ك
إصحاح
G4090
G4091. pilâtos
G4092
المعنى المختصر للكلمة
pilâtos: close-pressed, i.e. firm
اللفظ الأصلي Πιλᾶτος
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق pilâtos (pil-at-os)
تكرار الورود في الكتاب 53 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها

of Latin origin;

المعنى والشرح المفصل
1 close-pressed, i.e. firm
2 Pilatus, a Roman
الإنجليزية — KJV Translation Tags
Pilate

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ὁ ; Πιλᾶτος (14×) ὁ ; Πιλᾶτος· (12×) Ὁ ; Πιλᾶτος (5×) τῷ ; Πιλάτῳ (3×) Πιλᾶτος (3×) Πιλᾶτον (3×) Πιλάτου (3×) τὸν ; Πιλᾶτον (2×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (53 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَقَالَ لَهُمْ بِيلاَطُسُ: خُذُوهُ أَنْتُمْ وَاحْكُمُوا عَلَيْهِ حَسَبَ نَامُوسِكُمْ. فَقَالَ لَهُ الْيَهُودُ: لاَ يَجُوزُ لَنَا أَنْ نَقْتُلَ أَحَدًا.
εἶπεν ; οὖν αὐτοῖς ὁ ; Πιλᾶτος· λάβετε ; αὐτὸν ὑμεῖς καὶ ; κρίνατε αὐτόν. κατὰ τὸν ; νόμον ; ὑμῶν εἶπον ; οὖν αὐτῷ οἱ ; Ἰουδαῖοι· οὐκ ἔξεστιν ἡμῖν ἀποκτεῖναι οὐδένα·
ثُمَّ دَخَلَ بِيلاَطُسُ أَيْضًا إِلَى دَارِ الْوِلاَيَةِ وَدَعَا يَسُوعَ، وَقَالَ لَهُ: أنْتَ مَلِكُ الْيَهُودِ.
οὖν Εἰσῆλθεν ὁ ; Πιλᾶτος πάλιν εἰς τὸ ; πραιτώριον καὶ ; ἐφώνησεν τὸν ; Ἰησοῦν καὶ ; εἶπεν αὐτῷ· σὺ ; εἶ ὁ ; βασιλεὺς τῶν ; Ἰουδαίων;
أَجَابَهُ بِيلاَطُسُ: أَلَعَلِّي أَنَا يَهُودِيٌّ. أُمَّتُكَ وَرُؤَسَاءُ الْكَهَنَةِ أَسْلَمُوكَ إِلَيَّ. مَاذَا فَعَلْتَ.
ἀπεκρίθη ὁ ; Πιλᾶτος· μήτι ἐγὼ ; εἰμι; Ἰουδαῖός τὸ ; ἔθνος ; τὸ ; σὸν καὶ ; οἱ ; ἀρχιερεῖς παρέδωκάν ; σε ἐμοί· τί ἐποίησας;¶
فَقَالَ لَهُ بِيلاَطُسُ: أَفَأَنْتَ إِذًا مَلِكٌ. أَجَابَ يَسُوعُ: أَنْتَ تَقُولُ: إِنِّي مَلِكٌ. لِهذَا قَدْ وُلِدْتُ أَنَا، وَلِهذَا قَدْ أَتَيْتُ إِلَى الْعَالَمِ لأَشْهَدَ لِلْحَقِّ. كُلُّ مَنْ هُوَ مِنَ الْحَقِّ يَسْمَعُ صَوْتِي.
Εἶπεν ; οὖν αὐτῷ ὁ ; Πιλᾶτος· εἶ ; σύ; οὐκοῦν βασιλεὺς ἀπεκρίθη ὁ ; Ἰησοῦς· σὺ λέγεις εἰμι ; ἐγώ. βασιλεύς εἰς ; τοῦτο ἐγὼ ; γεγέννημαι ἐγὼ καὶ ; εἰς ; τοῦτο ἐλήλυθα εἰς τὸν ; κόσμον μαρτυρήσω ; ἵνα τῇ ; ἀληθείᾳ. πᾶς ὁ ὢν ἐκ τῆς ; ἀληθείας ἀκούει μου ; τῆς ; φωνῆς.¶
قَالَ لَهُ بِيلاَطُسُ: مَا هُوَ الْحَقُّ.. وَلَمَّا قَالَ هذَا خَرَجَ أَيْضًا إِلَى الْيَهُودِ وَقَالَ لَهُمْ: أَنَا لَسْتُ أَجِدُ فِيهِ عِلَّةً
Λέγει αὐτῷ ὁ ; Πιλᾶτος· τί ἐστιν ἀλήθεια; καὶ εἰπὼν τοῦτο ἐξῆλθεν πάλιν πρὸς τοὺς ; Ἰουδαίους καὶ ; λέγει αὐτοῖς· ἐγὼ οὐδεμίαν εὑρίσκω ἐν ; αὐτῷ αἰτίαν.
فَحِينَئِذٍ أَخَذَ بِيلاَطُسُ يَسُوعَ وَجَلَدَهُ.
Τότε ; οὖν ἔλαβεν ὁ ; Πιλᾶτος τὸν ; Ἰησοῦν καὶ ; ἐμαστίγωσεν.
فَخَرَجَ بِيلاَطُسُ أَيْضًا خَارِجًا وَقَالَ لَهُمْ: هَا أَنَا أُخْرِجُهُ إِلَيْكُمْ لِتَعْلَمُوا أَنِّي لَسْتُ أَجِدُ فِيهِ عِلَّةً
ἐξῆλθεν ; οὖν ὁ ; Πιλᾶτος πάλιν ἔξω καὶ ; λέγει αὐτοῖς· ἴδε ἄγω ; αὐτὸν ; ἔξω, ὑμῖν ἵνα ; γνῶτε ὅτι οὐδεμίαν εὑρίσκω ἐν ; αὐτῷ.¶ αἰτίαν
فَلَمَّا رَآهُ رُؤَسَاءُ الْكَهَنَةِ وَالْخُدَّامُ صَرَخُوا قَائِلِينَ: اصْلِبْهُ. اصْلِبْهُ.. قَالَ لَهُمْ بِيلاَطُسُ: خُذُوهُ أَنْتُمْ وَاصْلِبُوهُ، لأَنِّي لَسْتُ أَجِدُ فِيهِ عِلَّةً.
ὅτε ; οὖν εἶδον ; αὐτὸν οἱ ; ἀρχιερεῖς καὶ ; οἱ ; ὑπηρέται, ἐκραύγασαν λέγοντες· σταύρωσον σταύρωσον ; αὐτόν.¶ Λέγει αὐτοῖς ὁ ; Πιλᾶτος· λάβετε ; αὐτὸν ὑμεῖς καὶ ; σταυρώσατε· ἐγὼ ; γὰρ οὐχ εὑρίσκω ἐν ; αὐτῷ αἰτίαν.
فَلَمَّا سَمِعَ بِيلاَطُسُ هذَا الْقَوْلَ ازْدَادَ خَوْفًا.
Ὅτε ; οὖν ἤκουσεν ὁ ; Πιλᾶτος τοῦτον τὸν ; λόγον μᾶλλον ἐφοβήθη
فَقَالَ لَهُ بِيلاَطُسُ: أَمَا تُكَلِّمُنِي. أَلَسْتَ تَعْلَمُ أَنَّ لِي سُلْطَانًا أَنْ أَصْلِبَكَ وَسُلْطَانًا أَنْ أُطْلِقَكَ.
λέγει ; οὖν αὐτῷ ὁ ; Πιλᾶτος· οὐ ἐμοὶ ; λαλεῖς; οὐκ οἶδας ὅτι ἔχω ἐξουσίαν σταυρῶσαί ; σε; ἐξουσίαν ; ἔχω ἀπολῦσαί ; σε
مِنْ هذَا كَانَ بِيلاَطُسُ يَطْلُبُ أَنْ يُطْلِقَهُ، وَلكِنَّ الْيَهُودَ كَانُوا يَصْرُخُونَ قَائِلِينَ: إِنْ أَطْلَقْتَ هذَا فَلَسْتَ مُحِبًّا لِقَيْصَرَ. كُلُّ مَنْ يَجْعَلُ نَفْسَهُ مَلِكًا يُقَاوِمُ قَيْصَرَ..
ἐκ τούτου ὁ ; Πιλᾶτος ἐζήτει ἀπολῦσαι ; αὐτόν.¶ δὲ Οἱ ; Ἰουδαῖοι ἔκραζον λέγοντες· ἐὰν ἀπολύσῃς, τοῦτον οὐκ ; εἶ φίλος τοῦ ; Καίσαρος. πᾶς ποιῶν αὐτόν βασιλέα ἀντιλέγει τῷ ; Καίσαρι.¶
فَلَمَّا سَمِعَ بِيلاَطُسُ هذَا الْقَوْلَ أَخْرَجَ يَسُوعَ، وَجَلَسَ عَلَى كُرْسِيِّ الْوِلاَيَةِ فِي مَوْضِعٍ يُقَالُ لَهُ الْبَلاَطُ وَبِالْعِبْرَانِيَّةِ جَبَّاثَا.
οὖν ἀκούσας Ὁ ; Πιλᾶτος τοῦτον τὸν; λόγον ἤγαγεν ; ἔξω τὸν ; Ἰησοῦν καὶ ; ἐκάθισεν ἐπὶ τοῦ ; βήματος εἰς τόπον λεγόμενον Λιθόστρωτον, Ἑβραϊστὶ ; δὲ Γαββαθα.
فَصَرَخُوا: خُذْهُ. خُذْهُ. اصْلِبْهُ. قَالَ لَهُمْ بِيلاَطُسُ: أَأَصْلِبُ مَلِكَكُمْ. أَجَابَ رُؤَسَاءُ الْكَهَنَةِ: لَيْسَ لَنَا مَلِكٌ إِلاَّ قَيْصَرَ..
δὲ ; ἐκραύγασαν ἆρον ἆρον, σταύρωσον ; αὐτόν. λέγει αὐτοῖς ὁ ; Πιλᾶτος· σταυρώσω;¶ τὸν ; βασιλέα ; ὑμῶν ἀπεκρίθησαν οἱ ; ἀρχιερεῖς· οὐκ ἔχομεν βασιλέα εἰ ; μὴ Καίσαρα.¶
وَكَتَبَ بِيلاَطُسُ عُنْوَانًا وَوَضَعَهُ عَلَى الصَّلِيبِ. وَكَانَ مَكْتُوبًا: يَسُوعُ النَّاصِرِيُّ مَلِكُ الْيَهُودِ.
Ἔγραψεν ; καὶ ὁ ; Πιλᾶτος τίτλον καὶ ; ἔθηκεν ἐπὶ τοῦ ; σταυροῦ. ἦν ; δὲ γεγραμμένον· Ἰησοῦς ὁ ; Ναζωραῖος ὁ ; βασιλεὺς τῶν ; Ἰουδαίων.
فَقَالَ رُؤَسَاءُ كَهَنَةِ الْيَهُودِ لِبِيلاَطُسَ: لاَ تَكْتُبْ: مَلِكُ الْيَهُودِ، بَلْ: إِنَّ ذَاكَ قَالَ: أَنَا مَلِكُ الْيَهُودِ..
ἔλεγον ; οὖν οἱ ; ἀρχιερεῖς τῶν ; Ἰουδαίων· τῷ ; Πιλάτῳ μὴ γράφε· ὁ ; βασιλεὺς τῶν ; Ἰουδαίων, ἀλλ᾽ ὅτι ἐκεῖνος εἶπεν· εἰμι βασιλεύς τῶν ; Ἰουδαίων.
أَجَابَ بِيلاَطُسُ: مَا كَتَبْتُ قَدْ كَتَبْتُ.
ἀπεκρίθη ὁ ; Πιλᾶτος· ὃ γέγραφα, γέγραφα.¶
ثُمَّ إِذْ كَانَ اسْتِعْدَادٌ، فَلِكَيْ لاَ تَبْقَى الأَجْسَادُ عَلَى الصَّلِيبِ فِي السَّبْتِ، لأَنَّ يَوْمَ ذلِكَ السَّبْتِ كَانَ عَظِيمًا، سَأَلَ الْيَهُودُ بِيلاَطُسَ أَنْ تُكْسَرَ سِيقَانُهُمْ وَيُرْفَعُوا.
οὖν ἐπεὶ ἦν, παρασκευὴ ἵνα μὴ μείνῃ τὰ ; σώματα ἐπὶ τοῦ ; σταυροῦ ἐν τῷ ; σαββάτῳ, γὰρ ἡ ; ἡμέρα ἐκείνου τοῦ ; σαββάτου, ἦν μεγάλη ἠρώτησαν Οἱ ; Ἰουδαῖοι, τὸν ; Πιλᾶτον ἵνα κατεαγῶσιν αὐτῶν ; τὰ ; σκέλη καὶ ; ἀρθῶσιν.
ثُمَّ إِنَّ يُوسُفَ الَّذِي مِنَ الرَّامَةِ، وَهُوَ تِلْمِيذُ يَسُوعَ، وَلكِنْ خُفْيَةً لِسَبَبِ الْخَوْفِ مِنَ الْيَهُودِ، سَأَلَ بِيلاَطُسَ أَنْ يَأْخُذَ جَسَدَ يَسُوعَ، فَأَذِنَ بِيلاَطُسُ. فَجَاءَ وَأَخَذَ جَسَدَ يَسُوعَ.
Μετὰ ; δὲ ; ταῦτα ὁ ; Ἰωσὴφ ὁ ἀπὸ Ἁριμαθαίας ὢν μαθητὴς τοῦ ; Ἰησοῦ, δὲ κεκρυμμένος διὰ τὸν ; φόβον τῶν Ἰουδαίων, ἠρώτησεν τὸν ; Πιλᾶτον ἵνα ἄρῃ τὸ ; σῶμα τοῦ ; Ἰησοῦ. καὶ ; ἐπέτρεψεν ὁ ; Πιλᾶτος. ἦλθεν ; οὖν καὶ ; ἦρεν τὸ ; σῶμα τοῦ Ἰησοῦ
ثُمَّ إِنَّ يُوسُفَ الَّذِي مِنَ الرَّامَةِ، وَهُوَ تِلْمِيذُ يَسُوعَ، وَلكِنْ خُفْيَةً لِسَبَبِ الْخَوْفِ مِنَ الْيَهُودِ، سَأَلَ بِيلاَطُسَ أَنْ يَأْخُذَ جَسَدَ يَسُوعَ، فَأَذِنَ بِيلاَطُسُ. فَجَاءَ وَأَخَذَ جَسَدَ يَسُوعَ.
Μετὰ ; δὲ ; ταῦτα ὁ ; Ἰωσὴφ ὁ ἀπὸ Ἁριμαθαίας ὢν μαθητὴς τοῦ ; Ἰησοῦ, δὲ κεκρυμμένος διὰ τὸν ; φόβον τῶν Ἰουδαίων, ἠρώτησεν τὸν ; Πιλᾶτον ἵνα ἄρῃ τὸ ; σῶμα τοῦ ; Ἰησοῦ. καὶ ; ἐπέτρεψεν ὁ ; Πιλᾶτος. ἦλθεν ; οὖν καὶ ; ἦρεν τὸ ; σῶμα τοῦ Ἰησοῦ
إِنَّ إِلهَ إِبْرَاهِيمَ وَإِسْحَاقَ وَيَعْقُوبَ، إِلهَ آبَائِنَا، مَجَّدَ فَتَاهُ يَسُوعَ، الَّذِي أَسْلَمْتُمُوهُ أَنْتُمْ وَأَنْكَرْتُمُوهُ أَمَامَ وَجْهِ بِيلاَطُسَ، وَهُوَ حَاكِمٌ بِإِطْلاَقِهِ.
ὁ ; θεὸς Ἀβραὰμ καὶ ; Ἰσαὰκ καὶ ; Ἰακώβ, ὁ ; θεὸς τῶν ; πατέρων ; ἡμῶν, ἐδόξασεν τὸν ; παῖδα ; αὐτοῦ Ἰησοῦν ὃν παρεδώκατε ὑμεῖς καὶ ; ἠρνήσασθε ; αὐτὸν κατὰ ; πρόσωπον Πιλάτου κρίναντος ἐκείνου ; ἀπολύειν·
لأَنَّهُ بِالْحَقِيقَةِ اجْتَمَعَ عَلَى فَتَاكَ الْقُدُّوسِ يَسُوعَ، الَّذِي مَسَحْتَهُ، هِيرُودُسُ وَبِيلاَطُسُ الْبُنْطِيُّ مَعَ أُمَمٍ وَشُعُوبِ إِسْرَائِيلَ،
γὰρ ἐπ᾽ ; ἀληθείας συνήχθησαν ἐπὶ τὸν ; παῖδά ; σου, ἅγιον Ἰησοῦν ὃν ἔχρισας, Ἡρῴδης καὶ ; Πιλᾶτος Πόντιος σὺν ἔθνεσιν καὶ ; λαοῖς Ἰσραήλ
وَمَعْ أَنَّهُمْ لَمْ يَجِدُوا عِلَّةً لِلْمَوْتِ طَلَبُوا مِنْ بِيلاَطُسَ أَنْ يُقْتَلَ.
καὶ μηδεμίαν εὑρόντες αἰτίαν θανάτου ᾐτήσαντο Πιλᾶτον ἀναιρεθῆναι ; αὐτόν.
أُوصِيكَ أَمَامَ اللهِ الَّذِي يُحْيِي الْكُلَّ، وَالْمَسِيحِ يَسُوعَ الَّذِي شَهِدَ لَدَى بِيلاَطُسَ الْبُنْطِيِّ بِالاعْتِرَافِ الْحَسَنِ:
Παραγγέλλω ; σοι ἐνώπιον τοῦ ; θεοῦ τοῦ ζωοποιοῦντος τὰ ; πάντα καὶ ; Χριστοῦ Ἰησοῦ τοῦ μαρτυρήσαντος ἐπὶ Πιλάτου Ποντίου ὁμολογίαν τὴν ; καλὴν