المعنى المختصر للكلمة
phérō:
to "bear" or carry (in a very wide application, literally and
figuratively, as follows)
اللفظ الأصلي
φέρω
نوع الكلمة
اسم
طريقة النطق
phérō
(fer-o)
تكرار الورود في الكتاب
57
مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
a primary verb (for which other, and apparently not cognate ones are used in certain tenses only; namely, ; and ;
المعنى والشرح المفصل
to "bear" or carry (in a very wide application, literally and figuratively, as follows)
الإنجليزية — KJV Translation Tags
be
bear
bring (forth)
carry
come
+
let her drive
be driven
endure
go on
lay
lead
move
reach
rushing
uphold
أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك
أشكال الكلمة في النص الأصلي:
φέροντες (4×)
ἔφερον (3×)
καὶ ; φέρουσιν (3×)
ἤνεγκεν (2×)
ἐνέγκας (2×)
φέρων (2×)
φέρουσιν (2×)
φέρον (2×)
شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (57 آية)
شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
متى 14: 11
Mat.14.11
فَأُحْضِرَ رَأْسُهُ عَلَى طَبَق وَدُفِعَ إِلَى الصَّبِيَّةِ، فَجَاءَتْ بِهِ إِلَى أُمِّهَا.
καὶ ; ἠνέχθη ἡ ; κεφαλὴ ; αὐτοῦ ἐπὶ πίνακι καὶ ; ἐδόθη τῷ κορασίῳ, καὶ ; ἤνεγκεν τῇ μητρὶ ; αὐτῆς.¶
متى 14: 11
Mat.14.11
فَأُحْضِرَ رَأْسُهُ عَلَى طَبَق وَدُفِعَ إِلَى الصَّبِيَّةِ، فَجَاءَتْ بِهِ إِلَى أُمِّهَا.
καὶ ; ἠνέχθη ἡ ; κεφαλὴ ; αὐτοῦ ἐπὶ πίνακι καὶ ; ἐδόθη τῷ κορασίῳ, καὶ ; ἤνεγκεν τῇ μητρὶ ; αὐτῆς.¶
مرقس 1: 32
Mrk.1.32
وَلَمَّا صَارَ الْمَسَاءُ، إِذْ غَرَبَتِ الشَّمْسُ، قَدَّمُوا إِلَيْهِ جَمِيعَ السُّقَمَاءِ وَالْمَجَانِينَ.
δὲ γενομένης, Ὀψίας ὅτε ἔδυσεν ὁ ; ἥλιος, ἔφερον αὐτὸν ; πρὸς πάντας τοὺς ; κακῶς ; ἔχοντας καὶ ; τοὺς ; δαιμονιζομένους·
مرقس 2: 3
Mrk.2.3
وَجَاءُوا إِلَيْهِ مُقَدِّمِينَ مَفْلُوجًا يَحْمِلُهُ أَرْبَعَةٌ.
Καὶ ; ἔρχονται πρὸς ; αὐτὸν φέροντες παραλυτικὸν αἰρόμενον ὑπὸ ; τεσσάρων.
مرقس 4: 8
Mrk.4.8
وَسَقَطَ آخَرُ فِي الأَرْضِ الْجَيِّدَةِ، فَأَعْطَى ثَمَرًا يَصْعَدُ وَيَنْمُو، فَأَتَى وَاحِدٌ بِثَلاَثِينَ وَآخَرُ بِسِتِّينَ وَآخَرُ بِمِئَةٍ.
καὶ ; ἔπεσεν ἄλλο εἰς τὴν ; γῆν τὴν ; καλὴν καὶ ; ἐδίδου καρπὸν ἀναβαίνοντα καὶ ; αὐξάνοντα καὶ ; ἔφερεν ἐν; τριάκοντα καὶ ; ἐν; ἑξήκοντα καὶ ; ἐν; ἑκατόν.
مرقس 6: 27
Mrk.6.27
فَلِلْوَقْتِ أَرْسَلَ الْمَلِكُ سَيَّافًا وَأَمَرَ أَنْ يُؤْتَى بِرَأْسِهِ.
καὶ ; εὐθὺς ἀποστείλας ὁ ; βασιλεὺς σπεκουλάτορα ἐπέταξεν ἐνεχθῆναι τὴν ; κεφαλὴν ; αὐτοῦ.
مرقس 6: 28
Mrk.6.28
فَمَضَى وَقَطَعَ رَأْسَهُ فِي السِّجْنِ. وَأَتَى بِرَأْسِهِ عَلَى طَبَق وَأَعْطَاهُ لِلصَّبِيَّةِ، وَالصَّبِيَّةُ أَعْطَتْهُ لأُمِّهَا.
ὁ ; δὲ; ἀπελθὼν ἀπεκεφάλισεν ; αὐτὸν ἐν τῇ ; φυλακῇ καὶ ; ἤνεγκεν τὴν ; κεφαλὴν ; αὐτοῦ ἐπὶ πίνακι καὶ ; αὐτὴν ; ἔδωκεν τῷ ; κορασίῳ, καὶ ; τὸ ; κοράσιον ἔδωκεν ; αὐτὴν τῇ ; μητρὶ ; αὐτῆς.¶
مرقس 7: 32
Mrk.7.32
وَجَاءُوا إِلَيْهِ بِأَصَمَّ أَعْقَدَ، وَطَلَبُوا إِلَيْهِ أَنْ يَضَعَ يَدَهُ عَلَيْهِ.
καὶ ; φέρουσιν αὐτῷ κωφὸν μογιλάλον παρακαλοῦσιν ; καὶ αὐτὸν ἵνα ἐπιθῇ τὴν ; χεῖρα. αὐτῷ
مرقس 8: 22
Mrk.8.22
وَجَاءَ إِلَى بَيْتِ صَيْدَا، فَقَدَّمُوا إِلَيْهِ أَعْمَى وَطَلَبُوا إِلَيْهِ أَنْ يَلْمِسَهُ،
Καὶ ; ἔρχεται εἰς Βηθσαϊδάν, καὶ ; φέρουσιν αὐτῷ τυφλὸν καὶ ; παρακαλοῦσιν αὐτὸν ἵνα αὐτοῦ ; ἅψηται.
مرقس 9: 17
Mrk.9.17
فَأَجَابَ وَاحِدٌ مِنَ الْجَمْعِ وَقَالَ: يَا مُعَلِّمُ، قَدْ قَدَّمْتُ إِلَيْكَ ابْنِي بِهِ رُوحٌ أَخْرَسُ،
Καὶ ; ἀποκριθεὶς εἷς ἐκ τοῦ ; ὄχλου εἶπεν· διδάσκαλε, ἤνεγκα πρὸς ; σὲ τὸν ; υἱόν ; μου ἔχοντα πνεῦμα ἄλαλον.
مرقس 12: 16
Mrk.12.16
فَأَتَوْا بِهِ. فَقَالَ لَهُمْ: لِمَنْ هذِهِ الصُّورَةُ وَالْكِتَابَةُ. فَقَالُوا لَهُ: لِقَيْصَرَ.
οἱ ; δὲ ; ἤνεγκαν. καὶ ; λέγει αὐτοῖς· τίνος αὕτη ἡ ; εἰκὼν καὶ ; ἡ ; ἐπιγραφή; οἱ ; δὲ ; εἶπαν αὐτῷ· Καίσαρος.
مرقس 15: 22
Mrk.15.22
وَجَاءُوا بِهِ إِلَى مَوْضِعِ جُلْجُثَةَ الَّذِي تَفْسِيرُهُ مَوْضِعُ جُمْجُمَةٍ.
καὶ ; φέρουσιν αὐτὸν ἐπὶ τόπον, Γολγοθᾶν ὅ ; ἐστιν μεθερμηνευόμενον, τόπος. κρανίου
لوقا 5: 18
Luk.5.18
وَإِذَا بِرِجَال يَحْمِلُونَ عَلَى فِرَاشٍ إِنْسَانًا مَفْلُوجًا، وَكَانُوا يَطْلُبُونَ أَنْ يَدْخُلُوا بِهِ وَيَضَعُوهُ أَمَامَهُ.
καὶ ; ἰδοὺ ἄνδρες φέροντες ἐπὶ κλίνης ἄνθρωπον ὃς ; ἦν ; παραλελυμένος, καὶ ; ἐζήτουν εἰσενεγκεῖν αὐτὸν καὶ ; θεῖναι ; αὐτὸν ἐνώπιον ; αὐτοῦ.
لوقا 15: 23
Luk.15.23
وَقَدِّمُوا الْعِجْلَ الْمُسَمَّنَ وَاذْبَحُوهُ فَنَأْكُلَ وَنَفْرَحَ،
καὶ ; ἐνέγκαντες τὸν ; μόσχον τὸν ; σιτευτόν, θύσατε, καὶ ; φαγόντες εὐφρανθῶμεν,
لوقا 23: 26
Luk.23.26
وَلَمَّا مَضَوْا بِهِ أَمْسَكُوا سِمْعَانَ، رَجُلاً قَيْرَوَانِيًّا كَانَ آتِيًا مِنَ الْحَقْلِ، وَوَضَعُوا عَلَيْهِ الصَّلِيبَ لِيَحْمِلَهُ خَلْفَ يَسُوعَ.
Καὶ ; ὡς ἀπήγαγον αὐτόν, ἐπιλαβόμενοι Σίμωνός τινος Κυρηναίου τοῦ ἐρχομένου ἀπ᾽ ἀγροῦ ἐπέθηκαν αὐτῷ τὸν ; σταυρὸν φέρειν ὄπισθεν τοῦ ; Ἰησοῦ.¶
لوقا 24: 1
Luk.24.1
ثُمَّ فِي أَوَّلِ الأُسْبُوعِ، أَوَّلَ الْفَجْرِ، أَتَيْنَ إِلَى الْقَبْرِ حَامِلاَتٍ الْحَنُوطَ الَّذِي أَعْدَدْنَهُ، وَمَعَهُنَّ أُنَاسٌ.
δὲ Τῇ ; μιᾷ τῶν ; σαββάτων βαθέως ὄρθρου ἦλθον ἐπὶ τὸ ; μνῆμα φέρουσαι ἀρώματα ἃ ἡτοίμασαν καί ; σὺν ; αὐταῖς. τινές
يوحنا 2: 8
Jhn.2.8
ثُمَّ قَالَ لَهُمُ: اسْتَقُوا الآنَ وَقَدِّمُوا إِلَى رَئِيسِ الْمُتَّكَإِ. فَقَدَّمُوا.
καὶ λέγει αὐτοῖς· ἀντλήσατε νῦν καὶ ; φέρετε τῷ ἀρχιτρικλίνῳ. Καὶ; ἤνεγκαν.
يوحنا 2: 8
Jhn.2.8
ثُمَّ قَالَ لَهُمُ: اسْتَقُوا الآنَ وَقَدِّمُوا إِلَى رَئِيسِ الْمُتَّكَإِ. فَقَدَّمُوا.
καὶ λέγει αὐτοῖς· ἀντλήσατε νῦν καὶ ; φέρετε τῷ ἀρχιτρικλίνῳ. Καὶ; ἤνεγκαν.
يوحنا 12: 24
Jhn.12.24
اَلْحَقَّ الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: إِنْ لَمْ تَقَعْ حَبَّةُ الْحِنْطَةِ فِي الأَرْضِ وَتَمُتْ فَهِيَ تَبْقَى وَحْدَهَا. وَلكِنْ إِنْ مَاتَتْ تَأْتِي بِثَمَرٍ كَثِيرٍ.
ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν· ἐὰν μὴ πεσὼν ὁ ; κόκκος τοῦ ; σίτου εἰς τὴν ; γῆν ἀποθάνῃ, αὐτὸς μένει· μόνος δὲ ἐὰν ἀποθάνῃ, φέρει. καρπὸν πολὺν
يوحنا 15: 2
Jhn.15.2
كُلُّ غُصْنٍ فِيَّ لاَ يَأْتِي بِثَمَرٍ يَنْزِعُهُ، وَكُلُّ مَا يَأْتِي بِثَمَرٍ يُنَقِّيهِ لِيَأْتِيَ بِثَمَرٍ أَكْثَرَ.
πᾶν κλῆμα ἐν ; ἐμοὶ μὴ φέρον καρπὸν αἴρει ; αὐτό, καὶ ; πᾶν φέρον τὸ ; καρπὸν καθαίρει ; αὐτὸ ἵνα ; φέρῃ. καρπὸν πλείονα
يوحنا 15: 2
Jhn.15.2
كُلُّ غُصْنٍ فِيَّ لاَ يَأْتِي بِثَمَرٍ يَنْزِعُهُ، وَكُلُّ مَا يَأْتِي بِثَمَرٍ يُنَقِّيهِ لِيَأْتِيَ بِثَمَرٍ أَكْثَرَ.
πᾶν κλῆμα ἐν ; ἐμοὶ μὴ φέρον καρπὸν αἴρει ; αὐτό, καὶ ; πᾶν φέρον τὸ ; καρπὸν καθαίρει ; αὐτὸ ἵνα ; φέρῃ. καρπὸν πλείονα
يوحنا 15: 2
Jhn.15.2
كُلُّ غُصْنٍ فِيَّ لاَ يَأْتِي بِثَمَرٍ يَنْزِعُهُ، وَكُلُّ مَا يَأْتِي بِثَمَرٍ يُنَقِّيهِ لِيَأْتِيَ بِثَمَرٍ أَكْثَرَ.
πᾶν κλῆμα ἐν ; ἐμοὶ μὴ φέρον καρπὸν αἴρει ; αὐτό, καὶ ; πᾶν φέρον τὸ ; καρπὸν καθαίρει ; αὐτὸ ἵνα ; φέρῃ. καρπὸν πλείονα
يوحنا 15: 4
Jhn.15.4
اُثْبُتُوا فِيَّ وَأَنَا فِيكُمْ. كَمَا أَنَّ الْغُصْنَ لاَ يَقْدِرُ أَنْ يَأْتِيَ بِثَمَرٍ مِنْ ذَاتِهِ إِنْ لَمْ يَثْبُتْ فِي الْكَرْمَةِ، كَذلِكَ أَنْتُمْ أَيْضًا إِنْ لَمْ تَثْبُتُوا فِيَّ.
μείνατε ἐν ; ἐμοὶ κἀγὼ ἐν ; ὑμῖν. καθὼς τὸ ; κλῆμα οὐ δύναται φέρειν καρπὸν ἀφ᾽ ἑαυτοῦ ἐὰν μὴ μείνῃ ἐν τῇ ; ἀμπέλῳ, οὕτως ὑμεῖς οὐδὲ ἐὰν μὴ μείνητε ἐν ; ἐμοὶ
يوحنا 15: 5
Jhn.15.5
أَنَا الْكَرْمَةُ وَأَنْتُمُ الأَغْصَانُ. الَّذِي يَثْبُتُ فِيَّ وَأَنَا فِيهِ هذَا يَأْتِي بِثَمَرٍ كَثِيرٍ، لأَنَّكُمْ بِدُونِي لاَ تَقْدِرُونَ أَنْ تَفْعَلُوا شَيْئًا.
ἐγώ ; εἰμι ἡ ; ἄμπελος, ὑμεῖς τὰ ; κλήματα. ὁ μένων ἐν ; ἐμοὶ κἀγὼ ἐν ; αὐτῷ, οὗτος φέρει καρπὸν πολύν· ὅτι χωρὶς ; ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν.
يوحنا 15: 8
Jhn.15.8
بِهذَا يَتَمَجَّدُ أَبِي: أَنْ تَأْتُوا بِثَمَرٍ كَثِيرٍ فَتَكُونُونَ تَلاَمِيذِي.
ἐν ; τούτῳ ἐδοξάσθη ὁ ; πατήρ ; μου, ἵνα φέρητε καρπὸν πολὺν καὶ ; γενήσεσθε ἐμοὶ ; μαθηταί.
يوحنا 15: 16
Jhn.15.16
لَيْسَ أَنْتُمُ اخْتَرْتُمُونِي بَلْ أَنَا اخْتَرْتُكُمْ، وَأَقَمْتُكُمْ لِتَذْهَبُوا وَتَأْتُوا بِثَمَرٍ، وَيَدُومَ ثَمَرُكُمْ، لِكَيْ يُعْطِيَكُمُ الآبُ كُلَّ مَا طَلَبْتُمْ بِاسْمِي.
Οὐχ ὑμεῖς με ; ἐξελέξασθε, ἀλλ᾽ ἐγὼ ἐξελεξάμην ; ὑμᾶς καὶ ; ἔθηκα ; ὑμᾶς ἵνα ; ὑμεῖς ; ὑπάγητε καὶ ; φέρητε, καρπὸν καὶ ; μένῃ· ὁ ; καρπὸς ; ὑμῶν ἵνα δῷ ; ὑμῖν.¶ τὸν ; πατέρα ὅ ; τι ; ἂν αἰτήσητε ἐν ; τῷ ; ὀνόματί ; μου,
يوحنا 18: 29
Jhn.18.29
فَخَرَجَ بِيلاَطُسُ إِلَيْهِمْ وَقَالَ: أَيَّةَ شِكَايَةٍ تُقَدِّمُونَ عَلَى هذَا الإِنْسَانِ.
ἐξῆλθεν ; οὖν ὁ ; Πιλᾶτος πρὸς ; αὐτοὺς καὶ ; εἶπεν τίνα κατηγορίαν φέρετε κατὰ τούτου;¶ τοῦ ; ἀνθρώπου
يوحنا 19: 39
Jhn.19.39
وَجَاءَ أَيْضًا نِيقُودِيمُوسُ، الَّذِي أَتَى أَوَّلاً إِلَى يَسُوعَ لَيْلاً، وَهُوَ حَامِلٌ مَزِيجَ مُرّ وَعُودٍ نَحْوَ مِئَةِ مَنًا.
ἦλθεν ; δὲ καὶ Νικόδημος ὁ ἐλθὼν τὸ ; πρῶτον πρὸς τὸν ; Ἰησοῦν νυκτὸς φέρων μίγμα σμύρνης καὶ ; ἀλόης ὡσεὶ ἑκατόν.¶ λίτρας
يوحنا 20: 27
Jhn.20.27
ثُمَّ قَالَ لِتُومَا: هَاتِ إِصْبِعَكَ إِلَى هُنَا وَأَبْصِرْ يَدَيَّ، وَهَاتِ يَدَكَ وَضَعْهَا فِي جَنْبِي، وَلاَ تَكُنْ غَيْرَ مُؤْمِنٍ بَلْ مُؤْمِنًا.
εἶτα λέγει τῷ ; Θωμᾷ· φέρε τὸν ; δάκτυλόν ; σου ὧδε καὶ ; ἴδε τὰς ; χεῖράς ; μου, καὶ ; φέρε τὴν ; χεῖρά ; σου καὶ ; βάλε εἰς τὴν ; πλευράν ; μου, καὶ ; μὴ γίνου ἄπιστος ἀλλὰ πιστός.¶
يوحنا 20: 27
Jhn.20.27
ثُمَّ قَالَ لِتُومَا: هَاتِ إِصْبِعَكَ إِلَى هُنَا وَأَبْصِرْ يَدَيَّ، وَهَاتِ يَدَكَ وَضَعْهَا فِي جَنْبِي، وَلاَ تَكُنْ غَيْرَ مُؤْمِنٍ بَلْ مُؤْمِنًا.
εἶτα λέγει τῷ ; Θωμᾷ· φέρε τὸν ; δάκτυλόν ; σου ὧδε καὶ ; ἴδε τὰς ; χεῖράς ; μου, καὶ ; φέρε τὴν ; χεῖρά ; σου καὶ ; βάλε εἰς τὴν ; πλευράν ; μου, καὶ ; μὴ γίνου ἄπιστος ἀλλὰ πιστός.¶