ك
إصحاح
G5546
G5547. christós
G5548
المعنى المختصر للكلمة
christós: anointed, i.e. the Messiah, an epithet of Jesus
اللفظ الأصلي Χριστός
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق christós (khris-tos)
تكرار الورود في الكتاب 561 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل

anointed, i.e. the Messiah, an epithet of Jesus

الإنجليزية — KJV Translation Tags
Christ

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

Χριστοῦ (116×) Χριστῷ (68×) Χριστὸς (45×) τοῦ ; Χριστοῦ (32×) Χριστοῦ, (32×) Χριστὸν (28×) Χριστοῦ.¶ (19×) ὁ ; χριστὸς (16×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (561 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فِي الْيَوْمِ الَّذِي فِيهِ يَدِينُ اللهُ سَرَائِرَ النَّاسِ حَسَبَ إِنْجِيلِي بِيَسُوعَ الْمَسِيحِ.
ἐν ἡμέρᾳ ὅτε κρινεῖ ὁ ; θεὸς τὰ ; κρυπτὰ τῶν ; ἀνθρώπων κατὰ τὸ ; εὐαγγέλιόν ; μου διὰ ; Χριστοῦ Χριστοῦ
فِي الْيَوْمِ الَّذِي فِيهِ يَدِينُ اللهُ سَرَائِرَ النَّاسِ حَسَبَ إِنْجِيلِي بِيَسُوعَ الْمَسِيحِ.
ἐν ἡμέρᾳ ὅτε κρινεῖ ὁ ; θεὸς τὰ ; κρυπτὰ τῶν ; ἀνθρώπων κατὰ τὸ ; εὐαγγέλιόν ; μου διὰ ; Χριστοῦ Χριστοῦ
بِرُّ اللهِ بِالإِيمَانِ بِيَسُوعَ الْمَسِيحِ، إِلَى كُلِّ وَعَلَى كُلِّ الَّذِينَ يُؤْمِنُونَ. لأَنَّهُ لاَ فَرْقَ.
δικαιοσύνη θεοῦ διὰ ; πίστεως Ἰησοῦ Χριστοῦ εἰς πάντας καὶ ; ἐπὶ πάντας τοὺς πιστεύοντας· γάρ οὐ διαστολή.
مُتَبَرِّرِينَ مَجَّانًا بِنِعْمَتِهِ بِالْفِدَاءِ الَّذِي بِيَسُوعَ الْمَسِيحِ،
δικαιούμενοι δωρεὰν τῇ ; αὐτοῦ ; χάριτι διὰ ; τῆς ; ἀπολυτρώσεως τῆς ἐν ; Ἰησοῦ, Χριστῷ
فَإِذْ قَدْ تَبَرَّرْنَا بِالإِيمَانِ لَنَا سَلاَمٌ مَعَ اللهِ بِرَبِّنَا يَسُوعَ الْمَسِيحِ،
οὖν Δικαιωθέντες ἐκ ; πίστεως ἔχομεν εἰρήνην πρὸς τὸν ; θεὸν τοῦ ; κυρίου ; ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ,
لأَنَّ الْمَسِيحَ، إِذْ كُنَّا بَعْدُ ضُعَفَاءَ، مَاتَ فِي الْوَقْتِ الْمُعَيَّنِ لأَجْلِ الْفُجَّارِ.
γὰρ Χριστὸς ἔτι ὄντων ; ἡμῶν ἔτι ἀσθενῶν ἀπέθανεν· κατὰ καιρὸν ὑπὲρ ἀσεβῶν
وَلكِنَّ اللهَ بَيَّنَ مَحَبَّتَهُ لَنَا، لأَنَّهُ وَنَحْنُ بَعْدُ خُطَاةٌ مَاتَ الْمَسِيحُ لأَجْلِنَا.
δὲ ὁ ; θεός, συνίστησιν τὴν ; ἑαυτοῦ ; ἀγάπην εἰς ; ἡμᾶς ὅτι ὄντων ; ἡμῶν ἔτι ἁμαρτωλῶν ἀπέθανεν. Χριστὸς ὑπὲρ ; ἡμῶν
وَلَيْسَ ذلِكَ فَقَطْ، بَلْ نَفْتَخِرُ أَيْضًا بِاللهِ، بِرَبِّنَا يَسُوعَ الْمَسِيحِ، الَّذِي نِلْنَا بِهِ الآنَ الْمُصَالَحَةَ.
οὐ δέ, μόνον ἀλλὰ καυχώμενοι καὶ ἐν ; τῷ ; θεῷ διὰ ; τοῦ ; κυρίου ; ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ οὗ ἐλάβομεν.¶ δι᾽ νῦν καταλλαγὴν
وَلكِنْ لَيْسَ كَالْخَطِيَّةِ هكَذَا أَيْضًا الْهِبَةُ. لأَنَّهُ إِنْ كَانَ بِخَطِيَّةِ وَاحِدٍ مَاتَ الْكَثِيرُونَ، فَبِالأَوْلَى كَثِيرًا نِعْمَةُ اللهِ، وَالْعَطِيَّةُ بِالنِّعْمَةِ الَّتِي بِالإِنْسَانِ الْوَاحِدِ يَسُوعَ الْمَسِيحِ، قَدِ ازْدَادَتْ لِلْكَثِيرِينَ.
ἀλλ᾽ οὐχ ὡς ; τὸ ; παράπτωμα οὕτως καὶ τὸ ; χάρισμα. γὰρ εἰ τῷ ; τοῦ ; παραπτώματι ἑνὸς ἀπέθανον, οἱ ; πολλοὶ πολλῷ μᾶλλον ἡ ; χάρις τοῦ ; θεοῦ καὶ ; ἡ ; δωρεὰ ἐν ; χάριτι τῇ τοῦ ; ἀνθρώπου ἑνὸς Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐπερίσσευσεν. εἰς ; τοὺς ; πολλοὺς
لأَنَّهُ إِنْ كَانَ بِخَطِيَّةِ الْوَاحِدِ قَدْ مَلَكَ الْمَوْتُ بِالْوَاحِدِ، فَبِالأَوْلَى كَثِيرًا الَّذِينَ يَنَالُونَ فَيْضَ النِّعْمَةِ وَعَطِيَّةَ الْبِرِّ، سَيَمْلِكُونَ فِي الْحَيَاةِ بِالْوَاحِدِ يَسُوعَ الْمَسِيحِ.
γὰρ Εἰ τῷ ; τοῦ ; παραπτώματι ἑνὸς ἐβασίλευσεν ὁ ; θάνατος διὰ ; τοῦ ; ἑνός, πολλῷ μᾶλλον οἱ λαμβάνοντες τὴν ; περισσείαν τῆς ; χάριτος καὶ ; τῆς ; δωρεᾶς τῆς ; δικαιοσύνης βασιλεύσουσιν ἐν ζωῇ διὰ ; τοῦ ; ἑνὸς Ἰησοῦ Χριστοῦ.¶
حَتَّى كَمَا مَلَكَتِ الْخَطِيَّةُ فِي الْمَوْتِ، هكَذَا تَمْلِكُ النِّعْمَةُ بِالْبِرِّ، لِلْحَيَاةِ الأَبَدِيَّةِ، بِيَسُوعَ الْمَسِيحِ رَبِّنَا.
ἵνα ὥσπερ ἐβασίλευσεν ἡ ; ἁμαρτία ἐν τῷ ; θανάτῳ, οὕτως ; καὶ βασιλεύσῃ ἡ ; χάρις διὰ ; δικαιοσύνης εἰς ; ζωὴν αἰώνιον διὰ ; Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ ; κυρίου ; ἡμῶν.¶
أَمْ تَجْهَلُونَ أَنَّنَا كُلَّ مَنِ اعْتَمَدَ لِيَسُوعَ الْمَسِيحِ اعْتَمَدْنَا لِمَوْتِهِ،
ἢ ἀγνοεῖτε ὅτι ὅσοι ἐβαπτίσθημεν εἰς ; Ἰησοῦν, Χριστὸν ἐβαπτίσθημεν; εἰς ; τὸν ; θάνατον ; αὐτοῦ
فَدُفِنَّا مَعَهُ بِالْمَعْمُودِيَّةِ لِلْمَوْتِ، حَتَّى كَمَا أُقِيمَ الْمَسِيحُ مِنَ الأَمْوَاتِ، بِمَجْدِ الآبِ، هكَذَا نَسْلُكُ نَحْنُ أَيْضًا فِي جِدَّةِ الْحَيَاةِ.
συνετάφημεν ; οὖν αὐτῷ διὰ ; τοῦ ; βαπτίσματος εἰς ; τὸν ; θάνατον, ἵνα ὥσπερ ἠγέρθη Χριστὸς ἐκ νεκρῶν διὰ ; τῆς ; δόξης τοῦ ; πατρός, οὕτως περιπατήσωμεν. ἡμεῖς καὶ ἐν καινότητι ζωῆς
فَإِنْ كُنَّا قَدْ مُتْنَا مَعَ الْمَسِيحِ، نُؤْمِنُ أَنَّنَا سَنَحْيَا أَيْضًا مَعَهُ.
εἰ ; δὲ ἀπεθάνομεν σὺν Χριστῷ, πιστεύομεν ὅτι συζήσομεν καὶ αὐτῷ,
عَالِمِينَ أَنَّ الْمَسِيحَ بَعْدَمَا أُقِيمَ مِنَ الأَمْوَاتِ لاَ يَمُوتُ أَيْضًا. لاَ يَسُودُ عَلَيْهِ الْمَوْتُ
εἰδότες ὅτι Χριστὸς ἐγερθεὶς ἐκ νεκρῶν οὐκέτι ; ἀποθνῄσκει· οὐκέτι κυριεύει. αὐτοῦ θάνατος
كَذلِكَ أَنْتُمْ أَيْضًا احْسِبُوا أَنْفُسَكُمْ أَمْوَاتًا عَنِ الْخَطِيَّةِ، وَلكِنْ أَحْيَاءً ِللهِ بِالْمَسِيحِ يَسُوعَ رَبِّنَا.
οὕτως ὑμεῖς καὶ λογίζεσθε ἑαυτοὺς εἶναι ; νεκροὺς τῇ ; ἁμαρτίᾳ δὲ ζῶντας τῷ ; θεῷ ἐν ; Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ ; κυρίῳ ; ἡμῶν.¶
لأَنَّ أُجْرَةَ الْخَطِيَّةِ هِيَ مَوْتٌ، وَأَمَّا هِبَةُ اللهِ فَهِيَ حَيَاةٌ أَبَدِيَّةٌ بِالْمَسِيحِ يَسُوعَ رَبِّنَا.
γὰρ τὰ ; ὀψώνια ἁμαρτίας θάνατος, δὲ τὸ ; χάρισμα τοῦ ; θεοῦ ζωὴ αἰώνιος ἐν ; Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ ; κυρίῳ ; ἡμῶν.¶
إِذًا يَا إِخْوَتِي أَنْتُمْ أَيْضًا قَدْ مُتُّمْ لِلنَّامُوسِ بِجَسَدِ الْمَسِيحِ، لِكَيْ تَصِيرُوا لآخَرَ، لِلَّذِي قَدْ أُقِيمَ مِنَ الأَمْوَاتِ لِنُثْمِرَ ِللهِ.
Ὥστε, ἀδελφοί ; μου, ὑμεῖς καὶ ἐθανατώθητε τῷ ; νόμῳ διὰ ; τοῦ ; σώματος τοῦ ; Χριστοῦ εἰς γενέσθαι ; ὑμᾶς ἑτέρῳ, τῷ ἐγερθέντι, ἐκ νεκρῶν καρποφορήσωμεν τῷ ; θεῷ.
أَشْكُرُ اللهَ بِيَسُوعَ الْمَسِيحِ رَبِّنَا. إِذًا أَنَا نَفْسِي بِذِهْنِي أَخْدِمُ نَامُوسَ اللهِ، وَلكِنْ بِالْجَسَدِ نَامُوسَ الْخَطِيَّةِ.
εὐχαριστῶ τῷ ; θεῷ διὰ ; Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ ; κυρίου ; ἡμῶν. ἄρα ; οὖν ἐγὼ αὐτὸς τῷ ; νοῒ δουλεύω νόμῳ θεοῦ δὲ τῇ ; σαρκὶ νόμῳ ἁμαρτίας.¶
إِذًا لاَ شَيْءَ مِنَ الدَّيْنُونَةِ الآنَ عَلَى الَّذِينَ هُمْ فِي الْمَسِيحِ يَسُوعَ، السَّالِكِينَ لَيْسَ حَسَبَ الْجَسَدِ بَلْ حَسَبَ الرُّوحِ.
ἄρα Οὐδὲν κατάκριμα νῦν τοῖς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ περιπατοῦσιν μὴ κατὰ σάρκα ἀλλὰ κατὰ πνεῦμα.
لأَنَّ نَامُوسَ رُوحِ الْحَيَاةِ فِي الْمَسِيحِ يَسُوعَ قَدْ أَعْتَقَنِي مِنْ نَامُوسِ الْخَطِيَّةِ وَالْمَوْتِ.
γὰρ ὁ ; νόμος τοῦ ; πνεύματος τῆς ; ζωῆς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ ἠλευθέρωσέν ; με ἀπὸ τοῦ ; νόμου τῆς ; ἁμαρτίας καὶ ; τοῦ ; θανάτου.
وَأَمَّا أَنْتُمْ فَلَسْتُمْ فِي الْجَسَدِ بَلْ فِي الرُّوحِ، إِنْ كَانَ رُوحُ اللهِ سَاكِنًا فِيكُمْ. وَلكِنْ إِنْ كَانَ أَحَدٌ لَيْسَ لَهُ رُوحُ الْمَسِيحِ، فَذلِكَ لَيْسَ لَهُ.
δὲ ὑμεῖς οὐκ ; ἐστὲ ἐν σαρκὶ ἀλλ᾽ ἐν πνεύματι, εἴπερ ; εἰ πνεῦμα θεοῦ οἰκεῖ ἐν ; ὑμῖν. δέ εἰ τις οὐκ ἔχει, πνεῦμα Χριστοῦ οὗτος οὐκ ἔστιν ; αὐτοῦ.
وَإِنْ كَانَ الْمَسِيحُ فِيكُمْ، فَالْجَسَدُ مَيِّتٌ بِسَبَبِ الْخَطِيَّةِ، وَأَمَّا الرُّوحُ فَحَيَاةٌ بِسَبَبِ الْبِرِّ.
εἰ ; δὲ Χριστὸς ἐν ; ὑμῖν, τὸ ; σῶμα νεκρὸν διὰ ἁμαρτίαν δὲ τὸ ; πνεῦμα ζωὴ διὰ δικαιοσύνην.
وَإِنْ كَانَ رُوحُ الَّذِي أَقَامَ يَسُوعَ مِنَ الأَمْوَاتِ سَاكِنًا فِيكُمْ، فَالَّذِي أَقَامَ الْمَسِيحَ مِنَ الأَمْوَاتِ سَيُحْيِي أَجْسَادَكُمُ الْمَائِتَةَ أَيْضًا بِرُوحِهِ السَّاكِنِ فِيكُمْ.
εἰ ; δὲ τὸ ; πνεῦμα τοῦ ἐγείραντος τὸν ; Ἰησοῦν ἐκ νεκρῶν οἰκεῖ ἐν ; ὑμῖν, ὁ ἐγείρας τὸν ; Χριστὸν ἐκ νεκρῶν ζῳοποιήσει σώματα ; ὑμῶν τὰ ; θνητὰ καὶ διὰ ; αὐτοῦ ; πνεῦμα τὸ; ἐνοικοῦν ἐν ; ὑμῖν.¶
فَإِنْ كُنَّا أَوْلاَدًا فَإِنَّنَا وَرَثَةٌ أَيْضًا، وَرَثَةُ اللهِ وَوَارِثُونَ مَعَ الْمَسِيحِ. إِنْ كُنَّا نَتَأَلَّمُ مَعَهُ لِكَيْ نَتَمَجَّدَ أَيْضًا مَعَهُ.
εἰ ; δὲ τέκνα, κληρονόμοι· καὶ κληρονόμοι θεοῦ συγκληρονόμοι ; δὲ Χριστοῦ· εἴπερ συμπάσχομεν ἵνα καὶ ; συνδοξασθῶμεν.¶
مَنْ هُوَ الَّذِي يَدِينُ. اَلْمَسِيحُ هُوَ الَّذِي مَاتَ، بَلْ بِالْحَرِيِّ قَامَ أَيْضًا، الَّذِي هُوَ أَيْضًا عَنْ يَمِينِ اللهِ، الَّذِي أَيْضًا يَشْفَعُ فِينَا.
τίς ὁ κατακρινῶν; Χριστὸς ὁ ; ἀποθανὼν δὲ μᾶλλον ἐγερθείς καὶ ὃς ἐστιν καί ἐν δεξιᾷ τοῦ ; θεοῦ, ὃς καὶ ἐντυγχάνει ὑπὲρ ; ἡμῶν.¶
مَنْ سَيَفْصِلُنَا عَنْ مَحَبَّةِ الْمَسِيحِ. أَشِدَّةٌ أَمْ ضَيْقٌ أَمِ اضْطِهَادٌ أَمْ جُوعٌ أَمْ عُرْيٌ أَمْ خَطَرٌ أَمْ سَيْفٌ.
Τίς ἡμᾶς ; χωρίσει ἀπὸ τῆς ; ἀγάπης τοῦ ; Χριστοῦ; θλῖψις ἢ στενοχωρία ἢ διωγμὸς ἢ λιμὸς ἢ γυμνότης ἢ κίνδυνος ἢ μάχαιρα;
وَلاَ عُلْوَ وَلاَ عُمْقَ، وَلاَ خَلِيقَةَ أُخْرَى، تَقْدِرُ أَنْ تَفْصِلَنَا عَنْ مَحَبَّةِ اللهِ الَّتِي فِي الْمَسِيحِ يَسُوعَ رَبِّنَا.
οὔτε ὕψωμα οὔτε βάθος οὔτε τις ; κτίσις ἑτέρα δυνήσεται ἡμᾶς ; χωρίσαι ἀπὸ τῆς ; ἀγάπης τοῦ ; θεοῦ τῆς ; ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ ; κυρίῳ ; ἡμῶν.¶
أَقُولُ الصِّدْقَ فِي الْمَسِيحِ، لاَ أَكْذِبُ، وَضَمِيرِي شَاهِدٌ لِي بِالرُّوحِ الْقُدُسِ:
λέγω Ἀλήθειαν ἐν Χριστῷ, οὐ ψεύδομαι, τῆς ; συνειδήσεώς ; μου συμμαρτυρούσης μοι ἐν ; πνεύματι ἁγίῳ,
فَإِنِّي كُنْتُ أَوَدُّ لَوْ أَكُونُ أَنَا نَفْسِي مَحْرُومًا مِنَ الْمَسِيحِ لأَجْلِ إِخْوَتِي أَنْسِبَائِي حَسَبَ الْجَسَدِ،
ηὐχόμην ; γὰρ εἶναι ἐγὼ αὐτὸς ἀνάθεμα ἀπὸ τοῦ ; Χριστοῦ ὑπὲρ τῶν ; ἀδελφῶν ; μου τῶν ; συγγενῶν ; μου κατὰ σάρκα·