ك
إصحاح
G621
G622. apóllymi
G623
المعنى المختصر للكلمة
apóllymi: to destroy fully (reflexively, to perish, or lose), literally or figuratively
اللفظ الأصلي ἀπόλλυμι
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق apóllymi (ap-ol-loo-mee)
تكرار الورود في الكتاب 76 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

to destroy fully (reflexively, to perish, or lose), literally or figuratively

الإنجليزية — KJV Translation Tags
destroy die lose mar perish

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἀπολέσῃ (6×) ἀπόληται (5×) ἀπόληται. (3×) ἀπολέσθαι (3×) ἀπολοῦνται· (3×) ἀπολωλὼς (2×) ἀπολωλός.¶ (2×) ἀπολλύμεθα. (2×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (76 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَإِنْ كَانَتْ عَيْنُكَ الْيُمْنَى تُعْثِرُكَ فَاقْلَعْهَا وَأَلْقِهَا عَنْكَ، لأَنَّهُ خَيْرٌ لَكَ أَنْ يَهْلِكَ أَحَدُ أَعْضَائِكَ وَلاَ يُلْقَى جَسَدُكَ كُلُّهُ فِي جَهَنَّمَ.
εἰ ; δὲ ὁ ; ὀφθαλμός ; σου ὁ ; δεξιὸς σκανδαλίζει ; σε, ἔξελε ; αὐτὸν καὶ ; βάλε ἀπὸ ; σοῦ· γάρ συμφέρει σοι ἵνα ἀπόληται ἓν τῶν ; μελῶν ; σου καὶ ; μὴ βληθῇ τὸ ; σῶμά ; σου ὅλον εἰς γέενναν.¶
وَإِنْ كَانَتْ يَدُكَ الْيُمْنَى تُعْثِرُكَ فَاقْطَعْهَا وَأَلْقِهَا عَنْكَ، لأَنَّهُ خَيْرٌ لَكَ أَنْ يَهْلِكَ أَحَدُ أَعْضَائِكَ وَلاَ يُلْقَى جَسَدُكَ كُلُّهُ فِي جَهَنَّمَ.
Καὶ ; εἰ ἡ ; σου ; χεὶρ δεξιά σκανδαλίζει ; σε, ἔκκοψον ; αὐτὴν καὶ ; βάλε ἀπὸ ; σοῦ· γάρ συμφέρει σοι ἵνα ἀπόληται ἓν τῶν ; μελῶν ; σου καὶ ; μὴ βληθῇ τὸ ; σῶμά ; σου ὅλον εἰς γέενναν
فَتَقَدَّمَ تَلاَمِيذُهُ وَأَيْقَظُوهُ قَائِلِينَ: يَا سَيِّدُ، نَجِّنَا فَإِنَّنَا نَهْلِكُ.
καὶ ; προσελθόντες οἱ ; μαθηταὶ ; αὐτου ἤγειραν ; αὐτὸν λέγοντες· κύριε, σῶσον ; ἡμᾶς, ἀπολλύμεθα.
وَلاَ يَجْعَلُونَ خَمْرًا جَدِيدَةً فِي زِقَاق عَتِيقَةٍ، لِئَلاَّ تَنْشَقَّ الزِّقَاقُ، فَالْخَمْرُ تَنْصَبُّ وَالزِّقَاقُ تَتْلَفُ. بَلْ خَمْرًا جَدِيدَةً فِي زِقَاق جَدِيدَةٍ فَتُحْفَظُ جَمِيعًا.
οὐδὲ βάλλουσιν οἶνον νέον εἰς ἀσκοὺς παλαιούς· εἰ ; δὲ ; μή ῥήγνυνται οἱ ; ἀσκοί, καὶ ; ὁ ; οἶνος ἐκχεῖται καὶ ; οἱ ; ἀσκοὶ ἀπολοῦνται ἀλλὰ οἶνον βάλλουσιν εἰς ἀσκοὺς καινούς, καὶ ; συντηροῦνται.¶ ἀμφότερα
بَلِ اذْهَبُوا بِالْحَرِيِّ إِلَى خِرَافِ بَيْتِ إِسْرَائِيلَ الضَّالَّةِ.
δὲ πορεύεσθε μᾶλλον πρὸς τὰ ; πρόβατα τὰ ; οἴκου Ἰσραήλ.¶ ἀπολωλότα
متى 10: 28 Mat.10.28
وَلاَ تَخَافُوا مِنَ الَّذِينَ يَقْتُلُونَ الْجَسَدَ وَلكِنَّ النَّفْسَ لاَ يَقْدِرُونَ أَنْ يَقْتُلُوهَا، بَلْ خَافُوا بِالْحَرِيِّ مِنَ الَّذِي يَقْدِرُ أَنْ يُهْلِكَ النَّفْسَ وَالْجَسَدَ فِي جَهَنَّمَ.
καὶ ; μὴ ἀπὸ ; τῶν ἀποκτεννόντων τὸ ; σῶμα, δὲ τὴν ; ψυχὴν μὴ δυναμένων ἀποκτεῖναι· δὲ φοβηθῆτε μᾶλλον τὸν δυνάμενον ἀπολέσαι καὶ ; ψυχὴν καὶ ; σῶμα ἐν γεέννῃ.
متى 10: 39 Mat.10.39
مَنْ وَجَدَ حَيَاتَهُ يُضِيعُهَا، وَمَنْ أَضَاعَ حَيَاتَهُ مِنْ أَجْلِي يَجِدُهَا.
ὁ εὑρὼν τὴν ; ψυχὴν ; αὐτοῦ ἀπολέσει ; αὐτὴν καὶ ; ὁ ἀπολέσας τὴν ; ψυχὴν ; αὐτοῦ ἕνεκεν ; ἐμοῦ αὐτήν.¶ ; εὑρήσει
متى 10: 42 Mat.10.42
وَمَنْ سَقَى أَحَدَ هؤُلاَءِ الصِّغَارِ كَأْسَ مَاءٍ بَارِدٍ فَقَطْ بِاسْمِ تِلْمِيذٍ، فَالْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ إِنَّهُ لاَ يُضِيعُ أَجْرَهُ.
καὶ ; ὃς ; ἐὰν ποτίσῃ ἕνα τούτων τῶν ; μικρῶν ποτήριον ψυχροῦ μόνον εἰς ; ὄνομα μαθητοῦ, ἀμὴν λέγω ὑμῖν· οὐ ; μὴ ἀπολέσῃ τὸν ; μισθὸν ; αὐτοῦ.¶
متى 15: 24 Mat.15.24
فَأَجَابَ وَقَالَ: لَمْ أُرْسَلْ إِلاَّ إِلَى خِرَافِ بَيْتِ إِسْرَائِيلَ الضَّالَّةِ.
Ὁ ; δὲ ; ἀποκριθεὶς εἶπεν· οὐκ ἀπεστάλην εἰ ; μὴ εἰς τὰ ; πρόβατα οἴκου Ἰσραήλ.¶ τὰ ; ἀπολωλότα
متى 16: 25 Mat.16.25
فَإِنَّ مَنْ أَرَادَ أَنْ يُخَلِّصَ نَفْسَهُ يُهْلِكُهَا، وَمَنْ يُهْلِكُ نَفْسَهُ مِنْ أَجْلِي يَجِدُهَا.
γὰρ ὃς ; ἂν θέλῃ σῶσαι, τὴν ; ψυχὴν ; αὐτοῦ ἀπολέσει ; αὐτήν· ὃς ; δ᾽ ; ἂν ἀπολέσῃ τὴν ; ψυχὴν ; αὐτοῦ ἕνεκεν ; ἐμοῦ, αὐτήν.¶ ; εὑρήσει
متى 18: 11 Mat.18.11
لأَنَّ ابْنَ الإِنْسَانِ قَدْ جَاءَ لِكَيْ يُخَلِّصَ مَا قَدْ هَلَكَ.
γὰρ ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου ἦλθεν σῶσαι τὸ ἀπολωλός.¶
متى 18: 14 Mat.18.14
هكَذَا لَيْسَتْ مَشِيئَةً أَمَامَ أَبِيكُمُ فِي السَّمَاوَاتِ أَنْ يَهْلِكَ أَحَدُ هؤُلاَءِ الصِّغَارِ.
οὕτως οὐκ ; ἔστιν θέλημα ἔμπροσθεν τοῦ ; πατρὸς ; ὑμῶν τοῦ ἐν ; οὐρανοῖς ἵνα ἀπόληται εἷς τούτων.¶ τῶν ; μικρῶν
فَلَمَّا سَمِعَ الْمَلِكُ غَضِبَ، وَأَرْسَلَ جُنُودَهُ وَأَهْلَكَ أُولئِكَ الْقَاتِلِينَ وَأَحْرَقَ مَدِينَتَهُمْ.
ἀκούσας ; ἐκεῖνος ὁ ; βασιλεὺς ὠργίσθη, καὶ ; πέμψας τὰ ; στρατεύματα ; αὐτοῦ ἀπώλεσεν ἐκείνους τοὺς ; φονεῖς ἐνέπρησεν.¶ τὴν ; πόλιν ; αὐτῶν
متى 26: 52 Mat.26.52
فَقَالَ لَهُ يَسُوعُ: رُدَّ سَيْفَكَ إِلَى مَكَانِهِ. لأَنَّ كُلَّ الَّذِينَ يَأْخُذُونَ السَّيْفَ بِالسَّيْفِ يَهْلِكُونَ.
Τότε ; λέγει αὐτῷ ὁ ; Ἰησοῦς· ἀπόστρεψον τὴν ; μάχαιράν ; σου εἰς τὸν ; τόπον ; αὐτῆς· γὰρ πάντες οἱ λαβόντες μάχαιραν ἐν ; μαχαίρῃ ἀπολοῦνται.
وَلَيْسَ أَحَدٌ يَجْعَلُ خَمْرًا جَدِيدَةً فِي زِقَاق عَتِيقَةٍ، لِئَلاَّ تَشُقَّ الْخَمْرُ الْجَدِيدَةُ الزِّقَاقَ، فَالْخَمْرُ تَنْصَبُّ وَالزِّقَاقُ تَتْلَفُ. بَلْ يَجْعَلُونَ خَمْرًا جَدِيدَةً فِي زِقَاق جَدِيدَةٍ.
Καὶ ; οὐδεὶς βάλλει οἶνον νέον εἰς ἀσκοὺς παλαιούς· εἰ ; δὲ ; μή, ῥήσσει ὁ ; οἶνος ὁ ; νέος τοὺς ; ἀσκούς, καὶ ; ὁ ; οἶνος ἐκχεῖται καὶ ; οἱ ; ἀσκοί ἀπολοῦνται· ἀλλ᾽ βλητέον.¶ οἶνον νέον εἰς ἀσκοὺς καινούς
وَكَانَ هُوَ فِي الْمُؤَخَّرِ عَلَى وِسَادَةٍ نَائِمًا. فَأَيْقَظُوهُ وَقَالُوا لَهُ: يَا مُعَلِّمُ، أَمَا يَهُمُّكَ أَنَّنَا نَهْلِكُ.
καὶ ; ἦν αὐτὸς ἐπὶ τῇ ; πρύμνῃ ἐπὶ τὸ ; προσκεφάλαιον καθεύδων. καὶ ; διεγείρουσιν; αὐτὸν καὶ ; λέγουσιν αὐτῷ· διδάσκαλε, οὐ μέλει ; σοι ὅτι ἀπολλύμεθα;
فَإِنَّ مَنْ أَرَادَ أَنْ يُخَلِّصَ نَفْسَهُ يُهْلِكُهَا، وَمَنْ يُهْلِكُ نَفْسَهُ مِنْ أَجْلِي وَمِنْ أَجْلِ الإِنْجِيلِ فَهُوَ يُخَلِّصُهَا.
γὰρ ὃς ; ἂν θέλῃ σῶσαι, τὴν ; ψυχὴν ; αὐτοῦ ἀπολέσει ; αὐτήν· ὃς ; δ᾽ ; ἂν ἀπολέσῃ τὴν ; ψυχὴν ; αὐτοῦ ἕνεκεν ; ἐμοῦ καὶ τοῦ εὐαγγελίου, οὗτος σώσει ; αὐτήν.
لأَنَّ مَنْ سَقَاكُمْ كَأْسَ مَاءٍ بِاسْمِي لأَنَّكُمْ لِلْمَسِيحِ، فَالْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّهُ لاَ يُضِيعُ أَجْرَهُ.
γὰρ ὃς ; ἂν ποτίσῃ ; ὑμᾶς ποτήριον ὕδατος ἐν ; τῷ ; ὀνόματι ; μου ὅτι ; ἐστε, Χριστοῦ ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι οὐ ; μὴ ἀπολέσῃ μισθὸν ; αὐτοῦ. ; τὸν
وَسَمِعَ الْكَتَبَةُ وَرُؤَسَاءُ الْكَهَنَةِ فَطَلَبُوا كَيْفَ يُهْلِكُونَهُ، لأَنَّهُمْ خَافُوهُ، إِذْ بُهِتَ الْجَمْعُ كُلُّهُ مِنْ تَعْلِيمِهِ.
Καὶ ; ἤκουσαν οἱ ; γραμματεῖς οἱ ; ἀρχιερεῖς καὶ ; ἐζήτουν πῶς αὐτὸν ; ἀπολέσουσιν ἐφοβοῦντο ; γὰρ ; αὐτόν, ὅτι ἐξεπλήσσετο ὁ ; ὄχλος πᾶς ἐπὶ τῇ ; διδαχῇ ; αὐτοῦ.¶
فَمَاذَا يَفْعَلُ صَاحِبُ الْكَرْمِ. يَأْتِي وَيُهْلِكُ الْكَرَّامِينَ، وَيُعْطِي الْكَرْمَ إِلَى آخَرِينَ.
τί ; οὖν ποιήσει ὁ ; κύριος τοῦ ; ἀμπελῶνος; ἐλεύσεται καὶ ; ἀπολέσει τοὺς ; γεωργοὺς καὶ ; δώσει τὸν ; ἀμπελῶνα ἄλλοις.
وَلَيْسَ أَحَدٌ يَجْعَلُ خَمْرًا جَدِيدَةً فِي زِقَاق عَتِيقَةٍ لِئَلاَّ تَشُقَّ الْخَمْرُ الْجَدِيدَةُ الزِّقَاقَ، فَهِيَ تُهْرَقُ وَالزِّقَاقُ تَتْلَفُ.
καὶ ; οὐδεὶς βάλλει οἶνον νέον εἰς ἀσκοὺς παλαιούς· εἰ ; δὲ ; μή γε, ; ῥήξει ὁ ; οἶνος ὁ ; νέος τοὺς ; ἀσκοὺς καὶ ; αὐτὸς ; ἐκχυθήσεται, καὶ ; οἱ ; ἀσκοὶ ἀπολοῦνται·
ثُمَّ قَالَ لَهُمْ يَسُوعُ: أَسْأَلُكُمْ هَلْ يَحِلُّ فِي السَّبْتِ فِعْلُ الْخَيْرِ أَوْ فِعْلُ الشَّرِّ. تَخْلِيصُ نَفْسٍ أَوْ إِهْلاَكُهَا..
οὖν εἶπεν πρὸς ; αὐτούς· ὁ ; Ἰησοῦς Ἐπερωτήσω; ὑμᾶς εἰ ἔξεστιν τοῖς σάββασιν ἀγαθοποιῆσαι ἢ κακοποιῆσαι; σῶσαι ψυχὴν ἢ ἀπολέσαι;
فَتَقَدَّمُوا وَأَيْقَظُوهُ قَائِلِينَ: يَا مُعَلِّمُ، يَا مُعَلِّمُ، إِنَّنَا نَهْلِكُ.. فَقَامَ وَانْتَهَرَ الرِّيحَ وَتَمَوُّجَ الْمَاءِ، فَانْتَهَيَا وَصَارَ هُدُوُّ.
προσελθόντες ; δὲ διήγειραν ; αὐτὸν λέγοντες· ἐπιστάτα ἐπιστάτα, ἀπολλύμεθα. ὁ ; δὲ ; ἐγερθεὶς ἐπετίμησεν τῷ ; ἀνέμῳ καὶ ; τῷ ; κλύδωνι τοῦ ; ὕδατος. καὶ ; ἐπαύσαντο, καὶ ; ἐγένετο γαλήνη.¶
فَإِنَّ مَنْ أَرَادَ أَنْ يُخَلِّصَ نَفْسَهُ يُهْلِكُهَا، وَمَنْ يُهْلِكُ نَفْسَهُ مِنْ أَجْلِي فَهذَا يُخَلِّصُهَا.
γὰρ ὃς ; ἂν θέλῃ σῶσαι, τὴν ; ψυχὴν ; αὐτοῦ ἀπολέσει ; αὐτήν· ὃς ; δ᾽ ; ἂν ἀπολέσῃ τὴν ; ψυχὴν ; αὐτοῦ ἕνεκεν ; ἐμοῦ, οὗτος σώσει ; αὐτήν.
لأَنَّهُ مَاذَا يَنْتَفِعُ الإِنْسَانُ لَوْ رَبحَ الْعَالَمَ كُلَّهُ، وَأَهْلَكَ نَفْسَهُ أَوْ خَسِرَهَا.
γὰρ τί ὠφελεῖται ἄνθρωπος κερδήσας τὸν ; κόσμον ὅλον δὲ ; ἀπολέσας ἑαυτὸν ἢ ζημιωθείς;
لأَنَّ ابْنَ الإِنْسَانِ لَمْ يَأْتِ لِيُهْلِكَ أَنْفُسَ النَّاسِ، بَلْ لِيُخَلِّصَ. فَمَضَوْا إِلَى قَرْيَةٍ أُخْرَى.
γὰρ ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου οὐκ ἦλθεν ἀπολέσαι, ψυχὰς ἀνθρώπων ἀλλὰ σῶσαι. καὶ ; ἐπορεύθησαν εἰς κώμην.¶ ἑτέραν
مِنْ دَمِ هَابِيلَ إِلَى دَمِ زَكَرِيَّا الَّذِي أُهْلِكَ بَيْنَ الْمَذْبَحِ وَالْبَيْتِ. نَعَمْ، أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّهُ يُطْلَبُ مِنْ هذَا الْجِيلِ.
ἀπὸ τοῦ ; αἵματος Ἅβελ ἕως τοῦ ; αἵματος Ζαχαρίου τοῦ ἀπολομένου μεταξὺ τοῦ ; θυσιαστηρίου καὶ ; τοῦ ; οἴκου. ναὶ λέγω ὑμῖν, ἐκζητηθήσεται ἀπὸ ταύτης.¶ τῆς ; γενεᾶς
كَلاَّ. أَقُولُ لَكُمْ: بَلْ إِنْ لَمْ تَتُوبُوا فَجَمِيعُكُمْ كَذلِكَ تَهْلِكُونَ.
οὐχί, λέγω ὑμῖν, ἀλλ᾽ ἐὰν μὴ μετανοῆτε, πάντες ὡσαύτως ἀπολεῖσθε.¶
كَلاَّ. أَقُولُ لَكُمْ: بَلْ إِنْ لَمْ تَتُوبُوا فَجَمِيعُكُمْ كَذلِكَ تَهْلِكُونَ.
οὐχί, λέγω ὑμῖν, ἀλλ᾽ ἐὰν μὴ μετανοῆτε, πάντες ὁμοίως ἀπολεῖσθε.¶
بَلْ يَنْبَغِي أَنْ أَسِيرَ الْيَوْمَ وَغَدًا وَمَا يَلِيهِ، لأَنَّهُ لاَ يُمْكِنُ أَنْ يَهْلِكَ نَبِيٌّ خَارِجًا عَنْ أُورُشَلِيمَ.
πλὴν δεῖ ; με πορεύεσθαι, σήμερον καὶ ; αὔριον καὶ ; τῇ ἐχομένῃ ὅτι οὐκ ἐνδέχεται ἀπολέσθαι προφήτην ἔξω Ἰερουσαλήμ.¶