ك
إصحاح
G1091
G1092. geōrgós
G1093
المعنى المختصر للكلمة
geōrgós: a land-worker, i.e. farmer
اللفظ الأصلي γεωργός
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق geōrgós (gheh-ore-gos)
تكرار الورود في الكتاب 18 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

a land-worker, i.e. farmer

الإنجليزية — KJV Translation Tags
husbandman

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

τοὺς ; γεωργοὺς (5×) οἱ ; γεωργοὶ (4×) γεωργοῖς (4×) ὁ ; γεωργὸς (1×) τῶν ; γεωργῶν (1×) τοῖς ; γεωργοῖς (1×) γεωργὸν (1×) Οἱ ; γεωργοὶ (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (18 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
متى 21: 33 Mat.21.33
اِسْمَعُوا مَثَلاً آخَرَ: كَانَ إِنْسَانٌ رَبُّ بَيْتٍ غَرَسَ كَرْمًا، وَأَحَاطَهُ بِسِيَاجٍ، وَحَفَرَ فِيهِ مَعْصَرَةً، وَبَنَى بُرْجًا، وَسَلَّمَهُ إِلَى كَرَّامِينَ وَسَافَرَ.
ἀκούσατε· παραβολὴν Ἄλλην ἦν ἄνθρωπος οἰκοδεσπότης ; τις ὅστις ; ἐφύτευσεν ἀμπελῶνα καὶ ; αὐτῷ ; περιέθηκεν φραγμὸν καὶ ; ὤρυξεν ἐν ; αὐτῷ ληνὸν καὶ ; ᾠκοδόμησεν πύργον καὶ ; ἐξέδετο ; αὐτὸν γεωργοῖς καὶ ; ἀπεδήμησεν.
متى 21: 34 Mat.21.34
وَلَمَّا قَرُبَ وَقْتُ الأَثْمَارِ أَرْسَلَ عَبِيدَهُ إِلَى الْكَرَّامِينَ لِيَأْخُذَ أَثْمَارَهُ.
ὅτε ; δὲ ἤγγισεν ὁ ; καιρὸς τῶν ; καρπῶν, ἀπέστειλεν τοὺς ; δούλους ; αὐτοῦ πρὸς τοὺς ; γεωργοὺς λαβεῖν τοὺς ; καρποὺς ; αὐτοῦ.
متى 21: 35 Mat.21.35
فَأَخَذَ الْكَرَّامُونَ عَبِيدَهُ وَجَلَدُوا بَعْضًا وَقَتَلُوا بَعْضًا وَرَجَمُوا بَعْضًا.
καὶ ; λαβόντες οἱ ; γεωργοὶ τοὺς ; δούλους ; αὐτοῦ, ἔδειραν, ὃν ; μὲν δὲ ; ἀπέκτειναν, ὃν δὲ ; ἐλιθοβόλησαν. ὃν
متى 21: 38 Mat.21.38
وَأَمَّا الْكَرَّامُونَ فَلَمَّا رَأَوْا الابْنَ قَالُوا فِيمَا بَيْنَهُمْ: هذَا هُوَ الْوَارِثُ. هَلُمُّوا نَقْتُلْهُ وَنَأْخُذْ مِيرَاثَهُ.
δὲ Οἱ ; γεωργοὶ ἰδόντες τὸν ; υἱὸν εἶπον ἐν ἑαυτοῖς· οὗτός ἐστιν ὁ ; κληρονόμος· δεῦτε, ἀποκτείνωμεν ; αὐτὸν καὶ ; κατάσχωμεν τὴν ; κληρονομίαν ; αὐτοῦ.
متى 21: 40 Mat.21.40
فَمَتَى جَاءَ صَاحِبُ الْكَرْمِ، مَاذَا يَفْعَلُ بِأُولَئِكَ الْكَرَّامِينَ.
ὅταν ; οὖν ἔλθῃ ὁ ; κύριος τοῦ ; ἀμπελῶνος, τί ποιήσει ἐκείνοις; τοῖς ; γεωργοῖς
متى 21: 41 Mat.21.41
قَالُوا لَهُ: أُولئِكَ الأَرْدِيَاءُ يُهْلِكُهُمْ هَلاَكًا رَدِيًّا، وَيُسَلِّمُ الْكَرْمَ إِلَى كَرَّامِينَ آخَرِينَ يُعْطُونَهُ الأَثْمَارَ فِي أَوْقَاتِهَا.
λέγουσιν αὐτῷ· κακοὺς ἀπολέσει ; αὐτοὺς κακῶς καὶ ; ἐκδώσεται τὸν ; ἀμπελῶνα γεωργοῖς ἄλλοις οἵτινες ; ἀποδώσουσιν ; αὐτῷ τοὺς ; καρποὺς ἐν τοῖς ; καιροῖς ; αὐτῶν.¶
وَابْتَدَأَ يَقُولُ لَهُمْ بِأَمْثَال: إِنْسَانٌ غَرَسَ كَرْمًا وَأَحَاطَهُ بِسِيَاجٍ، وَحَفَرَ حَوْضَ مَعْصَرَةٍ، وَبَنَى بُرْجًا، وَسَلَّمَهُ إِلَى كَرَّامِينَ وَسَافَرَ.
Καὶ ; ἤρξατο λέγειν αὐτοῖς ἐν ; παραβολαῖς ἄνθρωπος ἐφύτευσεν ἀμπελῶνα καὶ ; περιέθηκεν φραγμὸν καὶ ; ὤρυξεν ὑπολήνιον καὶ ; ᾠκοδόμησεν πύργον καὶ ; ἐξέδετο ; αὐτὸν γεωργοῖς καὶ ; ἀπεδήμησεν
ثُمَّ أَرْسَلَ إِلَى الْكَرَّامِينَ فِي الْوَقْتِ عَبْدًا لِيَأْخُذَ مِنَ الْكَرَّامِينَ مِنْ ثَمَرِ الْكَرْمِ،
καὶ ἀπέστειλεν πρὸς τοὺς ; γεωργοὺς τῷ ; καιρῷ δοῦλον ἵνα ; λάβῃ παρὰ τῶν ; γεωργῶν ἀπὸ τοῦ; καρποῦ τοῦ ; ἀμπελῶνος.
ثُمَّ أَرْسَلَ إِلَى الْكَرَّامِينَ فِي الْوَقْتِ عَبْدًا لِيَأْخُذَ مِنَ الْكَرَّامِينَ مِنْ ثَمَرِ الْكَرْمِ،
καὶ ἀπέστειλεν πρὸς τοὺς ; γεωργοὺς τῷ ; καιρῷ δοῦλον ἵνα ; λάβῃ παρὰ τῶν ; γεωργῶν ἀπὸ τοῦ; καρποῦ τοῦ ; ἀμπελῶνος.
وَلكِنَّ أُولئِكَ الْكَرَّامِينَ قَالُوا فِيمَا بَيْنَهُمْ: هذَا هُوَ الْوَارِثُ. هَلُمُّوا نَقْتُلْهُ فَيَكُونَ لَنَا الْمِيرَاثُ.
δὲ ἐκεῖνοι οἱ ; γεωργοὶ εἶπαν πρὸς ἑαυτοὺς οὗτός ὅτι ; ἐστιν ὁ ; κληρονόμος· δεῦτε ἀποκτείνωμεν ; αὐτόν, καὶ ; ἔσται ἡμῶν ἡ ; κληρονομία.
فَمَاذَا يَفْعَلُ صَاحِبُ الْكَرْمِ. يَأْتِي وَيُهْلِكُ الْكَرَّامِينَ، وَيُعْطِي الْكَرْمَ إِلَى آخَرِينَ.
τί ; οὖν ποιήσει ὁ ; κύριος τοῦ ; ἀμπελῶνος; ἐλεύσεται καὶ ; ἀπολέσει τοὺς ; γεωργοὺς καὶ ; δώσει τὸν ; ἀμπελῶνα ἄλλοις.
وَابْتَدَأَ يَقُولُ لِلشَّعْبِ هذَا الْمَثَلَ: إِنْسَانٌ غَرَسَ كَرْمًا وَسَلَّمَهُ إِلَى كَرَّامِينَ وَسَافَرَ زَمَانًا طَوِيلاً.
Ἤρξατο ; δὲ λέγειν πρὸς ; τὸν ; λαὸν ταύτην· τὴν ; παραβολὴν ἄνθρωπός ; τις ἐφύτευσεν ἀμπελῶνα καὶ ; ἐξέδετο ; αὐτὸν γεωργοῖς καὶ ; ἀπεδήμησεν χρόνους ἱκανούς.
وَفِي الْوَقْتِ أَرْسَلَ إِلَى الْكَرَّامِينَ عَبْدًا لِكَيْ يُعْطُوهُ مِنْ ثَمَرِ الْكَرْمِ، فَجَلَدَهُ الْكَرَّامُونَ، وَأَرْسَلُوهُ فَارِغًا.
καὶ ; ἐν καιρῷ ἀπέστειλεν πρὸς τοὺς ; γεωργοὺς δοῦλον ἵνα δῶσιν; αὐτῷ· ἀπὸ τοῦ ; καρποῦ τοῦ ; ἀμπελῶνος δὲ ; αὐτὸν ; δείραντες οἱ ; γεωργοὶ ἐξαπέστειλαν ; αὐτὸν κενόν.
وَفِي الْوَقْتِ أَرْسَلَ إِلَى الْكَرَّامِينَ عَبْدًا لِكَيْ يُعْطُوهُ مِنْ ثَمَرِ الْكَرْمِ، فَجَلَدَهُ الْكَرَّامُونَ، وَأَرْسَلُوهُ فَارِغًا.
καὶ ; ἐν καιρῷ ἀπέστειλεν πρὸς τοὺς ; γεωργοὺς δοῦλον ἵνα δῶσιν; αὐτῷ· ἀπὸ τοῦ ; καρποῦ τοῦ ; ἀμπελῶνος δὲ ; αὐτὸν ; δείραντες οἱ ; γεωργοὶ ἐξαπέστειλαν ; αὐτὸν κενόν.
فَلَمَّا رَآهُ الْكَرَّامُونَ تَآمَرُوا فِيمَا بَيْنَهُمْ قَائِلِينَ: هذَا هُوَ الْوَارِثُ. هَلُمُّوا نَقْتُلْهُ لِكَيْ يَصِيرَ لَنَا الْمِيرَاثُ.
δὲ ἰδόντες ; αὐτὸν οἱ ; γεωργοὶ διελογίζοντο πρὸς ἑαυτούς λέγοντες· οὗτός ἐστιν ὁ ; κληρονόμος· δεῦτε ἀποκτείνωμεν ; αὐτὸν ἵνα γένηται ἡμῶν ἡ ; κληρονομία.
يَأْتِي وَيُهْلِكُ هؤُلاَءِ الْكَرَّامِينَ وَيُعْطِي الْكَرْمَ لآخَرِينَ. فَلَمَّا سَمِعُوا قَالُوا: حَاشَا.
ἐλεύσεται καὶ ; ἀπολέσει τούτους τοὺς ; γεωργοὺς καὶ ; δώσει τὸν ; ἀμπελῶνα ἄλλοις. δὲ ἀκούσαντες εἶπαν· μὴ ; γένοιτο.
يَجِبُ أَنَّ الْحَرَّاثَ الَّذِي يَتْعَبُ، يَشْتَرِكُ هُوَ أَوَّلاً فِي الأَثْمَارِ.
δεῖ γεωργὸν κοπιῶντα μεταλαμβάνειν· πρῶτον τῶν καρπῶν
فَتَأَنَّوْا أَيُّهَا الإِخْوَةُ إِلَى مَجِيءِ الرَّبِّ. هُوَذَا الْفَّلاَحُ يَنْتَظِرُ ثَمَرَ الأَرْضِ الثَّمِينَ، مُتَأَنِّيًا عَلَيْهِ حَتَّى يَنَالَ الْمَطَرَ الْمُبَكِّرَ وَالْمُتَأَخِّرَ.
Μακροθυμήσατε ; οὖν, ἀδελφοί, ἕως τῆς ; παρουσίας τοῦ ; κυρίου. ἰδοὺ ὁ ; γεωργὸς ἐκδέχεται τὸν ; καρπὸν τῆς ; γῆς τίμιον μακροθυμῶν ἐπ᾽ ; αὐτῷ ἕως ; ἂν λάβῃ ὑετὸν πρόϊμον καὶ ; ὄψιμον·