ك
إصحاح
G5494
G5495. cheír
G5496
المعنى المختصر للكلمة
cheír: the hand (literally or figuratively (power)
اللفظ الأصلي χείρ
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق cheír (khire)
تكرار الورود في الكتاب 111 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
1 the hand (literally or figuratively (power)
2 especially (by Hebraism) a means or instrument)
الإنجليزية — KJV Translation Tags
hand

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

τὰς ; χεῖρας (27×) χεῖρας (10×) τὴν ; χεῖρα (7×) χειρὸς (4×) τῶν ; χειρῶν (4×) τῆς ; χειρὸς (4×) τῇ ; χειρὶ (4×) χεῖρα (3×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (111 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
يَحْمِلُونَ حَيَّاتٍ، وَإِنْ شَرِبُوا شَيْئًا مُمِيتًا لاَ يَضُرُّهُمْ، وَيَضَعُونَ أَيْدِيَهُمْ عَلَى الْمَرْضَى فَيَبْرَأُونَ.
ἀροῦσιν, ὄφεις κἂν πίωσιν, τι θανάσιμόν οὐ ; μὴ αὐτοὺς ; βλάψει, ἐπιθήσουσιν χεῖρας ἐπὶ ἀρρώστους καλῶς ; ἕξουσιν.¶ ; καὶ
فَأَوْدَعَهَا جَمِيعُ السَّامِعِينَ فِي قُلُوبِهِمْ قَائِلِينَ: أَتَرَى مَاذَا يَكُونُ هذَا الصَّبِيُّ. وَكَانَتْ يَدُ الرَّبِّ مَعَهُ.
καὶ ; ἔθεντο πάντες οἱ ; ἀκούσαντες ἐν τῇ ; καρδίᾳ ; αὐτῶν λέγοντες· τί ; ἄρα ἔσται; τοῦτο τὸ ; παιδίον καὶ ; ἦν χεὶρ κυρίου μετ᾽ ; αὐτοῦ.¶
خَلاَصٍ مِنْ أَعْدَائِنَا وَمِنْ أَيْدِي جَمِيعِ مُبْغِضِينَا.
σωτηρίαν ἐξ ἐχθρῶν ; ἡμῶν καὶ ; ἐκ χειρὸς πάντων τῶν ; μισούντων ; ἡμᾶς,
أَنْ يُعْطِيَنَا إِنَّنَا بِلاَ خَوْفٍ، مُنْقَذِينَ مِنْ أَيْدِي أَعْدَائِنَا، نَعْبُدُهُ
τοῦ ; δοῦναι ; ἡμῖν ἀφόβως ῥυσθέντας ἐκ χειρὸς τῶν ; ἐχθρῶν ; ἡμῶν λατρεύειν ; αὐτῷ
وَأَنَّهُمْ عَلَى أَيَادِيهِمْ يَحْمِلُونَكَ لِكَيْ لاَ تَصْدِمَ بِحَجَرٍ رِجْلَكَ.
καὶ ; ὅτι ἐπὶ χειρῶν ἀροῦσίν ; σε, μήποτε προσκόψῃς πρὸς ; λίθον τὸν ; πόδα ; σου.¶
وَعِنْدَ غُرُوبِ الشَّمْسِ، جَمِيعُ الَّذِينَ كَانَ عِنْدَهُمْ سُقَمَاءُ بِأَمْرَاضٍ مُخْتَلِفَةٍ قَدَّمُوهُمْ إِلَيْهِ، فَوَضَعَ يَدَيْهِ عَلَى كُلِّ وَاحِدٍ مِنْهُمْ وَشَفَاهُمْ.
Δύνοντος ; δὲ τοῦ ; ἡλίου πάντες ὅσοι εἶχον ἀσθενοῦντας νόσοις ποικίλαις ἤγαγον ; αὐτοὺς πρὸς ; αὐτόν· ἐπιθεὶς τὰς ; χεῖρας ἑνὶ ; ἑκάστῳ αὐτῶν ὁ ; ἐθεράπευσεν; αὐτούς.
فَمَدَّ يَدَهُ وَلَمَسَهُ قَائِلاً: أُرِيدُ، فَاطْهُرْ.. وَلِلْوَقْتِ ذَهَبَ عَنْهُ الْبَرَصُ.
καὶ ; ἐκτείνας τὴν ; χεῖρα ἥψατο ; αὐτοῦ εἰπών θέλω, καθαρίσθητι. καὶ ; εὐθέως ἀπῆλθεν ἀπ᾽ ; αὐτοῦ. ἡ ; λέπρα
وَفِي السَّبْتِ الثَّانِي بَعْدَ الأَوَّلِ اجْتَازَ بَيْنَ الزُّرُوعِ. وَكَانَ تَلاَمِيذُهُ يَقْطِفُونَ السَّنَابِلَ وَيَأْكُلُونَ وَهُمْ يَفْرُكُونَهَا بِأَيْدِيهِمْ.
Ἐγένετο ; δὲ ; ἐν σαββάτῳ δευτεροπρώτῳ διαπορεύεσθαι ; αὐτὸν διὰ τῶν ; σπορίμων, καὶ οἱ ; μαθηταὶ ; αὐτοῦ ἔτιλλον τοὺς ; στάχυας καὶ ; ἤσθιον ψώχοντες ταῖς ; χερσίν.
أَمَّا هُوَ فَعَلِمَ أَفْكَارَهُمْ، وَقَالَ لِلرَّجُلِ الَّذِي يَدُهُ يَابِسَةٌ: قُمْ وَقِفْ فِي الْوَسْطِ. فَقَامَ وَوَقَفَ.
δὲ αὐτὸς ᾔδει τοὺς ; διαλογισμοὺς ; αὐτῶν. καὶ ; εἶπεν τῷ ; ἀνδρὶ τῷ ; ἔχοντι τὴν ; χεῖρα· ξηρὰν Ἔγειραι καὶ ; στῆθι εἰς τὸ ; μέσον. δὲ ; ἀναστὰς ἔστη.
ضَعُوا أَنْتُمْ هذَا الْكَلاَمَ فِي آذَانِكُمْ: إِنَّ ابْنَ الإِنْسَانِ سَوْفَ يُسَلَّمُ إِلَى أَيْدِي النَّاسِ.
θέσθε ὑμεῖς τούτους· τοὺς ; λόγους εἰς τὰ ; ὦτα ; ὑμῶν γὰρ ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου μέλλει παραδίδοσθαι εἰς χεῖρας ἀνθρώπων.
وَوَضَعَ عَلَيْهَا يَدَيْهِ، فَفِي الْحَالِ اسْتَقَامَتْ وَمَجَّدَتِ اللهَ.
καὶ ; ἐπέθηκεν αὐτῇ τὰς ; χεῖρας, καὶ ; παραχρῆμα ἀνωρθώθη καὶ ; ἐδόξαζεν τὸν ; θεόν.¶
فَطَلَبَ رُؤَسَاءُ الْكَهَنَةِ وَالْكَتَبَةُ أَنْ يُلْقُوا الأَيَادِيَ عَلَيْهِ فِي تِلْكَ السَّاعَةِ، وَلكِنَّهُمْ خَافُوا الشَّعْبَ، لأَنَّهُمْ عَرَفُوا أَنَّهُ قَالَ هذَا الْمَثَلَ عَلَيْهِمْ.
Καὶ ; ἐζήτησαν οἱ ; ἀρχιερεῖς γραμματεῖς ; οἱ ἐπιβαλεῖν τὰς ; χεῖρας ἐπ᾽ ; αὐτὸν ἐν αὐτῇ τῇ ; ὥρᾳ καὶ ἐφοβήθησαν τὸν ; λαόν· γὰρ ἔγνωσαν ὅτι εἶπεν ταύτην.¶ τὴν ; παραβολὴν πρὸς ; αὐτοὺς
وَلكِنْ هُوَذَا يَدُ الَّذِي يُسَلِّمُنِي هِيَ مَعِي عَلَى الْمَائِدَةِ.
πλὴν ἰδοὺ ἡ ; χεὶρ τοῦ παραδιδόντος ; με μετ᾽ ; ἐμοῦ ἐπὶ τῆς ; τραπέζης.
إِذْ كُنْتُ مَعَكُمْ كُلَّ يَوْمٍ فِي الْهَيْكَلِ لَمْ تَمُدُّوا عَلَيَّ الأَيَادِيَ. وَلكِنَّ هذِهِ سَاعَتُكُمْ وَسُلْطَانُ الظُّلْمَةِ.
ὄντος ; μου μεθ᾽ ; ὑμῶν καθ᾽ ἡμέραν ἐν τῷ ; ἱερῷ οὐκ ἐξετείνατε ἐπ᾽ ; ἐμέ. τὰς ; χεῖρας ἀλλ᾽ αὕτη ; ἐστὶν ὑμῶν ; ἡ ; ὥρα ἡ ; ἐξουσία τοῦ ; σκότους.¶
قَائِلاً: إِنَّهُ يَنْبَغِي أَنْ يُسَلَّمَ ابْنُ الإِنْسَانِ فِي أَيْدِي أُنَاسٍ خُطَاةٍ، وَيُصْلَبَ، وَفِي الْيَوْمِ الثَّالِثِ يَقُومُ.
λέγων ὅτι δεῖ παραδοθῆναι τὸν ; υἱὸν τοῦ ; ἀνθρώπου εἰς χεῖρας ἀνθρώπων ἁμαρτωλῶν καὶ ; σταυρωθῆναι καὶ ; τῇ ἡμέρᾳ τρίτῃ ἀναστῆναι.
وَحِينَ قَالَ هذَا أَرَاهُمْ يَدَيْهِ وَرِجْلَيْهِ.
καὶ ; εἰπὼν τοῦτο ἐπέδειξεν; αὐτοῖς τὰς ; χεῖρας καὶ ; τοὺς ; πόδας.
فَطَلَبُوا أَنْ يُمْسِكُوهُ، وَلَمْ يُلْقِ أَحَدٌ يَدًا عَلَيْهِ، لأَنَّ سَاعَتَهُ لَمْ تَكُنْ قَدْ جَاءَتْ بَعْدُ.
ἐζήτουν ; οὖν αὐτὸν ; πιάσαι, καὶ ; οὐδεὶς ; ἐπέβαλεν τὴν ; χεῖρα, ἐπ᾽ ; αὐτὸν ὅτι ἡ ; ὥρα ; αὐτοῦ.¶ οὔπω ; ἐληλύθει
وَكَانَ قَوْمٌ مِنْهُمْ يُرِيدُونَ أَنْ يُمْسِكُوهُ، وَلكِنْ لَمْ يُلْقِ أَحَدٌ عَلَيْهِ الأَيَادِيَ.
τινὲς ; δὲ ἐξ ; αὐτῶν ἤθελον πιάσαι ; αὐτόν, ἀλλ᾽ οὐδεὶς ; ἐπέβαλεν ἐπ᾽ ; αὐτὸν τὰς ; χεῖρας.¶
أَبِي الَّذِي أَعْطَانِي إِيَّاهَا هُوَ أَعْظَمُ مِنَ الْكُلِّ، وَلاَ يَقْدِرُ أَحَدٌ أَنْ يَخْطَفَ مِنْ يَدِ أَبِي.
ὁ ; πατήρ ; μου ὃς δέδωκέν ; μοι ἐστιν, μείζων πάντων καὶ δύναται οὐδεὶς ἁρπάζειν ἐκ τῆς ; χειρὸς τοῦ ; πατρός ; μου.
فَخَرَجَ الْمَيْتُ وَيَدَاهُ وَرِجْلاَهُ مَرْبُوطَاتٌ بِأَقْمِطَةٍ، وَوَجْهُهُ مَلْفُوفٌ بِمِنْدِيل. فَقَالَ لَهُمْ يَسُوعُ: حُلُّوهُ وَدَعُوهُ يَذْهَبْ.
καὶ ; ἐξῆλθεν ὁ ; τεθνηκὼς καὶ ; τὰς ; χεῖρας τοὺς ; πόδας δεδεμένος κειρίαις, καὶ ; ἡ ; ὄψις ; αὐτοῦ περιεδέδετο. σουδαρίῳ λέγει αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς· λύσατε ; αὐτὸν καὶ ; ἄφετε ; αὐτὸν ὑπάγειν.¶
قَالَ لَهُ سِمْعَانُ بُطْرُسُ: يَا سَيِّدُ، لَيْسَ رِجْلَيَّ فَقَطْ بَلْ أَيْضًا يَدَيَّ وَرَأْسِي.
λέγει αὐτῷ Σίμων Πέτρος· κύριε, μὴ τοὺς ; πόδας ; μου μόνον ἀλλὰ καὶ τὰς ; χεῖρας καὶ ; τὴν ; κεφαλήν.¶
وَلَمَّا قَالَ هذَا أَرَاهُمْ يَدَيْهِ وَجَنْبَهُ، فَفَرِحَ التَّلاَمِيذُ إِذْ رَأَوْا الرَّبَّ.
καὶ εἰπὼν τοῦτο ἔδειξεν ; αὐτοῖς. τὰς ; χεῖρας καὶ ; τὴν ; πλευρὰν ; αὐτοῦ ἐχάρησαν ; οὖν οἱ ; μαθηταὶ ἰδόντες τὸν ; κύριον.¶
فَقَالَ لَهُ التَّلاَمِيذُ الآخَرُونَ: قَدْ رَأَيْنَا الرَّبَّ.. فَقَالَ لَهُمْ: إِنْ لَمْ أُبْصِرْ فِي يَدَيْهِ أَثَرَ الْمَسَامِيرِ، وَأَضَعْ إِصْبِعِي فِي أَثَرِ الْمَسَامِيرِ، وَأَضَعْ يَدِي فِي جَنْبِهِ، لاَ أُومِنْ.
ἔλεγον ; οὖν αὐτῷ οἱ ; μαθηταί· ἄλλοι ἑωράκαμεν τὸν ; κύριον. ὁ ; δὲ ; εἶπεν αὐτοῖς· ἐὰν μὴ ἴδω ἐν ταῖς ; χερσὶν ; αὐτοῦ τὸν ; τύπον τῶν ; ἥλων καὶ ; βάλω τὸν ; δάκτυλόν ; μου εἰς τὸν ; τύπον τῶν ; ἥλων καὶ ; βάλω μου ; τὴν ; χεῖρα εἰς τὴν ; πλευρὰν ; αὐτοῦ, οὐ ; μὴ πιστεύσω.¶
هذَا أَخَذْتُمُوهُ مُسَلَّمًا بِمَشُورَةِ اللهِ الْمَحْتُومَةِ وَعِلْمِهِ السَّابِقِ، وَبِأَيْدِي أَثَمَةٍ صَلَبْتُمُوهُ وَقَتَلْتُمُوهُ.
τοῦτον λαβόντες ἔκδοτον τῇ ; βουλῇ τοῦ ; θεοῦ ὡρισμένῃ καὶ ; προγνώσει διὰ ; χειρῶν ἀνόμων προσπήξαντες ἀνείλατε,
وَأَمْسَكَهُ بِيَدِهِ الْيُمْنَى وَأَقَامَهُ، فَفِي الْحَالِ تَشَدَّدَتْ رِجْلاَهُ وَكَعْبَاهُ،
καὶ ; πιάσας ; αὐτὸν τῆς ; χειρὸς δεξιᾶς ἤγειρεν ; αὐτόν. δὲ παραχρῆμα ἐστερεώθησαν αἱ ; βάσεις ; αὐτοῦ καὶ ; τὰ ; σφυδρά,
فَأَلْقَوْا عَلَيْهِمَا الأَيَادِيَ وَوَضَعُوهُمَا فِي حَبْسٍ إِلَى الْغَدِ، لأَنَّهُ كَانَ قَدْ صَارَ الْمَسَاءُ.
καὶ ; ἐπέβαλον αὐτοῖς τὰς ; χεῖρας καὶ ; ἔθεντο εἰς τήρησιν εἰς τὴν ; αὔριον· γὰρ ἦν ἤδη. ἑσπέρα
وَجَرَتْ عَلَى أَيْدِي الرُّسُلِ آيَاتٌ وَعَجَائِبُ كَثِيرَةٌ فِي الشَّعْبِ. وَكَانَ الْجَمِيعُ بِنَفْسٍ وَاحِدَةٍ فِي رِوَاقِ سُلَيْمَانَ.
δὲ ; ἐγένετο Διὰ τῶν ; χειρῶν τῶν ; ἀποστόλων σημεῖα καὶ ; τέρατα πολλὰ ἐν τῷ ; λαῷ· καὶ ; ἦσαν ἅπαντες ὁμοθυμαδὸν ἐν τῇ ; στοᾷ Σολομῶντος·
اَلَّذِينَ أَقَامُوهُمْ أَمَامَ الرُّسُلِ، فَصَلُّوا وَوَضَعُوا عَلَيْهِمِ الأَيَادِيَ.
οὓς ἔστησαν ἐνώπιον τῶν ; ἀποστόλων, καὶ ; προσευξάμενοι ἐπέθηκαν αὐτοῖς τὰς ; χεῖρας.¶
هذَا مُوسَى الَّذِي أَنْكَرُوهُ قَائِلِينَ: مَنْ أَقَامَكَ رَئِيسًا وَقَاضِيًا. هذَا أَرْسَلَهُ اللهُ رَئِيسًا وَفَادِيًا بِيَدِ الْمَلاَكِ الَّذِي ظَهَرَ لَهُ فِي الْعُلَّيْقَةِ.
Τοῦτον τὸν ; Μωϋσῆν ὃν ἠρνήσαντο εἰπόντες· τίς σε ; κατέστησεν ἄρχοντα καὶ ; δικαστήν; τοῦτον ἀπέστειλεν ὁ ; θεὸς ἄρχοντα καὶ ; λυτρωτὴν ἐν; χειρὶ ἀγγέλου τοῦ ὀφθέντος αὐτῷ ἐν τῇ ; βάτῳ.
حِينَئِذٍ وَضَعَا الأَيَادِيَ عَلَيْهِمْ فَقَبِلُوا الرُّوحَ الْقُدُسَ.
τότε ἐπετίθεσαν τὰς ; χεῖρας ἐπ᾽ ; αὐτούς, καὶ ; ἐλάμβανον πνεῦμα ἅγιον.¶