ك
إصحاح
G4560
G4561. sárx
G4562
المعنى المختصر للكلمة
sárx: flesh (as stripped of the skin), i.e. (strictly) the meat of an animal (as food), or (by extension) the body (as opposed to the soul (or spirit), or as the symbol of what is external, or as the means of kindred), or (by implication) human nature (with its frailties (physically or morally) and passions), or (specially), a human being (as such)
اللفظ الأصلي σάρξ
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق sárx (sarx)
تكرار الورود في الكتاب 129 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

flesh (as stripped of the skin), i.e. (strictly) the meat of an animal (as food), or (by extension) the body (as opposed to the soul (or spirit), or as the symbol of what is external, or as the means of kindred), or (by implication) human nature (with its frailties (physically or morally) and passions), or (specially), a human being (as such)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
carnal(-ly, + -ly minded) flesh(-ly)

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

σάρκα (16×) τῆς ; σαρκὸς (14×) σαρκὶ (14×) σὰρξ (12×) σαρκὸς (10×) σαρκί, (9×) τῇ ; σαρκὶ (5×) ἡ ; σὰρξ (4×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (129 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
متى 16: 17 Mat.16.17
فَأجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ لَهُ: طُوبَى لَكَ يَا سِمْعَانُ بْنَ يُونَا، إِنَّ لَحْمًا وَدَمًا لَمْ يُعْلِنْ لَكَ، لكِنَّ أَبِي الَّذِي فِي السَّمَاوَاتِ.
Καὶ ; Ἀποκριθεὶς ὁ ; Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ· μακάριος εἶ, Σίμων Βαριωνᾶ, ὅτι σὰρξ καὶ ; αἷμα οὐκ ἀπεκάλυψέν σοι ἀλλ᾽ ὁ ; πατήρ ; μου ὁ ἐν τοῖς ; οὐρανοῖς.
وَقَالَ: مِنْ أَجْلِ هذَا يَتْرُكُ الرَّجُلُ أَبَاهُ وَأُمَّهُ وَيَلْتَصِقُ بِامْرَأَتِهِ، وَيَكُونُ الاثْنَانِ جَسَدًا وَاحِدًا.
καὶ ; εἶπεν· ἕνεκα τούτου καταλείψει ἄνθρωπος τὸν ; πατέρα καὶ ; τὴν ; μητέρα καὶ ; προσκολληθήσεται τῇ ; γυναικὶ ; αὐτοῦ, καὶ ; ἔσονται οἱ ; δύο σάρκα μίαν
إِذًا لَيْسَا بَعْدُ اثْنَيْنِ بَلْ جَسَدٌ وَاحِدٌ. فَالَّذِي جَمَعَهُ اللهُ لاَ يُفَرِّقُهُ إِنْسَانٌ.
ὥστε οὐκέτι εἰσὶν ; δύο ἀλλὰ σὰρξ μία. ὃ ; οὖν συνέζευξεν, ὁ ; θεὸς μὴ χωριζέτω.¶ ἄνθρωπος
متى 24: 22 Mat.24.22
وَلَوْ لَمْ تُقَصَّرْ تِلْكَ الأَيَّامُ لَمْ يَخْلُصْ جَسَدٌ. وَلكِنْ لأَجْلِ الْمُخْتَارِينَ تُقَصَّرُ تِلْكَ الأَيَّامُ.
καὶ ; εἰ μὴ ἐκολοβώθησαν αἱ ; ἐκεῖναι, ἡμέραι οὐκ ; ἂν ἐσώθη πᾶσα ; σάρξ· δὲ διὰ τοὺς ; ἐκλεκτοὺς κολοβωθήσονται ἐκεῖναι.¶ αἱ ; ἡμέραι
متى 26: 41 Mat.26.41
اِسْهَرُوا وَصَلُّوا لِئَلاَّ تَدْخُلُوا فِي تَجْرِبَةٍ. أَمَّا الرُّوحُ فَنَشِيطٌ وَأَمَّا الْجَسَدُ فَضَعِيفٌ.
γρηγορεῖτε καὶ ; προσεύχεσθε ἵνα ; μὴ εἰσέλθητε εἰς πειρασμόν. μὲν πνεῦμα ; τὸ πρόθυμον δὲ ἡ ; σὰρξ ἀσθενής.¶
وَيَكُونُ الاثْنَانِ جَسَدًا وَاحِدًا. إِذًا لَيْسَا بَعْدُ اثْنَيْنِ بَلْ جَسَدٌ وَاحِدٌ.
καὶ ; ἔσονται οἱ ; δύο εἰς ; σάρκα μίαν ὥστε οὐκέτι εἰσὶν ; δύο ἀλλὰ σάρξ. μία
وَيَكُونُ الاثْنَانِ جَسَدًا وَاحِدًا. إِذًا لَيْسَا بَعْدُ اثْنَيْنِ بَلْ جَسَدٌ وَاحِدٌ.
καὶ ; ἔσονται οἱ ; δύο εἰς ; σάρκα μίαν ὥστε οὐκέτι εἰσὶν ; δύο ἀλλὰ σάρξ. μία
وَلَوْ لَمْ يُقَصِّرِ الرَّبُّ تِلْكَ الأَيَّامَ، لَمْ يَخْلُصْ جَسَدٌ. وَلكِنْ لأَجْلِ الْمُخْتَارِينَ الَّذِينَ اخْتَارَهُمْ، قَصَّرَ الأَيَّامَ.
καὶ ; εἰ μὴ ἐκολόβωσεν κύριος τὰς ; ἡμέρας, οὐκ ἂν ; ἐσώθη πᾶσα ; σάρξ· ἀλλὰ διὰ τοὺς ; ἐκλεκτοὺς οὓς ἐξελέξατο ἐκολόβωσεν ἡμέρας. ; τὰς
اِسْهَرُوا وَصَلُّوا لِئَلاَّ تَدْخُلُوا فِي تَجْرِبَةٍ. أَمَّا الرُّوحُ فَنَشِيطٌ، وَأَمَّا الْجَسَدُ فَضَعِيفٌ.
γρηγορεῖτε καὶ ; προσεύχεσθε ἵνα ; μὴ εἰσέλθητε εἰς πειρασμόν. μὲν τὸ ; πνεῦμα πρόθυμον, δὲ ἡ ; σὰρξ ἀσθενής.
وَيُبْصِرُ كُلُّ بَشَرٍ خَلاَصَ اللهِ.
καὶ ; ὄψεται πᾶσα σὰρξ τὸ ; σωτήριον τοῦ ; θεοῦ.¶
اُنْظُرُوا يَدَيَّ وَرِجْلَيَّ: إِنِّي أَنَا هُوَ. جُسُّونِي وَانْظُرُوا، فَإِنَّ الرُّوحَ لَيْسَ لَهُ لَحْمٌ وَعِظَامٌ كَمَا تَرَوْنَ لِي.
ἴδετε τὰς ; χεῖράς ; μου καὶ ; τοὺς ; πόδας ; μου ὅτι ; αὐτός· ἐγώ εἰμι ψηλαφήσατέ ; με καὶ ; ἴδετε ὅτι πνεῦμα οὐκ ἔχει σάρκα καὶ ; ὀστέα καθὼς θεωρεῖτε ἐμὲ ; ἔχοντα.
اَلَّذِينَ وُلِدُوا لَيْسَ مِنْ دَمٍ، وَلاَ مِنْ مَشِيئَةِ جَسَدٍ، وَلاَ مِنْ مَشِيئَةِ رَجُل، بَلْ مِنَ اللهِ.
οἳ ἐγεννήθησαν. οὐκ ἐξ αἱμάτων οὐδὲ ἐκ θελήματος σαρκὸς οὐδὲ ἐκ θελήματος ἀνδρὸς ἀλλ᾽ ἐκ θεοῦ
وَالْكَلِمَةُ صَارَ جَسَدًا وَحَلَّ بَيْنَنَا، وَرَأَيْنَا مَجْدَهُ، مَجْدًا كَمَا لِوَحِيدٍ مِنَ الآبِ، مَمْلُوءًا نِعْمَةً وَحَقًّا.
καὶ ; ὁ ; λόγος ἐγένετο σὰρξ καὶ ; ἐσκήνωσεν ἐν ; ἡμῖν, καὶ ; ἐθεασάμεθα τὴν ; δόξαν ; αὐτοῦ, δόξαν ὡς μονογενοῦς παρὰ πατρός, πλήρης χάριτος καὶ ; ἀληθείας.¶
اَلْمَوْلُودُ مِنَ الْجَسَدِ جَسَدٌ هُوَ، وَالْمَوْلُودُ مِنَ الرُّوحِ هُوَ رُوحٌ.
Τὸ ; γεγεννημένον ἐκ τῆς ; σαρκὸς σάρξ ἐστιν, καὶ ; τὸ ; γεγεννημένον ἐκ τοῦ ; πνεύματος ἐστιν. πνεῦμά
اَلْمَوْلُودُ مِنَ الْجَسَدِ جَسَدٌ هُوَ، وَالْمَوْلُودُ مِنَ الرُّوحِ هُوَ رُوحٌ.
Τὸ ; γεγεννημένον ἐκ τῆς ; σαρκὸς σάρξ ἐστιν, καὶ ; τὸ ; γεγεννημένον ἐκ τοῦ ; πνεύματος ἐστιν. πνεῦμά
فَقَالَ لَهُمْ يَسُوعُ: الْحَقَّ الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: إِنْ لَمْ تَأْكُلُوا جَسَدَ ابْنِ الإِنْسَانِ وَتَشْرَبُوا دَمَهُ، فَلَيْسَ لَكُمْ حَيَاةٌ فِيكُمْ.
Εἶπεν ; οὖν αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς· ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν· ἐὰν μὴ φάγητε τὴν ; σάρκα τοῦ ; υἱοῦ τοῦ ; ἀνθρώπου καὶ ; πίητε αὐτοῦ ; τὸ ; αἷμα, οὐκ ἔχετε ζωὴν ἐν ; ἑαυτοῖς.
مَنْ يَأْكُلُ جَسَدِي وَيَشْرَبُ دَمِي فَلَهُ حَيَاةٌ أَبَدِيَّةٌ، وَأَنَا أُقِيمُهُ فِي الْيَوْمِ الأَخِيرِ،
ὁ τρώγων μου ; τὴν ; σάρκα καὶ ; πίνων μου ; τὸ ; αἷμα ἔχει ζωὴν αἰώνιον, κἀγὼ ἀναστήσω ; αὐτὸν τῇ ἡμέρᾳ. ἐσχάτῃ
مَنْ يَأْكُلْ جَسَدِي وَيَشْرَبْ دَمِي يَثْبُتْ فِيَّ وَأَنَا فِيهِ.
ὁ τρώγων μου ; τὴν ; σάρκα καὶ ; πίνων μου ; τὸ ; αἷμα μένει ἐν ; ἐμοὶ κἀγὼ ἐν ; αὐτῷ.
اَلرُّوحُ هُوَ الَّذِي يُحْيِي. أَمَّا الْجَسَدُ فَلاَ يُفِيدُ شَيْئًا. اَلْكَلاَمُ الَّذِي أُكَلِّمُكُمْ بِهِ هُوَ رُوحٌ وَحَيَاةٌ،
τὸ ; πνεῦμά ἐστιν τὸ ζῳοποιοῦν, ἡ ; σὰρξ οὐκ ὠφελεῖ οὐδέν· τὰ ; ῥήματα ἃ ἐγὼ ; λαλῶ; ὑμῖν ἐστιν πνεῦμά καὶ ; ζωή ; ἐστιν.
أَنْتُمْ حَسَبَ الْجَسَدِ تَدِينُونَ، أَمَّا أَنَا فَلَسْتُ أَدِينُ أَحَدًا.
ὑμεῖς κατὰ τὴν ; σάρκα κρίνετε, ἐγὼ οὐ κρίνω οὐδένα.
إِذْ أَعْطَيْتَهُ سُلْطَانًا عَلَى كُلِّ جَسَدٍ لِيُعْطِيَ حَيَاةً أَبَدِيَّةً لِكُلِّ مَنْ أَعْطَيْتَهُ.
καθὼς ἔδωκας ; αὐτῷ ἐξουσίαν πάσης σαρκός, ἵνα ; δώσῃ ; αὐτοῖς ζωὴν αἰώνιον. πᾶν ὃ δέδωκας ; αὐτῷ,
يَقُولُ اللهُ: وَيَكُونُ فِي الأَيَّامِ الأَخِيرَةِ أَنِّي أَسْكُبُ مِنْ رُوحِي عَلَى كُلِّ بَشَرٍ، فَيَتَنَبَّأُ بَنُوكُمْ وَبَنَاتُكُمْ، وَيَرَى شَبَابُكُمْ رُؤًى وَيَحْلُمُ شُيُوخُكُمْ أَحْلاَمًا.
λέγει ὁ ; θεός, καὶ ; ἔσται ἐν ταῖς ; ἡμέραις, ἐσχάταις ἐκχεῶ ἀπὸ τοῦ ; πνεύματός ; μου ἐπὶ πᾶσαν σάρκα καὶ ; προφητεύσουσιν οἱ ; υἱοὶ ; ὑμῶν καὶ ; αἱ ; θυγατέρες ; ὑμῶν, καὶ ; ὄψονται οἱ ; νεανίσκοι ; ὑμῶν ὁράσεις καὶ ; ἐνυπνιασθήσονται. οἱ ; πρεσβύτεροι ; ὑμῶν ἐνύπνια
فَإِذْ كَانَ نَبِيًّا، وَعَلِمَ أَنَّ اللهَ حَلَفَ لَهُ بِقَسَمٍ أَنَّهُ مِنْ ثَمَرَةِ صُلْبِهِ يُقِيمُ الْمَسِيحَ حَسَبَ الْجَسَدِ لِيَجْلِسَ عَلَى كُرْسِيِّهِ،
οὖν ὑπάρχων προφήτης καὶ ; εἰδὼς ὅτι ὁ ; θεὸς ὤμοσεν αὐτῷ ὅρκῳ ἐκ καρποῦ τῆς ; ὀσφύος ; αὐτοῦ ἀναστήσειν τὸν ; χριστόν κατὰ τὸ ; σάρκα καθίσαι ἐπὶ τοῦ; θρόνου; αὐτοῦ,
عَنِ ابْنِهِ. الَّذِي صَارَ مِنْ نَسْلِ دَاوُدَ مِنْ جِهَةِ الْجَسَدِ،
περὶ τοῦ ; υἱοῦ ; αὐτοῦ, τοῦ γενομένου ἐκ σπέρματος Δαυὶδ κατὰ σάρκα,
لأَنَّ الْيَهُودِيَّ فِي الظَّاهِرِ لَيْسَ هُوَ يَهُودِيًّا، وَلاَ الَّذِي فِي الظَّاهِرِ فِي اللَّحْمِ خِتَانًا،
γὰρ ὁ ἐν τῷ ; φανερῷ οὐ ἐστιν, Ἰουδαῖός οὐδὲ ἐν τῷ ; φανερῷ ἐν σαρκὶ περιτομή,
لأَنَّهُ بِأَعْمَالِ النَّامُوسِ كُلُّ ذِي جَسَدٍ لاَ يَتَبَرَّرُ أَمَامَهُ. لأَنَّ بِالنَّامُوسِ مَعْرِفَةَ الْخَطِيَّةِ.
διότι ἐξ ; ἔργων νόμου πᾶσα σὰρξ οὐ δικαιωθήσεται ἐνώπιον ; αὐτοῦ· γὰρ διὰ ; νόμου ἐπίγνωσις ἁμαρτίας.
فَمَاذَا نَقُولُ إِنَّ أَبَانَا إِبْرَاهِيمَ قَدْ وَجَدَ حَسَبَ الْجَسَدِ.
Τί ; οὖν ἐροῦμεν τὸν ; πατέρα; ἡμῶν Ἀβραὰμ εὑρηκέναι κατὰ σάρκα;
لأَنَّهُ لَمَّا كُنَّا فِي الْجَسَدِ كَانَتْ أَهْوَاءُ الْخَطَايَا الَّتِي بِالنَّامُوسِ تَعْمَلُ فِي أَعْضَائِنَا، لِكَيْ نُثْمِرَ لِلْمَوْتِ.
γὰρ ὅτε ἦμεν ἐν τῇ ; σαρκί, τὰ ; παθήματα τῶν ; ἁμαρτιῶν τὰ διὰ ; τοῦ ; νόμου ἐνηργεῖτο ἐν τοῖς ; μέλεσιν ; ἡμῶν εἰς καρποφορῆσαι θανάτῳ· ; τῷ
أَشْكُرُ اللهَ بِيَسُوعَ الْمَسِيحِ رَبِّنَا. إِذًا أَنَا نَفْسِي بِذِهْنِي أَخْدِمُ نَامُوسَ اللهِ، وَلكِنْ بِالْجَسَدِ نَامُوسَ الْخَطِيَّةِ.
εὐχαριστῶ τῷ ; θεῷ διὰ ; Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ ; κυρίου ; ἡμῶν. ἄρα ; οὖν ἐγὼ αὐτὸς τῷ ; νοῒ δουλεύω νόμῳ θεοῦ δὲ τῇ ; σαρκὶ νόμῳ ἁμαρτίας.¶
إِذًا لاَ شَيْءَ مِنَ الدَّيْنُونَةِ الآنَ عَلَى الَّذِينَ هُمْ فِي الْمَسِيحِ يَسُوعَ، السَّالِكِينَ لَيْسَ حَسَبَ الْجَسَدِ بَلْ حَسَبَ الرُّوحِ.
ἄρα Οὐδὲν κατάκριμα νῦν τοῖς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ περιπατοῦσιν μὴ κατὰ σάρκα ἀλλὰ κατὰ πνεῦμα.