ك
إصحاح
G4715
G4716. staurós
G4717
المعنى المختصر للكلمة
staurós: a stake or post (as set upright), i.e. (specially), a pole or cross (as an instrument of capital punishment)
اللفظ الأصلي σταυρός
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق staurós (stow-ros)
تكرار الورود في الكتاب 19 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل
1 a stake or post (as set upright), i.e. (specially), a pole or cross (as an instrument of capital punishment)
2 figuratively, exposure to death, i.e. self-denial
3 by implication, the atonement of Christ
الإنجليزية — KJV Translation Tags
cross

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

τοῦ ; σταυροῦ. (3×) τοῦ ; σταυροῦ (3×) ὁ ; τοῦ ; σταυροῦ (1×) ὁ ; σταυρὸς (1×) ἐν ; τῷ ; σταυρῷ (1×) τῷ ; σταυρῷ· (1×) τῷ ; σταυρῷ (1×) τὸν ; σταυρόν. (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (19 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
متى 27: 42 Mat.27.42
خَلَّصَ آخَرِينَ وَأَمَّا نَفْسُهُ فَمَا يَقْدِرُ أَنْ يُخَلِّصَهَا. إِنْ كَانَ هُوَ مَلِكَ إِسْرَائِيلَ فَلْيَنْزِلِ الآنَ عَنِ الصَّلِيب فَنُؤْمِنَ بِهِ.
ἔσωσεν, ἄλλους ἑαυτὸν οὐ δύναται σῶσαι. εἰ ἐστιν, βασιλεὺς Ἰσραήλ καταβάτω νῦν ἀπὸ τοῦ ; σταυροῦ, καὶ ; πιστεύσομεν ἐπ᾽ ; αὐτῷ
فَنَظَرَ إِلَيْهِ يَسُوعُ وَأَحَبَّهُ، وَقَالَ لَهُ: يُعْوِزُكَ شَيْءٌ وَاحِدٌ: اِذْهَبْ بِعْ كُلَّ مَا لَكَ وَأَعْطِ الْفُقَرَاءَ، فَيَكُونَ لَكَ كَنْزٌ فِي السَّمَاءِ، وَتَعَالَ اتْبَعْنِي حَامِلاً الصَّلِيبَ.
δὲ ; ἐμβλέψας αὐτῷ Ὁ ; Ἰησοῦς ἠγάπησεν ; αὐτὸν καὶ ; εἶπεν αὐτῷ· σοί; ὑστερεῖ· ἕν ὕπαγε, πώλησον ὅσα ἔχεις καὶ ; δὸς τοῖς ; πτωχοῖς καὶ ; ἕξεις θησαυρὸν ἐν οὐρανῷ. καὶ ; δεῦρο, ἀκολούθει ; μοι ἄρας τὸν ; σταυρόν.
خَلِّصْ نَفْسَكَ وَانْزِلْ عَنِ الصَّلِيبِ.
σῶσον σεαυτὸν καὶ ; κατάβα ἀπὸ τοῦ ; σταυροῦ.
لِيَنْزِلِ الآنَ الْمَسِيحُ مَلِكُ إِسْرَائِيلَ عَنِ الصَّلِيبِ، لِنَرَى وَنُؤْمِنَ.. وَاللَّذَانِ صُلِبَا مَعَهُ كَانَا يُعَيِّرَانِهِ.
καταβάτω νῦν ὁ ; χριστός, ὁ ; βασιλεὺς τοῦ ; Ἰσραήλ, ἀπὸ τοῦ ; σταυροῦ ἵνα ; ἴδωμεν καὶ ; πιστεύσωμεν καὶ ; οἱ συνεσταυρωμένοι σὺν ; αὐτῷ ὠνείδιζον ; αὐτόν.¶
وَلَمَّا مَضَوْا بِهِ أَمْسَكُوا سِمْعَانَ، رَجُلاً قَيْرَوَانِيًّا كَانَ آتِيًا مِنَ الْحَقْلِ، وَوَضَعُوا عَلَيْهِ الصَّلِيبَ لِيَحْمِلَهُ خَلْفَ يَسُوعَ.
Καὶ ; ὡς ἀπήγαγον αὐτόν, ἐπιλαβόμενοι Σίμωνός τινος Κυρηναίου τοῦ ἐρχομένου ἀπ᾽ ἀγροῦ ἐπέθηκαν αὐτῷ τὸν ; σταυρὸν φέρειν ὄπισθεν τοῦ ; Ἰησοῦ.¶
فَخَرَجَ وَهُوَ حَامِلٌ صَلِيبَهُ إِلَى الْمَوْضِعِ الَّذِي يُقَالُ لَهُ مَوْضِعُ الْجُمْجُمَةِ وَيُقَالُ لَهُ بِالْعِبْرَانِيَّةِ جُلْجُثَةُ،
καὶ ; ἐξῆλθεν βαστάζων αὐτοῦ; τὸν ; σταυρὸν εἰς τὸν ; τόπον, λεγόμενον τόπον, κρανίου ὅς; λέγεται Ἑβραϊστὶ Γολγοθα,
وَكَتَبَ بِيلاَطُسُ عُنْوَانًا وَوَضَعَهُ عَلَى الصَّلِيبِ. وَكَانَ مَكْتُوبًا: يَسُوعُ النَّاصِرِيُّ مَلِكُ الْيَهُودِ.
Ἔγραψεν ; καὶ ὁ ; Πιλᾶτος τίτλον καὶ ; ἔθηκεν ἐπὶ τοῦ ; σταυροῦ. ἦν ; δὲ γεγραμμένον· Ἰησοῦς ὁ ; Ναζωραῖος ὁ ; βασιλεὺς τῶν ; Ἰουδαίων.
وَكَانَتْ وَاقِفَاتٍ عِنْدَ صَلِيبِ يَسُوعَ، أُمُّهُ، وَأُخْتُ أُمِّهِ مَرْيَمُ زَوْجَةُ كِلُوبَا، وَمَرْيَمُ الْمَجْدَلِيَّةُ.
Εἱστήκεισαν ; δὲ παρὰ τῷ ; σταυρῷ τοῦ ; Ἰησοῦ ἡ ; μήτηρ ; αὐτοῦ καὶ ; ἡ ; ἀδελφὴ τῆς ; μητρὸς ; αὐτοῦ, Μαρία ἡ τοῦ ; Κλωπᾶ καὶ ; Μαρία ἡ ; Μαγδαληνή.¶
ثُمَّ إِذْ كَانَ اسْتِعْدَادٌ، فَلِكَيْ لاَ تَبْقَى الأَجْسَادُ عَلَى الصَّلِيبِ فِي السَّبْتِ، لأَنَّ يَوْمَ ذلِكَ السَّبْتِ كَانَ عَظِيمًا، سَأَلَ الْيَهُودُ بِيلاَطُسَ أَنْ تُكْسَرَ سِيقَانُهُمْ وَيُرْفَعُوا.
οὖν ἐπεὶ ἦν, παρασκευὴ ἵνα μὴ μείνῃ τὰ ; σώματα ἐπὶ τοῦ ; σταυροῦ ἐν τῷ ; σαββάτῳ, γὰρ ἡ ; ἡμέρα ἐκείνου τοῦ ; σαββάτου, ἦν μεγάλη ἠρώτησαν Οἱ ; Ἰουδαῖοι, τὸν ; Πιλᾶτον ἵνα κατεαγῶσιν αὐτῶν ; τὰ ; σκέλη καὶ ; ἀρθῶσιν.
لأَنَّ الْمَسِيحَ لَمْ يُرْسِلْنِي لأُعَمِّدَ بَلْ لأُبَشِّرَ، لاَ بِحِكْمَةِ كَلاَمٍ لِئَلاَّ يَتَعَطَّلَ صَلِيبُ الْمَسِيحِ.
γὰρ Χριστὸς οὐ ἀπέστειλέν ; με βαπτίζειν ἀλλ᾽ εὐαγγελίζεσθαι· οὐκ ἐν ; σοφίᾳ λόγου, ἵνα ; μὴ κενωθῇ ὁ ; σταυρὸς τοῦ ; Χριστοῦ.¶
فَإِنَّ كَلِمَةَ الصَّلِيبِ عِنْدَ الْهَالِكِينَ جَهَالَةٌ، وَأَمَّا عِنْدَنَا نَحْنُ الْمُخَلَّصِينَ فَهِيَ قُوَّةُ اللهِ،
γὰρ Ὁ ; λόγος ὁ ; τοῦ ; σταυροῦ τοῖς ἀπολλυμένοις μωρία ; ἐστίν, δὲ ἡμῖν σῳζομένοις ἐστιν. δύναμις θεοῦ
وَأَمَّا أَنَا أَيُّهَا الإِخْوَةُ فَإِنْ كُنْتُ بَعْدُ أَكْرِزُ بِالْخِتَانِ، فَلِمَاذَا أُضْطَهَدُ بَعْدُ. إِذًا عَثْرَةُ الصَّلِيبِ قَدْ بَطَلَتْ.
δέ, Ἐγὼ ἀδελφοί, εἰ ἔτι κηρύσσω, περιτομὴν τί διώκομαι; ἔτι ἄρα τὸ ; σκάνδαλον τοῦ ; σταυροῦ. κατήργηται
جَمِيعُ الَّذِينَ يُرِيدُونَ أَنْ يَعْمَلُوا مَنْظَرًا حَسَنًا فِي الْجَسَدِ، هؤُلاَءِ يُلْزِمُونَكُمْ أَنْ تَخْتَتِنُوا، لِئَلاَّ يُضْطَهَدُوا لأَجْلِ صَلِيبِ الْمَسِيحِ فَقَطْ.
ὅσοι θέλουσιν εὐπροσωπῆσαι ἐν σαρκί, οὗτοι ἀναγκάζουσιν ; ὑμᾶς περιτέμνεσθαι, μὴ διώκωνται· τῷ σταυρῷ τοῦ ; Χριστοῦ μόνον ; ἵνα
وَأَمَّا مِنْ جِهَتِي، فَحَاشَا أَنْ أَفْتَخِرَ إِلاَّ بِصَلِيبِ رَبِّنَا يَسُوعَ الْمَسِيحِ، الَّذِي بِهِ قَدْ صُلِبَ الْعَالَمُ لِي وَأَنَا لِلْعَالَمِ.
δὲ ἐμοὶ μὴ ; γένοιτο καυχᾶσθαι εἰ ; μὴ ἐν ; τῷ ; σταυρῷ τοῦ ; κυρίου ; ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, οὗ δι᾽ ἐσταύρωται κόσμος ἐμοὶ κἀγὼ τῷ ; κόσμῳ.
وَيُصَالِحَ الاثْنَيْنِ فِي جَسَدٍ وَاحِدٍ مَعَ اللهِ بِالصَّلِيبِ، قَاتِلاً الْعَدَاوَةَ بِهِ.
καὶ ; ἀποκαταλλάξῃ τοὺς ; ἀμφοτέρους ἐν σώματι ἑνὶ τῷ ; θεῷ διὰ ; τοῦ ; σταυροῦ ἀποκτείνας τὴν ; ἔχθραν ἐν ; αὐτῷ·
وَإِذْ وُجِدَ فِي الْهَيْئَةِ كَإِنْسَانٍ، وَضَعَ نَفْسَهُ وَأَطَاعَ حَتَّى الْمَوْتَ مَوْتَ الصَّلِيبِ.
καὶ εὑρεθεὶς σχήματι ὡς ; ἄνθρωπος ἐταπείνωσεν ἑαυτὸν γενόμενος ; ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ ; σταυροῦ·
لأَنَّ كَثِيرِينَ يَسِيرُونَ مِمَّنْ كُنْتُ أَذْكُرُهُمْ لَكُمْ مِرَارًا، وَالآنَ أَذْكُرُهُمْ أَيْضًا بَاكِيًا، وَهُمْ أَعْدَاءُ صَلِيبِ الْمَسِيحِ،
γὰρ πολλοὶ περιπατοῦσιν οὓς ἔλεγον ὑμῖν, πολλάκις νῦν λέγω, καὶ κλαίων τοὺς ; ἐχθροὺς τοῦ ; σταυροῦ τοῦ ; Χριστοῦ,
إِذْ مَحَا الصَّكَّ الَّذِي عَلَيْنَا فِي الْفَرَائِضِ، الَّذِي كَانَ ضِدًّا لَنَا، وَقَدْ رَفَعَهُ مِنَ الْوَسَطِ مُسَمِّرًا إِيَّاهُ بِالصَّلِيبِ،
ἐξαλείψας χειρόγραφον καθ᾽ ; ἡμῶν τοῖς ; δόγμασιν ὃ ἦν ὑπεναντίον ἡμῖν, καὶ αὐτὸ ; ἦρκεν ἐκ τοῦ ; μέσου προσηλώσας αὐτὸ τῷ ; σταυρῷ·
نَاظِرِينَ إِلَى رَئِيسِ الإِيمَانِ وَمُكَمِّلِهِ يَسُوعَ، الَّذِي مِنْ أَجْلِ السُّرُورِ الْمَوْضُوعِ أَمَامَهُ، احْتَمَلَ الصَّلِيبَ مُسْتَهِينًا بِالْخِزْيِ، فَجَلَسَ فِي يَمِينِ عَرْشِ اللهِ.
ἀφορῶντες εἰς τὸν ; ἀρχηγὸν τῆς ; πίστεως καὶ ; τελειωτὴν Ἰησοῦν, ὃς ἀντὶ τῆς ; χαρᾶς προκειμένης αὐτῷ ὑπέμεινεν σταυρὸν καταφρονήσας, αἰσχύνης εκάθισεν ἐν δεξιᾷ τοῦ ; θρόνου τοῦ ; θεοῦ