ك
إصحاح
G1092
G1093.
G1094
المعنى المختصر للكلمة
gē: soil
اللفظ الأصلي γῆ
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق (ghay)
تكرار الورود في الكتاب 246 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها

contracted from a primary word;

المعنى والشرح المفصل
1 soil
2 by extension a region, or the solid part or the whole of the terrene globe (including the occupants in each application)
الإنجليزية — KJV Translation Tags
country earth(-ly) ground land world

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

τῆς ; γῆς (56×) τὴν ; γῆν (41×) τῆς ; γῆς, (27×) τῆς ; γῆς. (14×) ἡ ; γῆ (10×) τὴν ; γῆν, (9×) τῆς ; γῆς.¶ (8×) γῆς (8×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (246 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
ثُمَّ أَهْلَكَ سَبْعَ أُمَمٍ فِي أَرْضِ كَنْعَانَ وَقَسَمَ لَهُمْ أَرْضَهُمْ
καὶ καθελὼν ἑπτὰ ἔθνη ἐν γῇ Χανάαν κατεκληρονόμησεν αὐτοῖς τὴν ; γῆν ; αὐτῶν
لأَنْ هكَذَا أَوْصَانَا الرَّبُّ: قَدْ أَقَمْتُكَ نُورًا لِلأُمَمِ، لِتَكُونَ أَنْتَ خَلاَصًا إِلَى أَقْصَى الأَرْضِ.
γὰρ οὕτως ἐντέταλται ; ἡμῖν ὁ ; κύριος· τέθεικά ; σε εἰς ; φῶς ἐθνῶν εἶναί σε εἰς ; σωτηρίαν ἕως ἐσχάτου τῆς ; γῆς.¶
وقائلينِ: أيُّها الرِّجالُ، لِمَاذَا تَفْعَلُونَ هذَا. نَحْنُ أَيْضًا بَشَرٌ تَحْتَ آلاَمٍ مِثْلُكُمْ، نُبَشِّرُكُمْ أَنْ تَرْجِعُوا مِنْ هذِهِ الأَبَاطِيلِ إِلَى الإِلهِ الْحَيِّ الَّذِي خَلَقَ السَّمَاءَ وَالأَرْضَ وَالْبَحْرَ وَكُلَّ مَا فِيهَا،
καὶ ; λέγοντες· ἄνδρες, τί ποιεῖτε; ταῦτα ἡμεῖς καὶ ἄνθρωποι, ὁμοιοπαθεῖς ; ἐσμεν ; ὑμῖν εὐαγγελιζόμενοι ; ὑμᾶς ἐπιστρέφειν ἀπὸ τούτων τῶν ; ματαίων ἐπὶ τὸν ; θεὸν τὸν ; ζῶντα, ὃς ἐποίησεν τὸν ; οὐρανὸν καὶ ; τὴν ; γῆν καὶ ; τὴν ; θάλασσαν καὶ ; πάντα τὰ ἐν ; αὐτοῖς,
الإِلهُ الَّذِي خَلَقَ الْعَالَمَ وَكُلَّ مَا فِيهِ، هذَا، إِذْ هُوَ رَبُّ السَّمَاءِ وَالأَرْضِ، لاَ يَسْكُنُ فِي هَيَاكِلَ مَصْنُوعَةٍ بِالأَيَادِي،
ὁ ; θεὸς ὁ ποιήσας τὸν ; κόσμον καὶ ; πάντα τὰ ἐν ; αὐτῷ, οὗτος ὑπάρχων κύριος οὐρανοῦ καὶ ; γῆς οὐκ κατοικεῖ, ἐν ναοῖς χειροποιήτοις
وَصَنَعَ مِنْ دَمٍ وَاحِدٍ كُلَّ أُمَّةٍ مِنَ النَّاسِ يَسْكُنُونَ عَلَى كُلِّ وَجْهِ الأَرْضِ، وَحَتَمَ بِالأَوْقَاتِ الْمُعَيَّنَةِ وَبِحُدُودِ مَسْكَنِهِمْ،
ἐποίησέν ; τε ἐξ αἵματος ἑνὸς πᾶν ἔθνος ἀνθρώπων κατοικεῖν ἐπὶ πᾶν τὸ; τῆς πρόσωπον τῆς ; γῆς, ὁρίσας καιροὺς προτεταγμένους καὶ ; τὰς ; ὁροθεσίας τῆς ; κατοικίας ; αὐτῶν
فَسَمِعُوا لَهُ حَتَّى هذِهِ الْكَلِمَةَِ، ثُمَّ رَفَعُوا أَصْوَاتَهُمْ قَائِلِينَ: خُذْ مِثْلَ هذَا مِنَ الأَرْضِ، لأَنَّهُ لاَ يَجُوزُ أَنْ يَعِيشَ..
Ἤκουον ; δὲ αὐτοῦ ἄχρι τούτου τοῦ ; λόγου καὶ ἐπῆραν τὴν ; φωνὴν ; αὐτῶν λέγοντες· αἶρε τὸν ; τοιοῦτον· ἀπὸ τῆς ; γῆς γὰρ οὐ καθῆκον αὐτὸν ; ζῆν.
فَلَمَّا سَقَطْنَا جَمِيعُنَا عَلَى الأَرْضِ، سَمِعْتُ صَوْتًا يُكَلِّمُنِي وَيَقُولُ بِاللُّغَةِ الْعِبْرَانِيَّةِ: شَاوُلُ، شَاوُلُ. لِمَاذَا تَضْطَهِدُنِي. صَعْبٌ عَلَيْكَ أَنْ تَرْفُسَ مَنَاخِسَ
δὲ καταπεσόντων ; ἡμῶν πάντων εἰς τὴν ; γῆν ἤκουσα φωνὴν λαλοῦσαν; πρός ; με καὶ ; λέγουσαν τῇ ; διαλέκτῳ· Ἑβραΐδι Σαοὺλ Σαούλ, τί με ; διώκεις; σκληρόν σοι λακτίζειν. πρὸς ; κέντρα
وَلَمَّا صَارَ النَّهَارُ لَمْ يَكُونُوا يَعْرِفُونَ الأَرْضَ، وَلكِنَّهُمْ أَبْصَرُوا خَلِيجًا لَهُ شَاطِئٌ، فَأَجْمَعُوا أَنْ يَدْفَعُوا إِلَيْهِ السَّفِينَةَ إِنْ أَمْكَنَهُمْ.
ὅτε ; δὲ ἐγένετο, ἡμέρα οὐκ ἐπεγίνωσκον, τὴν ; γῆν δέ κατενόουν κόλπον ; τινα ἔχοντα αἰγιαλόν, ἐβουλεύσαντο εἰ ἐξῶσαι εἰς ; ὃν τὸ ; πλοῖον. δύναιντο,
وَلكِنَّ قَائِدَ الْمِئَةِ، إِذْ كَانَ يُرِيدُ أَنْ يُخَلِّصَ بُولُسَ، مَنَعَهُمْ مِنْ هذَا الرَّأْيِ، وَأَمَرَ أَنَّ الْقَادِرِينَ عَلَى السِّبَاحَةِ يَرْمُونَ أَنْفُسَهُمْ أَوَّلاً فَيَخْرُجُونَ إِلَى الْبَرِّ،
δὲ ὁ ; ἑκατοντάρχης βουλόμενος διασῶσαι τὸν ; Παῦλον ἐκώλυσεν ; αὐτοὺς τοῦ βουλήματος, ἐκέλευσέν ; τε τοὺς ; δυναμένους κολυμβᾶν ἀπορίψαντας πρώτους ἐξιέναι, ἐπὶ τὴν ; γῆν
وَالْبَاقِينَ بَعْضُهُمْ عَلَى أَلْوَاحٍ وَبَعْضُهُمْ عَلَى قِطَعٍ مِنَ السَّفِينَةِ. فَهكَذَا حَدَثَ أَنَّ الْجَمِيعَ نَجَوْا إِلَى الْبَرِّ.
καὶ ; τοὺς ; λοιποὺς οὓς ; μὲν ἐπὶ σανίσιν, οὓς ; δὲ ἐπί τινων ἀπὸ τοῦ ; πλοίου. καὶ ; οὕτως ἐγένετο πάντας διασωθῆναι ἐπὶ τὴν ; γῆν.
لأَنَّهُ يَقُولُ الْكِتَابُ لِفِرْعَوْنَ: إِنِّي لِهذَا بِعَيْنِهِ أَقَمْتُكَ، لِكَيْ أُظْهِرَ فِيكَ قُوَّتِي، وَلِكَيْ يُنَادَى بِاسْمِي فِي كُلِّ الأَرْضِ.
γὰρ λέγει ἡ ; γραφὴ τῷ ; Φαραὼ ὅτι τοῦτο εἰς ; αὐτὸ ἐξήγειρά ; σε ὅπως ἐνδείξωμαι ἐν ; σοὶ τὴν ; δύναμίν ; μου καὶ ; ὅπως διαγγελῇ τὸ ; ὄνομά ; μου ἐν πάσῃ τῇ ; γῇ.
لأَنَّهُ مُتَمِّمُ أَمْرٍ وَقَاضٍ بِالْبِرِّ. لأَنَّ الرَّبَّ يَصْنَعُ أَمْرًا مَقْضِيًّا بِهِ عَلَى الأَرْضِ.
γὰρ συντελῶν λόγον καὶ ; συντέμνων ἐν ; δικαιοσύνῃ ὅτι κύριος ποιήσει λόγον συντετμημένον ἐπὶ τῆς ; γῆς.
لكِنَّنِي أَقُولُ: أَلَعَلَّهُمْ لَمْ يَسْمَعُوا. بَلَى. إِلَى جَمِيعِ الأَرْضِ خَرَجَ صَوْتُهُمْ، وَإِلَى أَقَاصِي الْمَسْكُونَةِ أَقْوَالُهُمْ.
ἀλλὰ λέγω· μὴ ; οὐκ ἤκουσαν; μενοῦνγε εἰς πᾶσαν τὴν ; γῆν ἐξῆλθεν ὁ ; φθόγγος ; αὐτῶν καὶ ; εἰς τὰ ; πέρατα τῆς ; οἰκουμένης τὰ ; ῥήματα ; αὐτῶν.
لأَنَّهُ وَإِنْ وُجِدَ مَا يُسَمَّى آلِهَةً، سِوَاءٌ كَانَ فِي السَّمَاءِ أَوْ عَلَى الأَرْضِ، كَمَا يُوجَدُ آلِهَةٌ كَثِيرُونَ وَأَرْبَابٌ كَثِيرُونَ.
καὶ ; γὰρ εἴπερ εἰσὶν λεγόμενοι θεοὶ εἴτε ἐν οὐρανῷ εἴτε ἐπὶ τῆς ; γῆς, ὥσπερ εἰσὶν θεοὶ πολλοὶ καὶ ; κύριοι πολλοί·
لأَنَّ لِلرَّبِّ الأَرْضَ وَمِلأَهَا.
γὰρ τοῦ ; κυρίου ἡ ; γῆ καὶ ; τὸ ; πλήρωμα ; αὐτῆς.¶
وَلكِنْ إِنْ قَالَ لَكُمْ أَحَدٌ: هذَا مَذْبُوحٌ لِوَثَنٍ فَلاَ تَأْكُلُوا مِنْ أَجْلِ ذَاكَ الَّذِي أَعْلَمَكُمْ، وَالضَّمِيرِ. لأَنَّ لِلرَّبِّ الأَرْضَ وَمِلأَهَا
δέ ἐὰν εἴπῃ· ὑμῖν τις τοῦτο εἰδωλόθυτόν; ἐστιν, μὴ ἐσθίετε δι᾽ ἐκεῖνον τὸν μηνύσαντα καὶ ; τὴν ; συνείδησιν· γὰρ τοῦ ; κυρίου ἡ ; γῆ καὶ ; τὸ ; πλήρωμα ; αὐτῆς.
الإِنْسَانُ الأَوَّلُ مِنَ الأَرْضِ تُرَابِيٌّ. الإِنْسَانُ الثَّانِي الرَّبُّ مِنَ السَّمَاءِ.
Ὁ ; ἄνθρωπος πρῶτος ἐκ γῆς χοϊκός, ὁ ; ἄνθρωπος δεύτερος ὁ ; κύριος ἐξ οὐρανοῦ.
لِتَدْبِيرِ مِلْءِ الأَزْمِنَةِ، لِيَجْمَعَ كُلَّ شَيْءٍ فِي الْمَسِيحِ، مَا فِي السَّمَاوَاتِ وَمَا عَلَى الأَرْضِ، فِي ذَاكَ
εἰς ; οἰκονομίαν τοῦ ; πληρώματος τῶν ; καιρῶν, ἀνακεφαλαιώσασθαι τὰ ; πάντα ἐν τῷ ; Χριστῷ, τὰ ; τε ἐν τοῖς ; οὐρανοῖς καὶ ; τὰ ἐπὶ τῆς ; γῆς, ἐν αὐτῷ,
الَّذِي مِنْهُ تُسَمَّى كُلُّ عَشِيرَةٍ فِي السَّمَاوَاتِ وَعَلَى الأَرْضِ.
οὗ ἐξ ὀνομάζεται, πᾶσα πατριὰ ἐν οὐρανοῖς καὶ ; ἐπὶ γῆς
وَأَمَّا أَنَّهُ صَعِدَ، فَمَا هُوَ إِلاَّ إِنَّهُ نَزَلَ أَيْضًا أَوَّلاً إِلَى أَقْسَامِ الأَرْضِ السُّفْلَى.
δὲ τὸ ; ἀνέβη, τί ἐστιν εἰ ; μὴ ὅτι κατέβη καὶ πρῶτον εἰς τὰ ; μέρη τῆς ; γῆς; κατώτερα
لِكَيْ يَكُونَ لَكُمْ خَيْرٌ، وَتَكُونُوا طِوَالَ الأَعْمَارِ عَلَى الأَرْضِ.
ἵνα γένηται σοι εὖ καὶ ; ἔσῃ μακροχρόνιος ἐπὶ τῆς ; γῆς.¶
فَإِنَّهُ فِيهِ خُلِقَ الْكُلُّ: مَا في السَّمَاوَاتِ وَمَا عَلَى الأَرْضِ، مَا يُرَى وَمَا لاَ يُرَى، سَوَاءٌ كَانَ عُرُوشًا أَمْ سِيَادَاتٍ أَمْ رِيَاسَاتٍ أَمْ سَلاَطِينَ. الْكُلُّ بِهِ وَلَهُ قَدْ خُلِقَ.
ὅτι ἐν ; αὐτῷ ἐκτίσθη τὰ ; πάντα τὰ ἐν τοῖς ; οὐρανοῖς καὶ τὰ ; ἐπὶ τῆς ; γῆς, τὰ ; ὁρατὰ καὶ τὰ ; ἀόρατα, εἴτε θρόνοι εἴτε κυριότητες εἴτε ἀρχαὶ εἴτε ἐξουσίαι· τὰ ; πάντα δι᾽ ; αὐτοῦ καὶ ; εἰς ; αὐτὸν ἔκτισται,
وَأَنْ يُصَالِحَ بِهِ الْكُلَّ لِنَفْسِهِ، عَامِلاً الصُّلْحَ بِدَمِ صَلِيبِهِ، بِوَاسِطَتِهِ، سَوَاءٌ كَانَ مَا عَلَى الأَرْضِ، أَمْ مَا فِي السَّمَاوَاتِ.
καὶ ἀποκαταλλάξαι δι᾽ ; αὐτοῦ τὰ ; πάντα εἰς ; αὐτόν, εἰρηνοποιήσας διὰ ; τοῦ ; αἵματος τοῦ ; σταυροῦ ; αὐτοῦ, δι᾽ ; αὐτοῦ εἴτε τὰ ἐπὶ τῆς ; γῆς εἴτε τὰ ἐν τοῖς ; οὐρανοῖς·
اهْتَمُّوا بِمَا فَوْقُ لاَ بِمَا عَلَى الأَرْضِ،
φρονεῖτε τὰ ἄνω μὴ τὰ ἐπὶ τῆς ; γῆς.
فَأَمِيتُوا أَعْضَاءَكُمُ الَّتِي عَلَى الأَرْضِ: الزِّنَا، النَّجَاسَةَ، الْهَوَى، الشَّهْوَةَ الرَّدِيَّةَ، الطَّمَعَ الَّذِي هُوَ عِبَادَةُ الأَوْثَانِ،
Νεκρώσατε ; οὖν τὰ ; μέλη ; ὑμῶν τὰ ἐπὶ τῆς ; γῆς, πορνείαν, ἀκαθαρσίαν, πάθος, ἐπιθυμίαν κακὴν καὶ ; τὴν ; πλεονεξίαν ἥτις ἐστὶν εἰδωλολατρία,
وَأَنْتَ يَا رَبُّ فِي الْبَدْءِ أَسَّسْتَ الأَرْضَ، وَالسَّمَاوَاتُ هِيَ عَمَلُ يَدَيْكَ.
καὶ ; σὺ κύριε, κατ᾽ ἀρχάς, ἐθεμελίωσας, τὴν ; γῆν καὶ ; οἱ ; οὐρανοί· εἰσιν ἔργα τῶν ; χειρῶν ; σού
لأَنَّ أَرْضًا قَدْ شَرِبَتِ الْمَطَرَ الآتِيَ عَلَيْهَا مِرَارًا كَثِيرَةً، وَأَنْتَجَتْ عُشْبًا صَالِحًا لِلَّذِينَ فُلِحَتْ مِنْ أَجْلِهِمْ، تَنَالُ بَرَكَةً مِنَ اللهِ.
γὰρ Γῆ ἡ ; πιοῦσα ὑετὸν τὸν ; ἐρχόμενον ἐπ᾽ ; αὐτῆς πολλάκις καὶ ; τίκτουσα βοτάνην εὔθετον ἐκείνοις γεωργεῖται, δι᾽ ; οὓς μεταλαμβάνει εὐλογίας ἀπὸ τοῦ ; θεοῦ·
فَإِنَّهُ لَوْ كَانَ عَلَى الأَرْضِ لَمَا كَانَ كَاهِنًا، إِذْ يُوجَدُ الْكَهَنَةُ الَّذِينَ يُقَدِّمُونَ قَرَابِينَ حَسَبَ النَّامُوسِ،
μὲν Εἰ ἦν ἐπὶ γῆς, οὐδ᾽ ; ἂν ἦν ἱερεὺς ὄντων τῶν ; ἱερέων τῶν προσφερόντων τὰ ; δῶρα, κατὰ τὸν ; νόμον
لاَ كَالْعَهْدِ الَّذِي عَمِلْتُهُ مَعَ آبَائِهِمْ يَوْمَ أَمْسَكْتُ بِيَدِهِمْ لأُخْرِجَهُمْ مِنْ أَرْضِ مِصْرَ، لأَنَّهُمْ لَمْ يَثْبُتُوا فِي عَهْدِي، وَأَنَا أَهْمَلْتُهُمْ، يَقُولُ الرَّبُّ.
οὐ κατὰ ; τὴν ; διαθήκην ἣν ἐποίησα τοῖς ; πατράσιν ; αὐτῶν ἐν ; ἡμέρᾳ ἐπιλαβομένου ; μου τῆς ; χειρὸς ; αὐτῶν ἐξαγαγεῖν ; αὐτοὺς ἐκ γῆς Αἰγύπτου, ὅτι ; αὐτοὶ οὐκ ἐνέμειναν ἐν τῇ ; διαθήκῃ ; μου, κἀγὼ ἠμέλησα ; αὐτῶν, λέγει κύριος.
بِالإِيمَانِ تَغَرَّبَ فِي أَرْضِ الْمَوْعِدِ كَأَنَّهَا غَرِيبَةٌ، سَاكِنًا فِي خِيَامٍ مَعَ إِسْحَاقَ وَيَعْقُوبَ الْوَارِثَيْنِ مَعَهُ لِهذَا الْمَوْعِدِ عَيْنِهِ.
Πίστει παρῴκησεν εἰς τὴν ; γῆν τῆς ; ἐπαγγελίας ὡς ἀλλοτρίαν κατοικήσας ἐν σκηναῖς μετὰ Ἰσαὰκ καὶ ; Ἰακὼβ τῶν ; συγκληρονόμων τῆς ; ἐπαγγελίας τῆς ; αὐτῆς·