ك
إصحاح
G4716
G4717. stauróō
G4718
المعنى المختصر للكلمة
stauróō: to impale on the cross
اللفظ الأصلي σταυρόω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق stauróō (stow-ro-o)
تكرار الورود في الكتاب 34 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل
1 to impale on the cross
2 figuratively, to extinguish (subdue) passion or selfishness
الإنجليزية — KJV Translation Tags
crucify

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἐσταυρώθη (4×) ἵνα ; σταυρωθῇ.¶ (2×) ἐσταύρωσαν (2×) ἵνα ; σταυρωθῇ. (1×) ἐσταύρωται (1×) ἐσταύρωσαν, (1×) ἐσταυρώσατε.¶ (1×) ἐσταυρώσατε, (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (34 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
متى 20: 19 Mat.20.19
وَيُسَلِّمُونَهُ إِلَى الأُمَمِ لِكَيْ يَهْزَأُوا بِهِ وَيَجْلِدُوهُ وَيَصْلِبُوهُ، وَفِي الْيَوْمِ الثَّالِثِ يَقُومُ.
καὶ ; παραδώσουσιν ; αὐτὸν τοῖς ; ἔθνεσιν εἰς τὸ ; ἐμπαῖξαι μαστιγῶσαι ; καὶ καὶ ; σταυρῶσαι· καὶ ; τῇ ; ἡμέρᾳ τρίτῃ ἀναστήσεται
متى 23: 34 Mat.23.34
لِذلِكَ هَا أَنَا أُرْسِلُ إِلَيْكُمْ أَنْبِيَاءَ وَحُكَمَاءَ وَكَتَبَةً، فَمِنْهُمْ تَقْتُلُونَ وَتَصْلِبُونَ، وَمِنْهُمْ تَجْلِدُونَ فِي مَجَامِعِكُمْ، وَتَطْرُدُونَ مِنْ مَدِينَةٍ إِلَى مَدِينَةٍ،
διὰ ; τοῦτο ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω πρὸς ; ὑμᾶς προφήτας καὶ ; σοφοὺς γραμματεῖς· ; καὶ καὶ ; ἐξ ; αὐτῶν ἀποκτενεῖτε καὶ ; σταυρώσετε καὶ ; ἐξ ; αὐτῶν μαστιγώσετε ἐν ταῖς ; συναγωγαῖς ; ὑμῶν διώξετε ; καὶ ἀπὸ πόλεως εἰς πόλιν·
تَعْلَمُونَ أَنَّهُ بَعْدَ يَوْمَيْنِ يَكُونُ الْفِصْحُ، وَابْنُ الإِنْسَانِ يُسَلَّمُ لِيُصْلَبَ.
οἴδατε ὅτι μετὰ δύο ; ἡμέρας γίνεται, τὸ ; πάσχα καὶ ; ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου παραδίδοται εἰς ; τὸ ; σταυρωθῆναι.¶
متى 27: 22 Mat.27.22
قَالَ لَهُمْ بِيلاَطُسُ: فَمَاذَا أَفْعَلُ بِيَسُوعَ الَّذِي يُدْعَى الْمَسِيحَ. قَالَ لَهُ الْجَمِيعُ: لِيُصْلَبْ.
λέγει αὐτοῖς ὁ ; Πιλᾶτος· τί ; οὖν ποιήσω Ἰησοῦν τὸν λεγόμενον χριστόν; λέγουσιν αὐτῷ πάντες· σταυρωθήτω.
متى 27: 23 Mat.27.23
فَقَالَ الْوَالِي: وَأَيَّ شَرّ عَمِلَ. فَكَانُوا يَزْدَادُونَ صُرَاخًا قَائِلِينَ: لِيُصْلَبْ.
ἔφη· ; δὲ ὁ ; ἡγεμὼν τί ; γὰρ κακὸν ἐποίησεν; δὲ περισσῶς ἔκραζον λέγοντες· σταυρωθήτω.¶
متى 27: 26 Mat.27.26
حِينَئِذٍ أَطْلَقَ لَهُمْ بَارَابَاسَ، وَأَمَّا يَسُوعُ فَجَلَدَهُ وَأَسْلَمَهُ لِيُصْلَبَ.
τότε ἀπέλυσεν αὐτοῖς τὸν ; Βαραββᾶν· δὲ τὸν ; Ἰησοῦν φραγελλώσας παρέδωκεν ἵνα ; σταυρωθῇ.¶
متى 27: 31 Mat.27.31
وَبَعْدَ مَا اسْتَهْزَأُوا بِهِ، نَزَعُوا عَنْهُ الرِّدَاءَ وَأَلْبَسُوهُ ثِيَابَهُ، وَمَضَوْا بِهِ لِلصَّلْبِ.
καὶ ; ὅτε ἐνέπαιξαν αὐτῷ, ἐξέδυσαν αὐτὸν τὴν ; χλαμύδα καὶ ; ἐνέδυσαν ; αὐτὸν τὰ ; ἱμάτια ; αὐτοῦ καὶ ; ἀπήγαγον αὐτὸν εἰς ; τὸ ; σταυρῶσαι.¶
متى 27: 38 Mat.27.38
حِينَئِذٍ صُلِبَ مَعَهُ لِصَّانِ، وَاحِدٌ عَنِ الْيَمِينِ وَوَاحِدٌ عَنِ الْيَسَارِ.
Τότε σταυροῦνται σὺν ; αὐτῷ δύο ; λῃσταί, εἷς ἐκ δεξιῶν καὶ ; εἷς ἐξ εὐωνύμων.
فَأَجَابَ الْمَلاَكُ وَقَالَ لِلْمَرْأَتَيْنِ: لاَ تَخَافَا أَنْتُمَا، فَإِنِّي أَعْلَمُ أَنَّكُمَا تَطْلُبَانِ يَسُوعَ الْمَصْلُوبَ.
Ἀποκριθεὶς ; δὲ ὁ ; ἄγγελος εἶπεν ταῖς ; γυναιξίν· μὴ φοβεῖσθε ὑμεῖς· γὰρ οἶδα ὅτι ζητεῖτε. Ἰησοῦν τὸν ; ἐσταυρωμένον
فَبِيلاَطُسُ إِذْ كَانَ يُرِيدُ أَنْ يَعْمَلَ لِلْجَمْعِ مَا يُرْضِيهِمْ، أَطْلَقَ لَهُمْ بَارَابَاسَ، وَأَسْلَمَ يَسُوعَ، بَعْدَمَا جَلَدَهُ، لِيُصْلَبَ.
ὁ ; δὲ ; Πιλᾶτος βουλόμενος ποιῆσαι τῷ ; ὄχλῳ τὸ ἱκανὸν ἀπέλυσεν αὐτοῖς τὸν ; Βαραββᾶν καὶ ; παρέδωκεν τὸν ; Ἰησοῦν φραγελλώσας ἵνα ; σταυρωθῇ.¶
وَصَلَبُوا مَعَهُ لِصَّيْنِ، وَاحِدًا عَنْ يَمِينِهِ وَآخَرَ عَنْ يَسَارِهِ.
καὶ ; σταυροῦσιν σὺν ; αὐτῷ δύο ; λῃστάς, ἕνα ἐκ δεξιῶν καὶ ; ἕνα ἐξ εὐωνύμων ; αὐτοῦ.
فَقَالَ لَهُنَّ: لاَ تَنْدَهِشْنَ. أَنْتُنَّ تَطْلُبْنَ يَسُوعَ النَّاصِرِيَّ الْمَصْلُوبَ. قَدْ قَامَ. لَيْسَ هُوَ ههُنَا. هُوَذَا الْمَوْضِعُ الَّذِي وَضَعُوهُ فِيهِ.
ὁ ; δὲ ; λέγει αὐταῖς· μὴ ἐκθαμβεῖσθε. ζητεῖτε Ἰησοῦν τὸν ; Ναζαρηνὸν τὸν ; ἐσταυρωμένον· ἠγέρθη, οὐκ ἔστιν ὧδε· ἴδε ὁ ; τόπος ὅπου ἔθηκαν ; αὐτόν.
فَصَرَخُوا قَائِلِينَ: اصْلِبْهُ. اصْلِبْهُ.
οἱ ; δὲ ; ἐπεφώνουν λέγοντες· Σταύρωσον σταύρωσον; αὐτόν.¶
فَكَانُوا يَلِجُّونَ بِأَصْوَاتٍ عَظِيمَةٍ طَالِبِينَ أَنْ يُصْلَبَ. فَقَوِيَتْ أَصْوَاتُهُمْ وَأَصْوَاتُ رُؤَسَاءِ الْكَهَنَةِ.
δὲ οἱ ; ἐπέκειντο φωναῖς μεγάλαις αἰτούμενοι αὐτὸν ; σταυρωθῆναι, καὶ ; κατίσχυον αἱ ; φωναὶ ; αὐτῶν καὶ ; τῶν ἀρχιερέων.
قَائِلاً: إِنَّهُ يَنْبَغِي أَنْ يُسَلَّمَ ابْنُ الإِنْسَانِ فِي أَيْدِي أُنَاسٍ خُطَاةٍ، وَيُصْلَبَ، وَفِي الْيَوْمِ الثَّالِثِ يَقُومُ.
λέγων ὅτι δεῖ παραδοθῆναι τὸν ; υἱὸν τοῦ ; ἀνθρώπου εἰς χεῖρας ἀνθρώπων ἁμαρτωλῶν καὶ ; σταυρωθῆναι καὶ ; τῇ ἡμέρᾳ τρίτῃ ἀναστῆναι.
فَلَمَّا رَآهُ رُؤَسَاءُ الْكَهَنَةِ وَالْخُدَّامُ صَرَخُوا قَائِلِينَ: اصْلِبْهُ. اصْلِبْهُ.. قَالَ لَهُمْ بِيلاَطُسُ: خُذُوهُ أَنْتُمْ وَاصْلِبُوهُ، لأَنِّي لَسْتُ أَجِدُ فِيهِ عِلَّةً.
ὅτε ; οὖν εἶδον ; αὐτὸν οἱ ; ἀρχιερεῖς καὶ ; οἱ ; ὑπηρέται, ἐκραύγασαν λέγοντες· σταύρωσον σταύρωσον ; αὐτόν.¶ Λέγει αὐτοῖς ὁ ; Πιλᾶτος· λάβετε ; αὐτὸν ὑμεῖς καὶ ; σταυρώσατε· ἐγὼ ; γὰρ οὐχ εὑρίσκω ἐν ; αὐτῷ αἰτίαν.
فَلَمَّا رَآهُ رُؤَسَاءُ الْكَهَنَةِ وَالْخُدَّامُ صَرَخُوا قَائِلِينَ: اصْلِبْهُ. اصْلِبْهُ.. قَالَ لَهُمْ بِيلاَطُسُ: خُذُوهُ أَنْتُمْ وَاصْلِبُوهُ، لأَنِّي لَسْتُ أَجِدُ فِيهِ عِلَّةً.
ὅτε ; οὖν εἶδον ; αὐτὸν οἱ ; ἀρχιερεῖς καὶ ; οἱ ; ὑπηρέται, ἐκραύγασαν λέγοντες· σταύρωσον σταύρωσον ; αὐτόν.¶ Λέγει αὐτοῖς ὁ ; Πιλᾶτος· λάβετε ; αὐτὸν ὑμεῖς καὶ ; σταυρώσατε· ἐγὼ ; γὰρ οὐχ εὑρίσκω ἐν ; αὐτῷ αἰτίαν.
فَصَرَخُوا: خُذْهُ. خُذْهُ. اصْلِبْهُ. قَالَ لَهُمْ بِيلاَطُسُ: أَأَصْلِبُ مَلِكَكُمْ. أَجَابَ رُؤَسَاءُ الْكَهَنَةِ: لَيْسَ لَنَا مَلِكٌ إِلاَّ قَيْصَرَ..
δὲ ; ἐκραύγασαν ἆρον ἆρον, σταύρωσον ; αὐτόν. λέγει αὐτοῖς ὁ ; Πιλᾶτος· σταυρώσω;¶ τὸν ; βασιλέα ; ὑμῶν ἀπεκρίθησαν οἱ ; ἀρχιερεῖς· οὐκ ἔχομεν βασιλέα εἰ ; μὴ Καίσαρα.¶
فَحِينَئِذٍ أَسْلَمَهُ إِلَيْهِمْ لِيُصْلَبَ. فَأَخَذُوا يَسُوعَ وَمَضَوْا بِهِ.
Τότε ; οὖν παρέδωκεν ; αὐτὸν αὐτοῖς ἵνα ; σταυρωθῇ. παρέλαβον ; δὲ τὸν ; Ἰησοῦν καὶ ; ἀπήγαγον·
حَيْثُ صَلَبُوهُ، وَصَلَبُوا اثْنَيْنِ آخَرَيْنِ مَعَهُ مِنْ هُنَا وَمِنْ هُنَا، وَيَسُوعُ فِي الْوَسْطِ.
ὅπου αὐτὸν ; ἐσταύρωσαν καὶ δύο ἄλλους μετ᾽ ; αὐτοῦ ἐντεῦθεν καὶ ; ἐντεῦθεν, δὲ ; τὸν ; Ἰησοῦν.¶ μέσον
فَقَرَأَ هذَا الْعُنْوَانَ كَثِيرُونَ مِنَ الْيَهُودِ، لأَنَّ الْمَكَانَ الَّذِي صُلِبَ فِيهِ يَسُوعُ كَانَ قَرِيبًا مِنَ الْمَدِينَةِ. وَكَانَ مَكْتُوبًا بِالْعِبْرَانِيَّةِ وَالْيُونَانِيَّةِ وَالّلاَتِينِيَّةِ.
οὖν ; ἀνέγνωσαν τοῦτον τὸν ; τίτλον πολλοὶ τῶν Ἰουδαίων, ὅτι ὁ ; τόπος ὅπου ἐσταυρώθη ὁ ; Ἰησοῦς· ἦν ἐγγὺς τῆς ; πόλεως καὶ ; ἦν γεγραμμένον Ἑβραϊστί, Ἑλληνιστί.¶ Ῥωμαϊστί,
ثُمَّ إِنَّ الْعَسْكَرَ لَمَّا كَانُوا قَدْ صَلَبُوا يَسُوعَ، أَخَذُوا ثِيَابَهُ وَجَعَلُوهَا أَرْبَعَةَ أَقْسَامٍ، لِكُلِّ عَسْكَرِيٍّ قِسْمًا. وَأَخَذُوا الْقَمِيصَ وَكَانَ الْقَمِيصُ بِغَيْرِ خِيَاطَةٍ، مَنْسُوجًا كُلُّهُ مِنْ فَوْقُ.
οὖν Οἱ ; στρατιῶται, ὅτε ἐσταύρωσαν τὸν ; Ἰησοῦν, ἔλαβον τὰ ; ἱμάτια ; αὐτοῦ καὶ ; ἐποίησαν τέσσαρα μέρη, ἑκάστῳ στρατιώτῃ μέρος, καὶ τὸν ; χιτῶνα. δὲ ; ἦν ὁ ; χιτὼν ἄραφος, ὑφαντὸς δι᾽ ; ὅλου. ἐκ τῶν ; ἄνωθεν
وَكَانَ فِي الْمَوْضِعِ الَّذِي صُلِبَ فِيهِ بُسْتَانٌ، وَفِي الْبُسْتَانِ قَبْرٌ جَدِيدٌ لَمْ يُوضَعْ فِيهِ أَحَدٌ
Ἦν ; δὲ ἐν τῷ ; τόπῳ ὅπου ἐσταυρώθη κῆπος καὶ ; ἐν τῷ ; κήπῳ μνημεῖον καινὸν οὐδέπω ἐτέθη ἐν ; ᾧ οὐδεὶς
فَلْيَعْلَمْ يَقِينًا جَمِيعُ بَيْتِ إِسْرَائِيلَ أَنَّ اللهَ جَعَلَ يَسُوعَ هذَا، الَّذِي صَلَبْتُمُوهُ أَنْتُمْ، رَبًّا وَمَسِيحًا.
οὖν ; γινωσκέτω ἀσφαλῶς πᾶς οἶκος Ἰσραὴλ ὅτι ὁ ; θεός, ἐποίησεν τὸν ; Ἰησοῦν τοῦτον ὃν ἐσταυρώσατε.¶ ὑμεῖς καὶ ; κύριον καὶ ; χριστὸν
فَلْيَكُنْ مَعْلُومًا عِنْدَ جَمِيعِكُمْ وَجَمِيعِ شَعْبِ إِسْرَائِيلَ، أَنَّهُ بِاسْمِ يَسُوعَ الْمَسِيحِ النَّاصِرِيِّ، الَّذِي صَلَبْتُمُوهُ أَنْتُمُ، الَّذِي أَقَامَهُ اللهُ مِنَ الأَمْوَاتِ، بِذَاكَ وَقَفَ هذَا أَمَامَكُمْ صَحِيحًا.
ἔστω γνωστὸν πᾶσιν ; ὑμῖν καὶ ; παντὶ τῷ ; λαῷ Ἰσραὴλ ὅτι ἐν ; τῷ ; ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ ; Ναζωραίου ὃν ἐσταυρώσατε, ὑμεῖς ὃν ἤγειρεν ὁ ; θεὸς ἐκ νεκρῶν, ἐν ; τούτῳ παρέστηκεν οὗτος ἐνώπιον ; ὑμῶν ὑγιής.
هَلِ انْقَسَمَ الْمَسِيحُ. أَلَعَلَّ بُولُسَ صُلِبَ لأَجْلِكُمْ، أَمْ بِاسْمِ بُولُسَ اعْتَمَدْتُمْ.
μεμέρισται ὁ ; Χριστός; μὴ Παῦλος ἐσταυρώθη ὑπὲρ ; ὑμῶν, ἢ εἰς ; τὸ ; ὄνομα Παύλου ἐβαπτίσθητε;
وَلكِنَّنَا نَحْنُ نَكْرِزُ بِالْمَسِيحِ مَصْلُوبًا: لِلْيَهُودِ عَثْرَةً، وَلِلْيُونَانِيِّينَ جَهَالَةً.
δὲ ἡμεῖς κηρύσσομεν Χριστὸν ἐσταυρωμένον, Ἰουδαίοις σκάνδαλον Ἕλλησιν δὲ ; μωρίαν
لأَنِّي لَمْ أَعْزِمْ أَنْ أَعْرِفَ شَيْئًا بَيْنَكُمْ إلاَّ يَسُوعَ الْمَسِيحَ وَإِيَّاهُ مَصْلُوبًا.
γὰρ οὐ ἔκρινά εἰδέναι τοῦ ; τι ἐν ; ὑμῖν εἰ ; μὴ Ἰησοῦν Χριστὸν καὶ ; τοῦτον ἐσταυρωμένον.
الَّتِي لَمْ يَعْلَمْهَا أَحَدٌ مِنْ عُظَمَاءِ هذَا الدَّهْرِ، لأَنْ لَوْ عَرَفُوا لَمَا صَلَبُوا رَبَّ الْمَجْدِ.
ἣν οὐδεὶς ; ἔγνωκεν· τῶν ἀρχόντων τούτου τοῦ ; αἰῶνος γὰρ εἰ ἔγνωσαν, οὐκ ; ἂν ἐσταύρωσαν, τὸν ; κύριον τῆς ; δόξης
لأَنَّهُ وَإِنْ كَانَ قَدْ صُلِبَ مِنْ ضَعْفٍ، لكِنَّهُ حَيٌّ بِقُوَّةِ اللهِ. فَنَحْنُ أَيْضًا ضُعَفَاءُ فِيهِ، لكِنَّنَا سَنَحْيَا مَعَهُ بِقُوَّةِ اللهِ مِنْ جِهَتِكُمْ.
καὶ ; γὰρ εἰ ἐσταυρώθη ἐξ ἀσθενείας ἀλλὰ ζῇ ἐκ ; δυνάμεως θεοῦ· γὰρ ; ἡμεῖς καὶ ἀσθενοῦμεν ἐν ; αὐτῷ ἀλλὰ ζησόμεθα σὺν ; αὐτῷ ἐκ ; δυνάμεως θεοῦ εἰς ὑμᾶς.¶