المعنى المختصر للكلمة
geōrgós:
a land-worker, i.e.
farmer
اللفظ الأصلي
γεωργός
نوع الكلمة
اسم
طريقة النطق
geōrgós
(gheh-ore-gos)
تكرار الورود في الكتاب
18
مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
a land-worker, i.e. farmer
الإنجليزية — KJV Translation Tags
husbandman
أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك
أشكال الكلمة في النص الأصلي:
τοὺς ; γεωργοὺς (5×)
οἱ ; γεωργοὶ (4×)
γεωργοῖς (4×)
ὁ ; γεωργὸς (1×)
τῶν ; γεωργῶν (1×)
τοῖς ; γεωργοῖς (1×)
γεωργὸν (1×)
Οἱ ; γεωργοὶ (1×)
شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (18 آية)
شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
متى 21: 33
Mat.21.33
اِسْمَعُوا مَثَلاً آخَرَ: كَانَ إِنْسَانٌ رَبُّ بَيْتٍ غَرَسَ كَرْمًا، وَأَحَاطَهُ بِسِيَاجٍ، وَحَفَرَ فِيهِ مَعْصَرَةً، وَبَنَى بُرْجًا، وَسَلَّمَهُ إِلَى كَرَّامِينَ وَسَافَرَ.
ἀκούσατε· παραβολὴν Ἄλλην ἦν ἄνθρωπος οἰκοδεσπότης ; τις ὅστις ; ἐφύτευσεν ἀμπελῶνα καὶ ; αὐτῷ ; περιέθηκεν φραγμὸν καὶ ; ὤρυξεν ἐν ; αὐτῷ ληνὸν καὶ ; ᾠκοδόμησεν πύργον καὶ ; ἐξέδετο ; αὐτὸν γεωργοῖς καὶ ; ἀπεδήμησεν.
متى 21: 34
Mat.21.34
وَلَمَّا قَرُبَ وَقْتُ الأَثْمَارِ أَرْسَلَ عَبِيدَهُ إِلَى الْكَرَّامِينَ لِيَأْخُذَ أَثْمَارَهُ.
ὅτε ; δὲ ἤγγισεν ὁ ; καιρὸς τῶν ; καρπῶν, ἀπέστειλεν τοὺς ; δούλους ; αὐτοῦ πρὸς τοὺς ; γεωργοὺς λαβεῖν τοὺς ; καρποὺς ; αὐτοῦ.
متى 21: 35
Mat.21.35
فَأَخَذَ الْكَرَّامُونَ عَبِيدَهُ وَجَلَدُوا بَعْضًا وَقَتَلُوا بَعْضًا وَرَجَمُوا بَعْضًا.
καὶ ; λαβόντες οἱ ; γεωργοὶ τοὺς ; δούλους ; αὐτοῦ, ἔδειραν, ὃν ; μὲν δὲ ; ἀπέκτειναν, ὃν δὲ ; ἐλιθοβόλησαν. ὃν
متى 21: 38
Mat.21.38
وَأَمَّا الْكَرَّامُونَ فَلَمَّا رَأَوْا الابْنَ قَالُوا فِيمَا بَيْنَهُمْ: هذَا هُوَ الْوَارِثُ. هَلُمُّوا نَقْتُلْهُ وَنَأْخُذْ مِيرَاثَهُ.
δὲ Οἱ ; γεωργοὶ ἰδόντες τὸν ; υἱὸν εἶπον ἐν ἑαυτοῖς· οὗτός ἐστιν ὁ ; κληρονόμος· δεῦτε, ἀποκτείνωμεν ; αὐτὸν καὶ ; κατάσχωμεν τὴν ; κληρονομίαν ; αὐτοῦ.
متى 21: 40
Mat.21.40
فَمَتَى جَاءَ صَاحِبُ الْكَرْمِ، مَاذَا يَفْعَلُ بِأُولَئِكَ الْكَرَّامِينَ.
ὅταν ; οὖν ἔλθῃ ὁ ; κύριος τοῦ ; ἀμπελῶνος, τί ποιήσει ἐκείνοις; τοῖς ; γεωργοῖς
متى 21: 41
Mat.21.41
قَالُوا لَهُ: أُولئِكَ الأَرْدِيَاءُ يُهْلِكُهُمْ هَلاَكًا رَدِيًّا، وَيُسَلِّمُ الْكَرْمَ إِلَى كَرَّامِينَ آخَرِينَ يُعْطُونَهُ الأَثْمَارَ فِي أَوْقَاتِهَا.
λέγουσιν αὐτῷ· κακοὺς ἀπολέσει ; αὐτοὺς κακῶς καὶ ; ἐκδώσεται τὸν ; ἀμπελῶνα γεωργοῖς ἄλλοις οἵτινες ; ἀποδώσουσιν ; αὐτῷ τοὺς ; καρποὺς ἐν τοῖς ; καιροῖς ; αὐτῶν.¶
مرقس 12: 1
Mrk.12.1
وَابْتَدَأَ يَقُولُ لَهُمْ بِأَمْثَال: إِنْسَانٌ غَرَسَ كَرْمًا وَأَحَاطَهُ بِسِيَاجٍ، وَحَفَرَ حَوْضَ مَعْصَرَةٍ، وَبَنَى بُرْجًا، وَسَلَّمَهُ إِلَى كَرَّامِينَ وَسَافَرَ.
Καὶ ; ἤρξατο λέγειν αὐτοῖς ἐν ; παραβολαῖς ἄνθρωπος ἐφύτευσεν ἀμπελῶνα καὶ ; περιέθηκεν φραγμὸν καὶ ; ὤρυξεν ὑπολήνιον καὶ ; ᾠκοδόμησεν πύργον καὶ ; ἐξέδετο ; αὐτὸν γεωργοῖς καὶ ; ἀπεδήμησεν
مرقس 12: 2
Mrk.12.2
ثُمَّ أَرْسَلَ إِلَى الْكَرَّامِينَ فِي الْوَقْتِ عَبْدًا لِيَأْخُذَ مِنَ الْكَرَّامِينَ مِنْ ثَمَرِ الْكَرْمِ،
καὶ ἀπέστειλεν πρὸς τοὺς ; γεωργοὺς τῷ ; καιρῷ δοῦλον ἵνα ; λάβῃ παρὰ τῶν ; γεωργῶν ἀπὸ τοῦ; καρποῦ τοῦ ; ἀμπελῶνος.
مرقس 12: 2
Mrk.12.2
ثُمَّ أَرْسَلَ إِلَى الْكَرَّامِينَ فِي الْوَقْتِ عَبْدًا لِيَأْخُذَ مِنَ الْكَرَّامِينَ مِنْ ثَمَرِ الْكَرْمِ،
καὶ ἀπέστειλεν πρὸς τοὺς ; γεωργοὺς τῷ ; καιρῷ δοῦλον ἵνα ; λάβῃ παρὰ τῶν ; γεωργῶν ἀπὸ τοῦ; καρποῦ τοῦ ; ἀμπελῶνος.
مرقس 12: 7
Mrk.12.7
وَلكِنَّ أُولئِكَ الْكَرَّامِينَ قَالُوا فِيمَا بَيْنَهُمْ: هذَا هُوَ الْوَارِثُ. هَلُمُّوا نَقْتُلْهُ فَيَكُونَ لَنَا الْمِيرَاثُ.
δὲ ἐκεῖνοι οἱ ; γεωργοὶ εἶπαν πρὸς ἑαυτοὺς οὗτός ὅτι ; ἐστιν ὁ ; κληρονόμος· δεῦτε ἀποκτείνωμεν ; αὐτόν, καὶ ; ἔσται ἡμῶν ἡ ; κληρονομία.
مرقس 12: 9
Mrk.12.9
فَمَاذَا يَفْعَلُ صَاحِبُ الْكَرْمِ. يَأْتِي وَيُهْلِكُ الْكَرَّامِينَ، وَيُعْطِي الْكَرْمَ إِلَى آخَرِينَ.
τί ; οὖν ποιήσει ὁ ; κύριος τοῦ ; ἀμπελῶνος; ἐλεύσεται καὶ ; ἀπολέσει τοὺς ; γεωργοὺς καὶ ; δώσει τὸν ; ἀμπελῶνα ἄλλοις.
لوقا 20: 9
Luk.20.9
وَابْتَدَأَ يَقُولُ لِلشَّعْبِ هذَا الْمَثَلَ: إِنْسَانٌ غَرَسَ كَرْمًا وَسَلَّمَهُ إِلَى كَرَّامِينَ وَسَافَرَ زَمَانًا طَوِيلاً.
Ἤρξατο ; δὲ λέγειν πρὸς ; τὸν ; λαὸν ταύτην· τὴν ; παραβολὴν ἄνθρωπός ; τις ἐφύτευσεν ἀμπελῶνα καὶ ; ἐξέδετο ; αὐτὸν γεωργοῖς καὶ ; ἀπεδήμησεν χρόνους ἱκανούς.
لوقا 20: 10
Luk.20.10
وَفِي الْوَقْتِ أَرْسَلَ إِلَى الْكَرَّامِينَ عَبْدًا لِكَيْ يُعْطُوهُ مِنْ ثَمَرِ الْكَرْمِ، فَجَلَدَهُ الْكَرَّامُونَ، وَأَرْسَلُوهُ فَارِغًا.
καὶ ; ἐν καιρῷ ἀπέστειλεν πρὸς τοὺς ; γεωργοὺς δοῦλον ἵνα δῶσιν; αὐτῷ· ἀπὸ τοῦ ; καρποῦ τοῦ ; ἀμπελῶνος δὲ ; αὐτὸν ; δείραντες οἱ ; γεωργοὶ ἐξαπέστειλαν ; αὐτὸν κενόν.
لوقا 20: 10
Luk.20.10
وَفِي الْوَقْتِ أَرْسَلَ إِلَى الْكَرَّامِينَ عَبْدًا لِكَيْ يُعْطُوهُ مِنْ ثَمَرِ الْكَرْمِ، فَجَلَدَهُ الْكَرَّامُونَ، وَأَرْسَلُوهُ فَارِغًا.
καὶ ; ἐν καιρῷ ἀπέστειλεν πρὸς τοὺς ; γεωργοὺς δοῦλον ἵνα δῶσιν; αὐτῷ· ἀπὸ τοῦ ; καρποῦ τοῦ ; ἀμπελῶνος δὲ ; αὐτὸν ; δείραντες οἱ ; γεωργοὶ ἐξαπέστειλαν ; αὐτὸν κενόν.
لوقا 20: 14
Luk.20.14
فَلَمَّا رَآهُ الْكَرَّامُونَ تَآمَرُوا فِيمَا بَيْنَهُمْ قَائِلِينَ: هذَا هُوَ الْوَارِثُ. هَلُمُّوا نَقْتُلْهُ لِكَيْ يَصِيرَ لَنَا الْمِيرَاثُ.
δὲ ἰδόντες ; αὐτὸν οἱ ; γεωργοὶ διελογίζοντο πρὸς ἑαυτούς λέγοντες· οὗτός ἐστιν ὁ ; κληρονόμος· δεῦτε ἀποκτείνωμεν ; αὐτὸν ἵνα γένηται ἡμῶν ἡ ; κληρονομία.
لوقا 20: 16
Luk.20.16
يَأْتِي وَيُهْلِكُ هؤُلاَءِ الْكَرَّامِينَ وَيُعْطِي الْكَرْمَ لآخَرِينَ. فَلَمَّا سَمِعُوا قَالُوا: حَاشَا.
ἐλεύσεται καὶ ; ἀπολέσει τούτους τοὺς ; γεωργοὺς καὶ ; δώσει τὸν ; ἀμπελῶνα ἄλλοις. δὲ ἀκούσαντες εἶπαν· μὴ ; γένοιτο.
تيموثاوس الثانية 2: 6
2Ti.2.6
يَجِبُ أَنَّ الْحَرَّاثَ الَّذِي يَتْعَبُ، يَشْتَرِكُ هُوَ أَوَّلاً فِي الأَثْمَارِ.
δεῖ γεωργὸν κοπιῶντα μεταλαμβάνειν· πρῶτον τῶν καρπῶν
يعقوب 5: 7
Jas.5.7
فَتَأَنَّوْا أَيُّهَا الإِخْوَةُ إِلَى مَجِيءِ الرَّبِّ. هُوَذَا الْفَّلاَحُ يَنْتَظِرُ ثَمَرَ الأَرْضِ الثَّمِينَ، مُتَأَنِّيًا عَلَيْهِ حَتَّى يَنَالَ الْمَطَرَ الْمُبَكِّرَ وَالْمُتَأَخِّرَ.
Μακροθυμήσατε ; οὖν, ἀδελφοί, ἕως τῆς ; παρουσίας τοῦ ; κυρίου. ἰδοὺ ὁ ; γεωργὸς ἐκδέχεται τὸν ; καρπὸν τῆς ; γῆς τίμιον μακροθυμῶν ἐπ᾽ ; αὐτῷ ἕως ; ἂν λάβῃ ὑετὸν πρόϊμον καὶ ; ὄψιμον·