المعنى المختصر للكلمة
stauróō:
to impale on the cross
اللفظ الأصلي
σταυρόω
نوع الكلمة
اسم
طريقة النطق
stauróō
(stow-ro-o)
تكرار الورود في الكتاب
34
مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
1
to impale on the cross
2
figuratively, to extinguish
(subdue) passion or selfishness
الإنجليزية — KJV Translation Tags
crucify
أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك
أشكال الكلمة في النص الأصلي:
ἐσταυρώθη (4×)
ἵνα ; σταυρωθῇ.¶ (2×)
ἐσταύρωσαν (2×)
ἵνα ; σταυρωθῇ. (1×)
ἐσταύρωται (1×)
ἐσταύρωσαν, (1×)
ἐσταυρώσατε.¶ (1×)
ἐσταυρώσατε, (1×)
شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (34 آية)
شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
متى 20: 19
Mat.20.19
وَيُسَلِّمُونَهُ إِلَى الأُمَمِ لِكَيْ يَهْزَأُوا بِهِ وَيَجْلِدُوهُ وَيَصْلِبُوهُ، وَفِي الْيَوْمِ الثَّالِثِ يَقُومُ.
καὶ ; παραδώσουσιν ; αὐτὸν τοῖς ; ἔθνεσιν εἰς τὸ ; ἐμπαῖξαι μαστιγῶσαι ; καὶ καὶ ; σταυρῶσαι· καὶ ; τῇ ; ἡμέρᾳ τρίτῃ ἀναστήσεται
متى 23: 34
Mat.23.34
لِذلِكَ هَا أَنَا أُرْسِلُ إِلَيْكُمْ أَنْبِيَاءَ وَحُكَمَاءَ وَكَتَبَةً، فَمِنْهُمْ تَقْتُلُونَ وَتَصْلِبُونَ، وَمِنْهُمْ تَجْلِدُونَ فِي مَجَامِعِكُمْ، وَتَطْرُدُونَ مِنْ مَدِينَةٍ إِلَى مَدِينَةٍ،
διὰ ; τοῦτο ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω πρὸς ; ὑμᾶς προφήτας καὶ ; σοφοὺς γραμματεῖς· ; καὶ καὶ ; ἐξ ; αὐτῶν ἀποκτενεῖτε καὶ ; σταυρώσετε καὶ ; ἐξ ; αὐτῶν μαστιγώσετε ἐν ταῖς ; συναγωγαῖς ; ὑμῶν διώξετε ; καὶ ἀπὸ πόλεως εἰς πόλιν·
متى 26: 2
Mat.26.2
تَعْلَمُونَ أَنَّهُ بَعْدَ يَوْمَيْنِ يَكُونُ الْفِصْحُ، وَابْنُ الإِنْسَانِ يُسَلَّمُ لِيُصْلَبَ.
οἴδατε ὅτι μετὰ δύο ; ἡμέρας γίνεται, τὸ ; πάσχα καὶ ; ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου παραδίδοται εἰς ; τὸ ; σταυρωθῆναι.¶
متى 27: 22
Mat.27.22
قَالَ لَهُمْ بِيلاَطُسُ: فَمَاذَا أَفْعَلُ بِيَسُوعَ الَّذِي يُدْعَى الْمَسِيحَ. قَالَ لَهُ الْجَمِيعُ: لِيُصْلَبْ.
λέγει αὐτοῖς ὁ ; Πιλᾶτος· τί ; οὖν ποιήσω Ἰησοῦν τὸν λεγόμενον χριστόν; λέγουσιν αὐτῷ πάντες· σταυρωθήτω.
متى 27: 23
Mat.27.23
فَقَالَ الْوَالِي: وَأَيَّ شَرّ عَمِلَ. فَكَانُوا يَزْدَادُونَ صُرَاخًا قَائِلِينَ: لِيُصْلَبْ.
ἔφη· ; δὲ ὁ ; ἡγεμὼν τί ; γὰρ κακὸν ἐποίησεν; δὲ περισσῶς ἔκραζον λέγοντες· σταυρωθήτω.¶
متى 27: 26
Mat.27.26
حِينَئِذٍ أَطْلَقَ لَهُمْ بَارَابَاسَ، وَأَمَّا يَسُوعُ فَجَلَدَهُ وَأَسْلَمَهُ لِيُصْلَبَ.
τότε ἀπέλυσεν αὐτοῖς τὸν ; Βαραββᾶν· δὲ τὸν ; Ἰησοῦν φραγελλώσας παρέδωκεν ἵνα ; σταυρωθῇ.¶
متى 27: 31
Mat.27.31
وَبَعْدَ مَا اسْتَهْزَأُوا بِهِ، نَزَعُوا عَنْهُ الرِّدَاءَ وَأَلْبَسُوهُ ثِيَابَهُ، وَمَضَوْا بِهِ لِلصَّلْبِ.
καὶ ; ὅτε ἐνέπαιξαν αὐτῷ, ἐξέδυσαν αὐτὸν τὴν ; χλαμύδα καὶ ; ἐνέδυσαν ; αὐτὸν τὰ ; ἱμάτια ; αὐτοῦ καὶ ; ἀπήγαγον αὐτὸν εἰς ; τὸ ; σταυρῶσαι.¶
متى 27: 38
Mat.27.38
حِينَئِذٍ صُلِبَ مَعَهُ لِصَّانِ، وَاحِدٌ عَنِ الْيَمِينِ وَوَاحِدٌ عَنِ الْيَسَارِ.
Τότε σταυροῦνται σὺν ; αὐτῷ δύο ; λῃσταί, εἷς ἐκ δεξιῶν καὶ ; εἷς ἐξ εὐωνύμων.
متى 28: 5
Mat.28.5
فَأَجَابَ الْمَلاَكُ وَقَالَ لِلْمَرْأَتَيْنِ: لاَ تَخَافَا أَنْتُمَا، فَإِنِّي أَعْلَمُ أَنَّكُمَا تَطْلُبَانِ يَسُوعَ الْمَصْلُوبَ.
Ἀποκριθεὶς ; δὲ ὁ ; ἄγγελος εἶπεν ταῖς ; γυναιξίν· μὴ φοβεῖσθε ὑμεῖς· γὰρ οἶδα ὅτι ζητεῖτε. Ἰησοῦν τὸν ; ἐσταυρωμένον
مرقس 15: 15
Mrk.15.15
فَبِيلاَطُسُ إِذْ كَانَ يُرِيدُ أَنْ يَعْمَلَ لِلْجَمْعِ مَا يُرْضِيهِمْ، أَطْلَقَ لَهُمْ بَارَابَاسَ، وَأَسْلَمَ يَسُوعَ، بَعْدَمَا جَلَدَهُ، لِيُصْلَبَ.
ὁ ; δὲ ; Πιλᾶτος βουλόμενος ποιῆσαι τῷ ; ὄχλῳ τὸ ἱκανὸν ἀπέλυσεν αὐτοῖς τὸν ; Βαραββᾶν καὶ ; παρέδωκεν τὸν ; Ἰησοῦν φραγελλώσας ἵνα ; σταυρωθῇ.¶
مرقس 15: 27
Mrk.15.27
وَصَلَبُوا مَعَهُ لِصَّيْنِ، وَاحِدًا عَنْ يَمِينِهِ وَآخَرَ عَنْ يَسَارِهِ.
καὶ ; σταυροῦσιν σὺν ; αὐτῷ δύο ; λῃστάς, ἕνα ἐκ δεξιῶν καὶ ; ἕνα ἐξ εὐωνύμων ; αὐτοῦ.
مرقس 16: 6
Mrk.16.6
فَقَالَ لَهُنَّ: لاَ تَنْدَهِشْنَ. أَنْتُنَّ تَطْلُبْنَ يَسُوعَ النَّاصِرِيَّ الْمَصْلُوبَ. قَدْ قَامَ. لَيْسَ هُوَ ههُنَا. هُوَذَا الْمَوْضِعُ الَّذِي وَضَعُوهُ فِيهِ.
ὁ ; δὲ ; λέγει αὐταῖς· μὴ ἐκθαμβεῖσθε. ζητεῖτε Ἰησοῦν τὸν ; Ναζαρηνὸν τὸν ; ἐσταυρωμένον· ἠγέρθη, οὐκ ἔστιν ὧδε· ἴδε ὁ ; τόπος ὅπου ἔθηκαν ; αὐτόν.
لوقا 23: 21
Luk.23.21
فَصَرَخُوا قَائِلِينَ: اصْلِبْهُ. اصْلِبْهُ.
οἱ ; δὲ ; ἐπεφώνουν λέγοντες· Σταύρωσον σταύρωσον; αὐτόν.¶
لوقا 23: 23
Luk.23.23
فَكَانُوا يَلِجُّونَ بِأَصْوَاتٍ عَظِيمَةٍ طَالِبِينَ أَنْ يُصْلَبَ. فَقَوِيَتْ أَصْوَاتُهُمْ وَأَصْوَاتُ رُؤَسَاءِ الْكَهَنَةِ.
δὲ οἱ ; ἐπέκειντο φωναῖς μεγάλαις αἰτούμενοι αὐτὸν ; σταυρωθῆναι, καὶ ; κατίσχυον αἱ ; φωναὶ ; αὐτῶν καὶ ; τῶν ἀρχιερέων.
لوقا 24: 7
Luk.24.7
قَائِلاً: إِنَّهُ يَنْبَغِي أَنْ يُسَلَّمَ ابْنُ الإِنْسَانِ فِي أَيْدِي أُنَاسٍ خُطَاةٍ، وَيُصْلَبَ، وَفِي الْيَوْمِ الثَّالِثِ يَقُومُ.
λέγων ὅτι δεῖ παραδοθῆναι τὸν ; υἱὸν τοῦ ; ἀνθρώπου εἰς χεῖρας ἀνθρώπων ἁμαρτωλῶν καὶ ; σταυρωθῆναι καὶ ; τῇ ἡμέρᾳ τρίτῃ ἀναστῆναι.
يوحنا 19: 6
Jhn.19.6
فَلَمَّا رَآهُ رُؤَسَاءُ الْكَهَنَةِ وَالْخُدَّامُ صَرَخُوا قَائِلِينَ: اصْلِبْهُ. اصْلِبْهُ.. قَالَ لَهُمْ بِيلاَطُسُ: خُذُوهُ أَنْتُمْ وَاصْلِبُوهُ، لأَنِّي لَسْتُ أَجِدُ فِيهِ عِلَّةً.
ὅτε ; οὖν εἶδον ; αὐτὸν οἱ ; ἀρχιερεῖς καὶ ; οἱ ; ὑπηρέται, ἐκραύγασαν λέγοντες· σταύρωσον σταύρωσον ; αὐτόν.¶ Λέγει αὐτοῖς ὁ ; Πιλᾶτος· λάβετε ; αὐτὸν ὑμεῖς καὶ ; σταυρώσατε· ἐγὼ ; γὰρ οὐχ εὑρίσκω ἐν ; αὐτῷ αἰτίαν.
يوحنا 19: 6
Jhn.19.6
فَلَمَّا رَآهُ رُؤَسَاءُ الْكَهَنَةِ وَالْخُدَّامُ صَرَخُوا قَائِلِينَ: اصْلِبْهُ. اصْلِبْهُ.. قَالَ لَهُمْ بِيلاَطُسُ: خُذُوهُ أَنْتُمْ وَاصْلِبُوهُ، لأَنِّي لَسْتُ أَجِدُ فِيهِ عِلَّةً.
ὅτε ; οὖν εἶδον ; αὐτὸν οἱ ; ἀρχιερεῖς καὶ ; οἱ ; ὑπηρέται, ἐκραύγασαν λέγοντες· σταύρωσον σταύρωσον ; αὐτόν.¶ Λέγει αὐτοῖς ὁ ; Πιλᾶτος· λάβετε ; αὐτὸν ὑμεῖς καὶ ; σταυρώσατε· ἐγὼ ; γὰρ οὐχ εὑρίσκω ἐν ; αὐτῷ αἰτίαν.
يوحنا 19: 15
Jhn.19.15
فَصَرَخُوا: خُذْهُ. خُذْهُ. اصْلِبْهُ. قَالَ لَهُمْ بِيلاَطُسُ: أَأَصْلِبُ مَلِكَكُمْ. أَجَابَ رُؤَسَاءُ الْكَهَنَةِ: لَيْسَ لَنَا مَلِكٌ إِلاَّ قَيْصَرَ..
δὲ ; ἐκραύγασαν ἆρον ἆρον, σταύρωσον ; αὐτόν. λέγει αὐτοῖς ὁ ; Πιλᾶτος· σταυρώσω;¶ τὸν ; βασιλέα ; ὑμῶν ἀπεκρίθησαν οἱ ; ἀρχιερεῖς· οὐκ ἔχομεν βασιλέα εἰ ; μὴ Καίσαρα.¶
يوحنا 19: 16
Jhn.19.16
فَحِينَئِذٍ أَسْلَمَهُ إِلَيْهِمْ لِيُصْلَبَ. فَأَخَذُوا يَسُوعَ وَمَضَوْا بِهِ.
Τότε ; οὖν παρέδωκεν ; αὐτὸν αὐτοῖς ἵνα ; σταυρωθῇ. παρέλαβον ; δὲ τὸν ; Ἰησοῦν καὶ ; ἀπήγαγον·
يوحنا 19: 18
Jhn.19.18
حَيْثُ صَلَبُوهُ، وَصَلَبُوا اثْنَيْنِ آخَرَيْنِ مَعَهُ مِنْ هُنَا وَمِنْ هُنَا، وَيَسُوعُ فِي الْوَسْطِ.
ὅπου αὐτὸν ; ἐσταύρωσαν καὶ δύο ἄλλους μετ᾽ ; αὐτοῦ ἐντεῦθεν καὶ ; ἐντεῦθεν, δὲ ; τὸν ; Ἰησοῦν.¶ μέσον
يوحنا 19: 20
Jhn.19.20
فَقَرَأَ هذَا الْعُنْوَانَ كَثِيرُونَ مِنَ الْيَهُودِ، لأَنَّ الْمَكَانَ الَّذِي صُلِبَ فِيهِ يَسُوعُ كَانَ قَرِيبًا مِنَ الْمَدِينَةِ. وَكَانَ مَكْتُوبًا بِالْعِبْرَانِيَّةِ وَالْيُونَانِيَّةِ وَالّلاَتِينِيَّةِ.
οὖν ; ἀνέγνωσαν τοῦτον τὸν ; τίτλον πολλοὶ τῶν Ἰουδαίων, ὅτι ὁ ; τόπος ὅπου ἐσταυρώθη ὁ ; Ἰησοῦς· ἦν ἐγγὺς τῆς ; πόλεως καὶ ; ἦν γεγραμμένον Ἑβραϊστί, Ἑλληνιστί.¶ Ῥωμαϊστί,
يوحنا 19: 23
Jhn.19.23
ثُمَّ إِنَّ الْعَسْكَرَ لَمَّا كَانُوا قَدْ صَلَبُوا يَسُوعَ، أَخَذُوا ثِيَابَهُ وَجَعَلُوهَا أَرْبَعَةَ أَقْسَامٍ، لِكُلِّ عَسْكَرِيٍّ قِسْمًا. وَأَخَذُوا الْقَمِيصَ وَكَانَ الْقَمِيصُ بِغَيْرِ خِيَاطَةٍ، مَنْسُوجًا كُلُّهُ مِنْ فَوْقُ.
οὖν Οἱ ; στρατιῶται, ὅτε ἐσταύρωσαν τὸν ; Ἰησοῦν, ἔλαβον τὰ ; ἱμάτια ; αὐτοῦ καὶ ; ἐποίησαν τέσσαρα μέρη, ἑκάστῳ στρατιώτῃ μέρος, καὶ τὸν ; χιτῶνα. δὲ ; ἦν ὁ ; χιτὼν ἄραφος, ὑφαντὸς δι᾽ ; ὅλου. ἐκ τῶν ; ἄνωθεν
يوحنا 19: 41
Jhn.19.41
وَكَانَ فِي الْمَوْضِعِ الَّذِي صُلِبَ فِيهِ بُسْتَانٌ، وَفِي الْبُسْتَانِ قَبْرٌ جَدِيدٌ لَمْ يُوضَعْ فِيهِ أَحَدٌ
Ἦν ; δὲ ἐν τῷ ; τόπῳ ὅπου ἐσταυρώθη κῆπος καὶ ; ἐν τῷ ; κήπῳ μνημεῖον καινὸν οὐδέπω ἐτέθη ἐν ; ᾧ οὐδεὶς
أعمال الرسل 2: 36
Act.2.36
فَلْيَعْلَمْ يَقِينًا جَمِيعُ بَيْتِ إِسْرَائِيلَ أَنَّ اللهَ جَعَلَ يَسُوعَ هذَا، الَّذِي صَلَبْتُمُوهُ أَنْتُمْ، رَبًّا وَمَسِيحًا.
οὖν ; γινωσκέτω ἀσφαλῶς πᾶς οἶκος Ἰσραὴλ ὅτι ὁ ; θεός, ἐποίησεν τὸν ; Ἰησοῦν τοῦτον ὃν ἐσταυρώσατε.¶ ὑμεῖς καὶ ; κύριον καὶ ; χριστὸν
أعمال الرسل 4: 10
Act.4.10
فَلْيَكُنْ مَعْلُومًا عِنْدَ جَمِيعِكُمْ وَجَمِيعِ شَعْبِ إِسْرَائِيلَ، أَنَّهُ بِاسْمِ يَسُوعَ الْمَسِيحِ النَّاصِرِيِّ، الَّذِي صَلَبْتُمُوهُ أَنْتُمُ، الَّذِي أَقَامَهُ اللهُ مِنَ الأَمْوَاتِ، بِذَاكَ وَقَفَ هذَا أَمَامَكُمْ صَحِيحًا.
ἔστω γνωστὸν πᾶσιν ; ὑμῖν καὶ ; παντὶ τῷ ; λαῷ Ἰσραὴλ ὅτι ἐν ; τῷ ; ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ ; Ναζωραίου ὃν ἐσταυρώσατε, ὑμεῖς ὃν ἤγειρεν ὁ ; θεὸς ἐκ νεκρῶν, ἐν ; τούτῳ παρέστηκεν οὗτος ἐνώπιον ; ὑμῶν ὑγιής.
كورنثوس الأولى 1: 13
1Co.1.13
هَلِ انْقَسَمَ الْمَسِيحُ. أَلَعَلَّ بُولُسَ صُلِبَ لأَجْلِكُمْ، أَمْ بِاسْمِ بُولُسَ اعْتَمَدْتُمْ.
μεμέρισται ὁ ; Χριστός; μὴ Παῦλος ἐσταυρώθη ὑπὲρ ; ὑμῶν, ἢ εἰς ; τὸ ; ὄνομα Παύλου ἐβαπτίσθητε;
كورنثوس الأولى 1: 23
1Co.1.23
وَلكِنَّنَا نَحْنُ نَكْرِزُ بِالْمَسِيحِ مَصْلُوبًا: لِلْيَهُودِ عَثْرَةً، وَلِلْيُونَانِيِّينَ جَهَالَةً.
δὲ ἡμεῖς κηρύσσομεν Χριστὸν ἐσταυρωμένον, Ἰουδαίοις σκάνδαλον Ἕλλησιν δὲ ; μωρίαν
كورنثوس الأولى 2: 2
1Co.2.2
لأَنِّي لَمْ أَعْزِمْ أَنْ أَعْرِفَ شَيْئًا بَيْنَكُمْ إلاَّ يَسُوعَ الْمَسِيحَ وَإِيَّاهُ مَصْلُوبًا.
γὰρ οὐ ἔκρινά εἰδέναι τοῦ ; τι ἐν ; ὑμῖν εἰ ; μὴ Ἰησοῦν Χριστὸν καὶ ; τοῦτον ἐσταυρωμένον.
كورنثوس الأولى 2: 8
1Co.2.8
الَّتِي لَمْ يَعْلَمْهَا أَحَدٌ مِنْ عُظَمَاءِ هذَا الدَّهْرِ، لأَنْ لَوْ عَرَفُوا لَمَا صَلَبُوا رَبَّ الْمَجْدِ.
ἣν οὐδεὶς ; ἔγνωκεν· τῶν ἀρχόντων τούτου τοῦ ; αἰῶνος γὰρ εἰ ἔγνωσαν, οὐκ ; ἂν ἐσταύρωσαν, τὸν ; κύριον τῆς ; δόξης
كورنثوس الثانية 13: 4
2Co.13.4
لأَنَّهُ وَإِنْ كَانَ قَدْ صُلِبَ مِنْ ضَعْفٍ، لكِنَّهُ حَيٌّ بِقُوَّةِ اللهِ. فَنَحْنُ أَيْضًا ضُعَفَاءُ فِيهِ، لكِنَّنَا سَنَحْيَا مَعَهُ بِقُوَّةِ اللهِ مِنْ جِهَتِكُمْ.
καὶ ; γὰρ εἰ ἐσταυρώθη ἐξ ἀσθενείας ἀλλὰ ζῇ ἐκ ; δυνάμεως θεοῦ· γὰρ ; ἡμεῖς καὶ ἀσθενοῦμεν ἐν ; αὐτῷ ἀλλὰ ζησόμεθα σὺν ; αὐτῷ ἐκ ; δυνάμεως θεοῦ εἰς ὑμᾶς.¶