً: اِذْهَبَا إِلَى الْقَرْيَةِ الَّتِي أَمَامَكُمَا، وَحِينَ تَدْخُلاَنِهَا تَجِدَانِ جَحْشًا مَرْبُوطًا لَمْ يَجْلِسْ عَلَيْهِ مِنَ النَّاسِ قَطُّ. فَحُّلاَهُ وَأْتِيَا بِهِ.
εἰπών ὑπάγετε εἰς τὴν ; κώμην, κατέναντι ἐν ; ᾗ εἰσπορευόμενοι εὑρήσετε πῶλον δεδεμένον οὐδεὶς ἐκάθισεν· ἐφ᾽ ; ὃν ἀνθρώπων πώποτε λύσαντες ; αὐτὸν ἀγάγετε.
فَخَرَجَ الْمَيْتُ وَيَدَاهُ وَرِجْلاَهُ مَرْبُوطَاتٌ بِأَقْمِطَةٍ، وَوَجْهُهُ مَلْفُوفٌ بِمِنْدِيل. فَقَالَ لَهُمْ يَسُوعُ: حُلُّوهُ وَدَعُوهُ يَذْهَبْ.
καὶ ; ἐξῆλθεν ὁ ; τεθνηκὼς καὶ ; τὰς ; χεῖρας τοὺς ; πόδας δεδεμένος κειρίαις, καὶ ; ἡ ; ὄψις ; αὐτοῦ περιεδέδετο. σουδαρίῳ λέγει αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς· λύσατε ; αὐτὸν καὶ ; ἄφετε ; αὐτὸν ὑπάγειν.¶
وَكَانَ حَنَّانُ قَدْ أَرْسَلَهُ مُوثَقًا إِلَى قَيَافَا رَئِيسِ الْكَهَنَةِ.
οὖν ὁ ; Ἅννας Ἀπέστειλεν ; αὐτὸν δεδεμένον πρὸς Καϊάφαν τὸν ; ἀρχιερέα.
وَطَلَبَ مِنْهُ رَسَائِلَ إِلَى دِمَشْقَ، إِلَى الْجَمَاعَاتِ، حَتَّى إِذَا وَجَدَ أُنَاسًا مِنَ الطَّرِيقِ، رِجَالاً أَوْ نِسَاءً، يَسُوقُهُمْ مُوثَقِينَ إِلَى أُورُشَلِيمَ.
ᾐτήσατο παρ᾽ ; αὐτοῦ ἐπιστολὰς εἰς Δαμασκὸν πρὸς τὰς ; συναγωγάς, ὅπως ἐάν εὕρῃ τινας τῆς ὁδοῦ ἄνδρας καὶ γυναῖκας, ἀγάγῃ δεδεμένους εἰς Ἰερουσαλήμ.
وَههُنَا لَهُ سُلْطَانٌ مِنْ قِبَلِ رُؤَسَاءِ الْكَهَنَةِ أَنْ يُوثِقَ جَمِيعَ الَّذِينَ يَدْعُونَ بِاسْمِكَ.
καὶ ; ὧδε ἔχει ἐξουσίαν παρὰ τῶν ; ἀρχιερέων δῆσαι πάντας τοὺς ἐπικαλουμένους τὸ ; ὄνομά ; σου.¶
فَبُهِتَ جَمِيعُ الَّذِينَ كَانُوا يَسْمَعُونَ وَقَالُوا: أَلَيْسَ هذَا هُوَ الَّذِي أَهْلَكَ فِي أُورُشَلِيمَ الَّذِينَ يَدْعُونَ بِهذَا الاسْمِ. وَقَدْ جَاءَ إِلَى هُنَا لِهذاَ لِيَسُوقَهُمْ مُوثَقِينَ إِلَى رُؤَسَاءِ الْكَهَنَةِ..
ἐξίσταντο ; δὲ πάντες οἱ ἀκούοντες καὶ ; ἔλεγον· οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ ; πορθήσας ἐν Ἰερουσαλὴμ τοὺς ἐπικαλουμένους τοῦτο; τὸ ; ὄνομα καὶ ἐληλύθει ὧδε εἰς ; τοῦτο αὐτοὺς ; ἀγάγῃ δεδεμένους ἐπὶ τοὺς ; ἀρχιερεῖς.¶
فَرَأَى السَّمَاءَ مَفْتُوحَةً، وَإِنَاءً نَازِلاً عَلَيْهِ مِثْلَ مُلاَءَةٍ عَظِيمَةٍ مَرْبُوطَةٍ بِأَرْبَعَةِ أَطْرَافٍ وَمُدَّلاَةٍ عَلَى الأَرْضِ.
καὶ ; θεωρεῖ τὸν ; οὐρανὸν ἀνεῳγμένον σκεῦός ; τι ; καὶ καταβαῖνον ἐπ᾽ ; αὐτὸν ὡς ὀθόνην μεγάλην δεδεμένον τέσσαρσιν ἀρχαῖς καὶ ; καθιέμενον ἐπὶ τῆς ; γῆς·
وَلَمَّا كَانَ هِيرُودُسُ مُزْمِعًا أَنْ يُقَدِّمَهُ، كَانَ بُطْرُسُ فِي تِلْكَ اللَّيْلَةِ نَائِمًا بَيْنَ عَسْكَرِيَّيْنِ مَرْبُوطًا بِسِلْسِلَتَيْنِ، وَكَانَ قُدَّامَ الْبَابِ حُرَّاسٌ يَحْرُسُونَ السِّجْنَ.
ὅτε ; δὲ ὁ ; Ἡρῴδης, ἤμελλεν προάγειν; αὐτὸν ἦν ὁ ; Πέτρος ἐκείνῃ ; τῇ νυκτὶ κοιμώμενος μεταξὺ δύο ; στρατιωτῶν δεδεμένος ἁλύσεσιν ; δυσίν, τε πρὸ τῆς ; θύρας φύλακές ἐτήρουν τὴν ; φυλακήν.
وَالآنَ هَا أَنَا أَذْهَبُ إِلَى أُورُشَلِيمَ مُقَيَّدًا بِالرُّوحِ، لاَ أَعْلَمُ مَاذَا يُصَادِفُنِي هُنَاكَ.
Καὶ ; νῦν ἰδοὺ ἐγὼ πορεύομαι εἰς Ἰερουσαλὴμ δεδεμένος τῷ ; πνεύματι μὴ εἰδώς, τὰ συναντήσοντά ; μοι ἐν ; αὐτῇ
فَجَاءَ إِلَيْنَا، وَأَخَذَ مِنْطَقَةَ بُولُسَ، وَرَبَطَ يَدَيْ نَفْسِهِ وَرِجْلَيْهِ وَقَالَ: هذَا يَقُولُهُ الرُّوحُ الْقُدُسُ: الرَّجُلُ الَّذِي لَهُ هذِهِ الْمِنْطَقَةُ، هكَذَا سَيَرْبُطُهُ الْيَهُودُ فِي أُورُشَلِيمَ وَيُسَلِّمُونَهُ إِلَى أَيْدِي الأُمَمِ.
καὶ ; ἐλθὼν πρὸς ; ἡμᾶς καὶ ; ἄρας τὴν ; ζώνην τοῦ ; Παύλου, δήσας τὰς ; χεῖρας αὐτοῦ τοὺς ; πόδας εἶπεν· τάδε λέγει πνεῦμα ; τὸ τὸ ; ἅγιον· τὸν ; ἄνδρα οὗ ; ἐστιν αὕτη, ἡ ; ζώνη οὕτως δήσουσιν οἱ ; Ἰουδαῖοι ἐν Ἰερουσαλὴμ καὶ ; παραδώσουσιν εἰς χεῖρας ἐθνῶν.
فَجَاءَ إِلَيْنَا، وَأَخَذَ مِنْطَقَةَ بُولُسَ، وَرَبَطَ يَدَيْ نَفْسِهِ وَرِجْلَيْهِ وَقَالَ: هذَا يَقُولُهُ الرُّوحُ الْقُدُسُ: الرَّجُلُ الَّذِي لَهُ هذِهِ الْمِنْطَقَةُ، هكَذَا سَيَرْبُطُهُ الْيَهُودُ فِي أُورُشَلِيمَ وَيُسَلِّمُونَهُ إِلَى أَيْدِي الأُمَمِ.
καὶ ; ἐλθὼν πρὸς ; ἡμᾶς καὶ ; ἄρας τὴν ; ζώνην τοῦ ; Παύλου, δήσας τὰς ; χεῖρας αὐτοῦ τοὺς ; πόδας εἶπεν· τάδε λέγει πνεῦμα ; τὸ τὸ ; ἅγιον· τὸν ; ἄνδρα οὗ ; ἐστιν αὕτη, ἡ ; ζώνη οὕτως δήσουσιν οἱ ; Ἰουδαῖοι ἐν Ἰερουσαλὴμ καὶ ; παραδώσουσιν εἰς χεῖρας ἐθνῶν.
فَأَجَابَ بُولُسُ: مَاذَا تَفْعَلُونَ. تَبْكُونَ وَتَكْسِرُونَ قَلْبِي، لأَنِّي مُسْتَعِدٌّ لَيْسَ أَنْ أُرْبَطَ فَقَطْ، بَلْ أَنْ أَمُوتَ أَيْضًا فِي أُورُشَلِيمَ لأَجْلِ اسْمِ الرَّبِّ يَسُوعَ.
δὲ; ἀπεκρίθη ὁ ; Παῦλος· τί ποιεῖτε κλαίοντες συνθρύπτοντές ; καὶ μου ; τὴν ; καρδίαν; ἐγὼ ; γὰρ ἑτοίμως ; ἔχω οὐ δεθῆναι μόνον ἀλλὰ ἀποθανεῖν καὶ εἰς Ἰερουσαλὴμ ὑπὲρ τοῦ ; ὀνόματος τοῦ ; κυρίου Ἰησοῦ.
حِينَئِذٍ اقْتَرَبَ الأَمِيرُ وَأَمْسَكَهُ، وَأَمَرَ أَنْ يُقَيَّدَ بِسِلْسِلَتَيْنِ، وَطَفِقَ يَسْتَخْبِرُ: تُرَى مَنْ يَكُونُ. وَمَاذَا فَعَلَ.
τότε ἐγγίσας ὁ ; χιλίαρχος ἐπελάβετο ; αὐτοῦ καὶ ; ἐκέλευσεν δεθῆναι ἁλύσεσιν ; δυσὶν καὶ ; ἐπυνθάνετο ἂν τίς εἴη καὶ ; τί ; ἐστιν πεποιηκώς.
كَمَا يَشْهَدُ لِي أَيْضًا رَئِيسُ الْكَهَنَةِ وَجَمِيعُ الْمَشْيَخَةِ، الَّذِينَ إِذْ أَخَذْتُ أَيْضًا مِنْهُمْ رَسَائِلَ لِلإِخْوَةِ إِلَى دِمَشْقَ، ذَهَبْتُ لآتِيَ بِالَّذِينَ هُنَاكَ إِلَى أُورُشَلِيمَ مُقَيَّدِينَ لِكَيْ يُعَاقَبُوا.
ὡς μαρτυρεῖ μοι καὶ ὁ ; ἀρχιερεὺς καὶ ; πᾶν τὸ ; πρεσβυτέριον, ὧν δεξάμενος καὶ παρ᾽ ἐπιστολὰς πρὸς ; τοὺς ; ἀδελφοὺς εἰς Δαμασκὸν ἐπορευόμην, ἄξων τοὺς ἐκεῖσε ; ὄντας εἰς Ἰερουσαλὴμ δεδεμένους ἵνα τιμωρηθῶσιν.